UNGA 80: 8+1 μεσανατολικά «αγκάθια» στον δρόμο προς τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ
Ο -σχεδόν 90χρονος πια- Μαχμούντ Αμπάς, πρόεδρος της Φατάχ από το 2009 και της Παλαιστινιακής Αρχής ήδη από το 2005, ως γνωστόν δεν υπήρξε ποτέ του μέλος της Χαμάς. Η διοίκηση Τραμπ πήρε, ωστόσο, την απόφαση να ακυρώσει τη βίζα που θα του επέτρεπε να μεταβεί στις ΗΠΑ για την 80η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, κατηγορώντας τον ότι δεν έχει αποκηρύξει -στον βαθμό που θα έπρεπε- τον εξτρεμισμό.
Ο Αμπάς έχει, όμως, μιλήσει ουκ ολίγες φορές ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Επί σειρά ετών, εκείνος ήταν άλλωστε ο επικεφαλής της παλαιστινιακής αντιπροσωπείας στις ετήσιες Συνόδους της Γενικής Συνέλευσης, ενώ η Παλαιστίνη συμμετέχει ήδη από το 2012 στον ΟΗΕ ως «κράτος παρατηρητής» (non-member observer state), γεγονός που της επιτρέπει να ομιλεί κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων, όμως όχι και να ψηφίζει.
Ως πρόεδρος της Φατάχ και της Παλαιστινιακής Αρχής, ο Μαχμούντ Αμπάς είχε απευθυνθεί στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη ακόμη και τα χρόνια της πρώτης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Δια ζώσης τα έτη 2017, 2018 και 2019 και μέσω βίντεο το 2020.
«Η Ιερουσαλήμ δεν πωλείται», διεμήνυε το 2018, ενώ το 2019 κατηγορούσε το Ισραήλ για «αλαζονεία και επιθετικότητα». Παραδοσιακά δε, εκείνος επέμενε στην προοπτική της λύσης των δύο κρατών, επικαλούμενος το υιοθετηθέν από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ψήφισμα 67/19 του 2012 που «επαναβεβαιώνει το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση και στην ανεξαρτησία» και μιλά για «Κράτος της Παλαιστίνης στα παλαιστινιακά εδάφη που κατέχονται από το 1967».
Εν έτει 2025 πια, τα δεδομένα προφανώς έχουν αλλάξει δραματικά. Όσα άλλοτε καταγγέλλονταν ως απαράδεκτα από τους Παλαιστινίους και μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας, πλέον έχουν περάσει σε άλλο επίπεδο, με φόντο την ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα και τα -εξωφρενικά στα μάτια πολλών, εάν όχι των περισσοτέρων- σχέδια που διακινούνται από την πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ περί «ριβιεροποίησης» του παράκτιου παλαιστινιακού θύλακα…
Αναφορικά με το σχέδιο που είδε προ ημερών το φως της δημοσιότητας («The Gaza Reconstitution, Economic Acceleration and Transformation Trust – The GREAT Trust») για την πιθανή μεταπολεμική «ανάπτυξη» της γης που σήμερα κείται συντετριμμένη από τους βομβαρδισμούς, αλλά μελλοντικά μπορεί να καταστεί κτηματομεσιτικό «φιλέτο», αφού όμως απαλλαγεί από τους Παλαιστινίους ή τουλάχιστον τους περισσοτέρους εξ αυτών, ανακύπτουν κατά βάση τρία εμπόδια: το ηθικό/επικοινωνιακό, το διεθνοδικαιικό/διεθνοπολιτικό και το καθαρά πρακτικό.
Ακόμη και αν παρακάμψει κανείς τα δύο πρώτα, θεωρώντας ότι εκείνα θα μπορούσαν ενδεχομένως να θυσιαστούν στον βωμό της σκληρής ισχύος και της ρεάλπολιτικ, απομένει πίσω ως αγκάθι η καθαρά πρακτική διάσταση των επαπειλούμενων εξελίξεων. Πώς ακριβώς θα εκτοπιστούν οι Παλαιστίνιοι που δεν θα φύγουν εθελοντικά;
Ποιοι θα αναλάβουν να τους μετακινήσουν εντός ή εκτός της Γάζας και με ποιες ακριβώς μεθόδους; Πού θα πάνε οι εκατομμύρια Παλαιστίνιοι που θα εκτοπιστούν; Ποιοι θα τους υποδεχθούν και ποιοι θα αναλάβουν τη φύλαξή τους; Ποιος θα αναλάβει το κόστος της ασφάλειας στη Γάζα όσο εκείνη θα ανοικοδομείται και ποιοι θα επενδύσουν εκεί; Ποιος θα αναλάβει το κόστος της ανοικοδόμησης;
Εάν έπρεπε να απαντήσουμε στα εν λόγω ερωτήματα, θα μπορούσαμε όντως να φανταστούμε μια σειρά από πιθανές «επιλογές». Το ίδιο το σχέδιο που είδε το φως της δημοσιότητας υπό τον τίτλο «The GREAT Trust» επιχειρεί να δώσει μια σειρά από «φουτουριστικές» απαντήσεις, οι οποίες δείχνουν όμως να αγνοούν μια σειρά από άλλα βασικά στοιχεία: το ίδιο το Παλαιστινιακό και όσα έχουν προηγηθεί, την πρώτη και τη δεύτερη Ιντιφάντα, τον εμφύλιο Χαμάς-Φατάχ, τους Άραβες και το Ιράν, την ισραηλινή άκρα δεξιά και τους Ισραηλινούς εποίκους, τους ενδοαραβικούς ανταγωνισμούς, την κόντρα Τουρκίας-Ισραήλ (θα δεχόταν άραγε το Ισραήλ, το οποίο ενοχλείται από την τουρκική παρουσία στη Συρία, να δει τουρκικά συμφέροντα να αποκτούν ερείσματα στην προς ανοικοδόμηση Γάζα;) και, ευρύτερα, το γεγονός ότι μιλάμε για μια περιοχή η οποία, όχι άδικα, έχει χαρακτηριστεί «πυριτιδαποθήκη».
Στην πράξη, σχεδόν δύο χρόνια πια έπειτα από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου: η κατάσταση στη Γάζα δείχνει αποτελματωμένη (με τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις να βλέπουν μάλιστα σκιές αποτυχίας πάνω από την επιχείρηση «Άρματα του Γεδεών»)· η Χαμάς έχει μεν δεχθεί συντριπτικά πλήγματα, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως απειλή· η Χεζμπολάχ έχει κι εκείνη δεχθεί βαρύτατα πλήγματα, αλλά στον Λίβανο τώρα ερίζουν για τον αφοπλισμό της· το Ιράν παραμένει σε πυρηνική τροχιά αν και πληγωμένο· οι Χούθι συνεχίζουν να δείχνουν τα δόντια τους· οι κόντρες της Τουρκίας με τους μεν Κούρδους παραμένουν στη Συρία, με το δε Ισραήλ οξύνονται· η μετά-Άσαντ Συρία παραμένει ασταθής· οι Σαουδάραβες και οι Αιγύπτιοι ενισχύουν τους δεσμούς τους με την Κίνα· ενώ πολλοί Δυτικοί (Γαλλία, Βρετανία, Αυστραλία, Καναδάς κ.ά.) ετοιμάζονται να αναγνωρίσουν Παλαιστινιακό Κράτος με ορίζοντα τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών που πραγματοποιείται το διάστημα μεταξύ 9 και 29 Σεπτεμβρίου.
Με άλλα λόγια, πολλά μπορεί να έχουν αλλάξει επί του πεδίου, ειδικά σε βάρος του άλλοτε καλούμενου «άξονα της αντίστασης», αλλά οι εκκρεμότητες παραμένουν… και τα φιτίλια επίσης.
