Κορυφαίοι υπουργοί και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη την περασμένη Δευτέρα με πρόθεση να χαράξουν την πορεία πάνω στην οποία πρόκειται να κινηθεί από εδώ και πέρα η τριμερής «Συμφωνία Κοινής Αμυνας της Μέκκας» («Mecca Joint Defence Agreement») που «γεννήθηκε» στην ιερή πόλη του ισλάμ στις 7 Αυγούστου.

Το ενδιαφέρον με την εν λόγω «συμμαχία» είναι ότι φέρνει κάτω από την ίδια ομπρέλα, μια ομπρέλα «συλλογικής άμυνας» εν προκειμένω που φέρεται να εκλαμβάνει την επίθεση κατά ενός ως επίθεση κατά όλων, τρεις μουσουλμανικές σουνιτικές χώρες με διαφορετικά χαρακτηριστικά τα οποία όμως «αλληλοσυμπληρώνονται».

Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Ισλαμαμπάντ συγκλίνουν κομίζοντας πια στο ίδιο τραπέζι διαφορετικές δυνάμεις και διαφορετικά πλεονεκτήματα: η Τουρκία τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και τη ραγδαία αναδυόμενη αμυντική της βιομηχανία· η Σαουδική Αραβία το πετρελαϊκό της εκτόπισμα και την κυριαρχία της στον OPEC· και το Πακιστάν το πυρηνικό του οπλοστάσιο.

Εάν όντως συνδυαστούν όλα τα προαναφερθέντα, εν προκειμένω τα drones της Τουρκίας με τα πετρελαϊκά κοιτάσματα των Σαουδαράβων και τα πυρηνικά όπλα του Πακιστάν, το τελικό συμμαχικό «μείγμα» θα μπορούσε όντως να αποδειχθεί ανησυχητικά «πλήρες».

Παράλληλα ωστόσο, εάν κοιτάξει κανείς λίγο καλύτερα πίσω από τις πομπώδεις εξαγγελίες, τα υπαρκτά πλεονεκτήματα και τα μεγάλα μεγέθη, θα δει παράλληλα μια σειρά από διόλου ευκαταφρόνητες αδυναμίες.

Για το Πακιστάν, οι προκλήσεις και οι μεγαλύτερες αδυναμίες θα μπορούσαν να επικεντρωθούν σε κυρίως πέντε μέτωπα όπως είναι εκείνα: της εγχώριας τρομοκρατίας (αυτονομιστές Μπαλούχοι, Πακιστανοί Ταλιμπάν/TTP), των σχέσεων με τους γείτονες (κόντρα με Ινδία, προβλήματα με Αφγανιστάν), των συνόρων (που παρουσιάζονται ως «τρύπια» ειδικά προς Αφγανιστάν και Ιράν), της οικονομίας (εμπορικό έλλειμμα που κινείται σε υψηλό τετραετίας, φυγή κεφαλαίων και ξένων εταιρειών/επενδυτών) και της ενεργειακής (αν)επάρκειας/(αν)ασφάλειας (ελλείψεις σε καύσιμα, προβλήματα στην παροχή ενέργειας, μπλακάουτ στην ηλεκτροδότηση).

Για τη Σαουδική Αραβία από την άλλη πλευρά, οι προκλήσεις, τα ελλείμματα και οι αδυναμίες που βγήκαν στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα ήταν: ενδοαραβικές (κόντρα με ΗΑΕ), στρατιωτικές/αμυντικές (πλήγματα από Ιράν και Χούθι), οικονομικές (εμπόδια στην προωθούμενη διαφοροποίηση της οικονομίας και σε κάποια από τα μεγάλα πρότζεκτ του Saudi Vision 2030), αλλά και ενεργειακές, με φόντο πια τον πόλεμο στο Ιράν και τις εντάσεις σε Ορμούζ/Κόλπο και Ερυθρά Θάλασσα.

Ενδεικτικά, οι σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου κινήθηκαν σε χαμηλό εννιαετίας τον περασμένο Αύγουστο, καθώς υποχώρησαν σε περίπου 3 εκατ. βαρέλα ημερησίως, επίπεδο το οποίο είναι όμως το χαμηλότερο μετά το 2017, όπως αναφέρει το Al-Monitor επικαλούμενο στοιχεία των Bloomberg, Kpler και Vortexa.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, ωστόσο, οι αντιφάσεις της τουρκικής πλευράς. Εάν επιλέξει κανείς να επικεντρωθεί στις επιδόσεις της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, θα δει να του παρουσιάζεται μια εικόνα ραγδαίας ανάπτυξης, γιγάντωσης και αλλεπάλληλων επιτυχιών.

Οι τουρκικές εξαγωγές στα πεδία της άμυνας και της αεροδιαστημικής ξεπέρασαν τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 και ενδέχεται να κινηθούν ακόμη υψηλότερα φέτος, αφού στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου είχαν ήδη προσεγγίσει τα 6 δισ. δολ. Την ίδια στιγμή ωστόσο, υπάρχουν αμυντικά πρότζεκτ που, όπως λέγεται, έχουν μείνει σημαντικά πίσω σε σχέση με τα εξαγγελθέντα χρονοδιαγράμματα όπως είναι για παράδειγμα εκείνα του μαχητικού αεροσκάφους KAAN, του άρματος μάχης Altay, του αεροπλανοφόρου MUGEM και του προγράμματος των νέων αντιτορπιλικών κλάσης TF-2000.

Από εκεί και πέρα ωστόσο, πέρα από τις αδιαμφισβήτητες επιτυχίες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», που αποτελεί κατά πολλούς και το σημείο μεγαλύτερης αδυναμίας για τον Ρ. Τ. Ερντογάν, είναι εκείνος της τουρκικής οικονομίας.

«Οι περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας στηρίζονται πάνω σε μια αβέβαιη βάση […] Αυτές οι φιλοδοξίες έχουν επανειλημμένα συγκρουστεί με μια εύθραυστη οικονομική πραγματικότητα: τα χρόνια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, την εξάρτηση από τη βραχυπρόθεσμη εξωτερική χρηματοδότηση και τις επαναλαμβανόμενες νομισματικές κρίσεις», γράφει στην επιθεώρηση Turkeyscope του Moshe Dayan Center του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ ο Ρόνεν Μπαρ-Ελ, λέκτορας στο Τμήμα Οικονομικών και Διοίκησης του Ανοικτού Πανεπιστημίου του Ισραήλ.

«Η τουρκική οικονομία υποφέρει από καλπάζοντα πληθωρισμό και μειούμενη αγοραστική δύναμη. Οι ρίζες αυτής της κρίσης βρίσκονται στο υπερβολικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στη συσσώρευση εξωτερικού χρέους και σε παλαιότερες νομισματικές πολιτικές που σχετίζονταν με τα επιτόκια», σχολιάζει, μιλώντας στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Hawar (ANHA), o Τούρκος οικονομολόγος Μουσταφά Ντουρμούς.