Κρίνοντας από το περιεχόμενό της, θα μπορούσε να ιδωθεί ακόμη και ως πληρωμένη διαφημιστική καταχώρηση, από εκείνες που -για λόγους δημοσιογραφικής ακεραιότητας- φέρουν τον διευκρινιστικό υπέρτιτλο «advertorial». Πρόκειται, ωστόσο, για κανονικό άρθρο υπογεγραμμένο από δημοσιογράφο: εν προκειμένω τη Σοφία Γιαν (Sophia Yan), ανταποκρίτρια της βρετανικής εφημερίδας Telegraph σε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη.

Σύμφωνα με το σχετικό κείμενο το οποίο δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουλίου στην Telegraph, η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πλέον «έχει εδραιώσει τον ρόλο της ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης» και λειτουργεί ως «παράγοντας σταθερότητας», αλλά και ως «παγκόσμια κόλλα» που φέρνει πιο κοντά αντιτιθέμενα μέρη, ενώ παράλληλα «αναδύεται ως πυλώνας-κλειδί για την ευρωπαϊκή άμυνα» καθώς «τροφοδοτεί τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης».

Λέξεις που «κάνουν τζιζ», όπως είναι για παράδειγμα η «Ελλάδα», η «Κύπρος» και το χρηματοδοτικό εργαλείο «SAFE» απουσιάζουν πλήρως από το εν λόγω άρθρο, το οποίο όμως παρουσιάζει το Ισραήλ ως «μεγάλο παράγοντα αποσταθεροποίησης στην παγκόσμια σκηνή» επικαλούμενο όσα φέρονται να «αναφέρουν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις διπλωμάτες και αξιωματούχοι».

Στην προσπάθεια να στοιχειοθετήσει τη θέση της περί τουρκικής γεωπολιτικής αναβάθμισης, η ανταποκρίτρια της βρετανικής εφημερίδας επικαλείται μια σειρά από δεδομένα.

«Πέρα από μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έχει πουλήσει στην Ουκρανία, η Τουρκία έχει επίσης πουλήσει συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και ραντάρ στην Πολωνία, έχει ξεκινήσει να ναυπηγεί πλοία για την Πορτογαλία και πρόκειται να παραδώσει προηγμένα εκπαιδευτικά αεροσκάφη στην Ισπανία», γράφει η Σοφία Γιαν, υπογραμμίζοντας παράλληλα τις συμφωνίες που έχει υπογράψει η Άγκυρα με το Ιράκ για συστήματα αεράμυνας και την Ινδονησία για μαχητικά αεροσκάφη.

«Η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Αλβανία, το Κοσσυφοπέδιο και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έχουν επίσης εισαγάγει όπλα από την Τουρκία», προσθέτει στο άρθρο της η συντάκτρια της Telegraph, υπογραμμίζοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να μην είχε καν δώσει το «παρών» στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ εάν αυτή δεν είχε διεξαχθεί επί τουρκικού εδάφους με οικοδεσπότη τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Οι Βρετανοί έχουν παλαιόθεν την τάση να «καλοπιάνουν» την Τουρκία και, υπό αυτήν την έννοια, ένα τέτοιου τύπου δημοσιογραφικό «εγκώμιο» δεν αποκλίνει από τα βρετανικά «δεδομένα».

Αντιθέτως, θα μπορούσε να θεωρηθεί «ταιριαστό» ως «συνοδευτικό» της νέας αμυντικής εταιρικής σχέσης (new Security and Defence Partnership) που υπέγραψαν οι ηγέτες της Τουρκίας Ρ.Τ. Ερντογάν και της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ στο περιθώριο της νατοϊκής Συνόδου που έλαβε χώρα στην Άγκυρα την περασμένη εβδομάδα. Υπενθυμίζεται ότι Λονδίνο και Άγκυρα είχαν υπογράψει τον Οκτώβριο του 2025 μια συμφωνία ύψους περίπου 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αγορά 20 αεροσκαφών Eurofighter Typhoon από την Τουρκία.

Σύμφωνα μάλιστα με όσα αναφέρει ο Τούρκος αναλυτής Μπαρίν Καγιάογλου, το Λονδίνο ήταν εκείνο που είχε αναλάβει την αποστολή να πείσει τη Γερμανία, έναν από τους τέσσερις εταίρους στην κοινοπραξία των Eurofighter (Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία), να δώσει το πράσινο φως ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την πώληση αυτών των αεροσκαφών στην Τουρκία.

Περίπου δέκα μήνες έπειτα από εκείνο το ντιλ του περασμένου Οκτωβρίου, η Τουρκία παρουσιάζεται να είναι πια πιο κοντά όχι μόνο στα Eurofighter, αλλά και -λόγω Τραμπ- στην απόκτηση από τις ΗΠΑ των έξι μαχητικών αεροσκαφών F-35 που είχε ήδη πληρώσει πριν από το 2020 (CAATSA) καταβάλλοντας περίπου 1,4 δισ. δολ.

Η πορεία ενίσχυσης των τουρκοβρετανικών συγκλίσεων δεν εντυπωσιάζει, όπως άλλωστε δεν εντυπωσιάζει και η προσωπική συμπάθεια που τρέφει ο -κατά τα άλλα απρόβλεπτος- Ντόναλντ Τραμπ στον αυταρχικό Ερντογάν. Τι κάνουν όμως άλλες χώρες σε σχέση με την Τουρκία, όπως η Γαλλία και το Ισραήλ, και τι κάνει η τουρκική ηγεσία σε σχέση με αυτές;

Η πλευρά Ερντογάν έχει αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να κάνει στροφές 180 μοιρών, περνώντας από τη ρήξη στην αποκατάσταση των δεσμών και από εκεί σε μια νέα εποχή ενισχυμένης διμερούς συνεργασίας. Εάν το έκανε στην περίπτωση της Αιγύπτου του Σίσι και της Σαουδικής Αραβίας του Μπιν Σαλμάν, παρά τα αγκάθια του Μόρσι και του Κασόγκι αντίστοιχα, γιατί να μην το επιχειρήσει και στην περίπτωση της Γαλλίας του Μακρόν ή ακόμη και του Ισραήλ το οποίο δεν αποκλείεται άλλωστε έπειτα από τις βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Οκτωβρίου να έχει έναν νέο πρωθυπουργό στη θέση του Νετανιάχου;

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν άφησε να εννοηθεί ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί μια ανοιχτή αντιπαράθεση με το Ισραήλ παρά τους μήνες κλιμακούμενης ρητορικής έντασης που προηγήθηκαν, σημειώνει η αναλύτρια Γκιονούλ Τολ. Η Τολ βλέπει όμως παράλληλα και τη Γαλλία του Μακρόν να «χαλαρώνει την αντίθεσή της στην πώληση του γαλλο-ιταλικού συστήματος αεράμυνας SAMP/T στην Τουρκία».

Οι διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία παραμένουν σε αρχικό στάδιο, σημειώνει, από την πλευρά του, ο Μπαρίν Καγιάογλου, υπογραμμίζοντας όμως με νόημα ότι τα τουρκικά ανοίγματα προς τη Γαλλία έρχονται να βασιστούν πάνω στην ήδη ορατή εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας της Τουρκίας με την Ιταλία. Σύμφωνα πάντως με τον Γκιονούλ Τολ, η πρόσφατη κάμψη των γαλλικών ενστάσεων σε σχέση με το SAMP/T φέρεται να συμφωνήθηκε έπειτα από συνομιλίες που είχε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι πριν από την τελευταία Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ…