Ηταν Σεπτέμβριος του 2008 όταν -πριν από ακριβώς 17 χρόνια- ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας Αμπντουλάχ Γκιουλ μετέβη στο Γερεβάν, την πρωτεύουσα της Αρμενίας, για να παρακολουθήσει από κοντά τον ποδοσφαιρικό αγώνα της Αρμενίας με την Τουρκία για τα προκριματικά του Μουντιάλ, ως προσκεκλημένος τότε του Αρμένιου προέδρου Σερζ Σαρκισιάν.

Η στιγμή είχε χαρακτηρισθεί ιστορική, όχι μόνο επειδή εκείνη ήταν η πρώτη επίσκεψη Τούρκου ηγέτη στην Αρμενία αλλά και για όσα εκείνη η επίσκεψη σηματοδοτούσε ως διαθέσεις.

Η Τουρκία ήταν μια από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν την Αρμενία, τον Δεκέμβριο του 1991, έπειτα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Αρμενία ήταν, από την πλευρά της, μια από τις χώρες που υπέγραψαν τον Ιούνιο του 1992 στην Κωνσταντινούπολη, επί προεδρίας Τουργκούτ Οζάλ, τη Διακήρυξη του Βοσπόρου με την οποία συστάθηκε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας του Ευξείνου Πόντου (BSEC).

Από το 1993 ωστόσο και έπειτα, με φόντο τον πρώτο πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ, οι Τούρκοι έσπευσαν να πάρουν θέση στο πλευρό του Αζερμπαϊτζάν, διαρρηγνύοντας τους δεσμούς που είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται με το Γερεβάν και παγώνοντας ή παίρνοντας πίσω τις όποιες κινήσεις προσέγγισης.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι διπλωματικές σχέσεις διεκόπησαν και τα τουρκοαρμενικά σύνορα έκλεισαν. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι στον άξονα Αρμενίας-Τουρκίας υπήρχε ήδη το -προερχόμενο από το παρελθόν- αγκάθι της Γενοκτονίας των Αρμενίων, το οποίο αποτελούσε διαχρονικά «κόκκινο πανί» για την τουρκική πλευρά.

Τούτων δοθέντων, η «ποδοσφαιρική διπλωματία» του Γκιουλ είχε, τον Σεπτέμβριο του 2008, γίνει είδηση διεθνώς, κι όχι άδικα. Ειρήσθω εν παρόδω, οι Ρώσοι είχαν μόλις λίγους μήνες νωρίτερα εισβάλει στη Γεωργία «παίρνοντας» τη Νότια Οσσετία και την Αμπχαζία, γεγονός το οποίο ίσως να υπενθύμισε στη νατοϊκή Τουρκία την αξία της Αρμενίας.

«Οι παλιοί εχθροί Αρμενία και Τουρκία επενδύουν στην ποδοσφαιρική διπλωματία», έγραφε ο Guardian τον Σεπτέμβριο του 2008. «Πολλοί ελπίζουν ότι η λεγόμενη διπλωματία του ποδοσφαίρου θα βοηθήσει τους δύο γείτονες να ξεπεράσουν δεκαετίες ανταγωνισμού», έγραφαν την ίδια περίοδο οι New York Times.

Πράγματι, περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 2009, οι υπουργοί Εξωτερικών της Τουρκίας, Νταβούτογλου, και της Αρμενίας, Ναλμπαντιάν, υπέγραψαν στην Ελβετία τα καλούμενα Πρωτόκολλα της Ζυρίχης (παρουσία μάλιστα τότε των ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Γαλλίας) που προορίζονταν να λειτουργήσουν ως οδικός χάρτης για την αποκατάσταση, εξομάλυνση και ανάπτυξη των μεταξύ τους σχέσεων.

Στην πορεία ωστόσο, εν λόγω Πρωτόκολλα «κατέπεσαν» εν μέσω εμποδίων, αφού δεν επικυρώθηκαν από τα αρμόδια κοινοβούλια.

Εν έτει 2025, Τουρκία και Αρμενία έχουν πια εισέλθει σε μια νέα τροχιά επαναπροσέγγισης υπό νέα γεωπολιτικά δεδομένα.

Το αγκάθι του Ναγκόρνο Καραμπάχ δεν υφίσταται πια, τουλάχιστον όχι στον βαθμό και με τον τρόπο με τον οποίο υφίστατο άλλοτε. Ως ζήτημα «έκλεισε» με τη στρατιωτική νίκη του Αζερμπαϊτζάν (τις νίκες των Αζέρων που σημειώθηκαν επί του πεδίου το 2020 και το 2023, με την στήριξη της Τουρκίας αλλά και, μεταξύ άλλων, του Ισραήλ) και τη συνακόλουθη συνθηκολόγηση της αρμενικής ηγεσίας.

Μόλις τον περασμένο Αύγουστο, ο πρωθυπουργός της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν και ο Αζέρος πρόεδρος Ιλχάμ Αλίγεφ υπέγραψαν ειρηνευτική συμφωνία («Agreement on Establishment of Peace and Inter-State Relations between the Republic of Armenia and the Republic of Azerbaijan») στον Λευκό Οίκο παρουσία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Αλλά και το έτερο μεγάλο αγκάθι της Γενοκτονίας των Αρμενίων έχει πια, υπό μια έννοια, «επανατοποθετηθεί» με σαφείς διαθέσεις παράκαμψης από την πλευρά της αρμενικής ηγεσίας.

«Η επίσημη θέση μας είναι ότι η διεθνής αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων δεν περιλαμβάνεται στις σημερινές προτεραιότητες της εξωτερικής μας πολιτικής», δήλωσε τον περασμένο Μάρτιο ο Αρμένιος πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν, μιλώντας σε Τούρκους δημοσιογράφους.

Τρεις μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2025, ο Πασινιάν συναντήθηκε με τον Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη, επισφραγίζοντας μια διαδικασία τουρκοαρμενικής επαναπροσέγγισης η οποία ήταν όμως σε εξέλιξη ήδη από τον Ιανουάριο του 2022.

«Ο Πασινιάν προτρέπει τους Αρμένιους να ξεπεράσουν την ιδέα της “ιστορικής Αρμενίας” που περιλαμβάνει εδάφη που βρίσκονται σήμερα εντός της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένου του όρους Αραράτ που αποτελεί εδώ και καιρό εθνικό σύμβολο. Στον αντίποδα, προωθεί το όρος Αραγκάτς, ένα αδρανές ηφαίστειο εντός της Αρμενίας, ως νέο εθνικό σύμβολο», έγραφε η Ολέσια Βαρτανιάν τον περασμένο Ιούλιο στον ιστοχώρο του Carnegie Russia Eurasia Center.

Ερντογάν και Πασινιάν ξανασυναντήθηκαν προ ημερών, στην κινεζική πόλη Τιεντσίν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), επαναβεβαιώνοντας τις δημόσια εκφρασθείσες διαθέσεις περαιτέρω συγκλίσεων.

Οι δύο χώρες διατηρούν πια ανοιχτούς διαύλους μέσω ειδικών αντιπροσώπων (Σερντάρ Κιλίτς, Ρουμπέν Ρουμπινιάν), προχωρούν στο άνοιγμα συνοριακών περασμένων, συνδέονται με απευθείας πτήσεις, απλοποιούν τις διαδικασίες χορήγησης θεωρήσεων εισόδου και ενισχύουν τις εμπορικές τους συναλλαγές, κινούμενες σε τροχιά σταδιακής εξομάλυνσης των μεταξύ τους σχέσεων.

Επί σειρά ετών, η Αρμενία είχε ανοιχτά σύνορα μόνο με τη Γεωργία και το Ιράν, γεγονός το οποίο την κάλυπτε μεν στον άξονα βορρά-νότου αλλά την απέκλειε από τον άξονα ανατολής-δύσης.

Εάν αποκαταστήσει μελλοντικά τις διασυνδέσεις της με την Τουρκία, θα επανεμπλακεί ως κόμβος στις (εμπορικές και ενεργειακές) οδούς που συνδέουν την ανατολή (Ασία) με τη δύση (Ευρώπη) πράγμα το οποίο προφανώς επιθυμεί.

Αλλά και πέρα από τις όποια σχετικά με εφοδιαστικές αλυσίδες ζητήματα, η αρμενική ηγεσία παρουσιάζεται να επιχειρεί πια να διαφοροποιήσει την εξωτερικής της πολιτική καθιστώντας περισσότερο πολυδιάστατη. Σε αυτό το πλαίσιο, απομακρύνεται από τη Ρωσία και προσεγγίζει τη Δύση (ΕΕ, ΗΠΑ), την Ινδία αλλά και χώρες όπως είναι η Τουρκία η οποία ασκεί επιρροή στο Αζερμπαϊτζάν, στοιχείο το οποίο έχει αξία για τους Αρμένιους.

Αλλά και για την Τουρκία από την άλλη πλευρά, η Αρμενία έχει αξία αφού μέσω αυτής η Τουρκία μπορεί να ενισχύσει την επιρροή της στον Νότιο Καύκασο, να αποκτήσει πιο «άμεση» πρόσβαση στο Αζερμπαϊτζάν, στην Κασπία και στον αζερικό θύλακα του Ναχιτσεβάν (μέσα από τον διάδρομο του Ζανγκεζούρ), και να προωθήσει την περαιτέρω ανάπτυξη του καλούμενου Μεσαίου Διαδρόμου (Middle Corridor – TITR) που συνδέει την Ασία με την Ευρώπη μέσω Τουρκίας.

Ρητές ή υπόρρητες, οι (κατά βάση συναλλακτικές) στοχεύσεις των άμεσα εμπλεκομένων μερών είναι, λοιπόν, ορατές και εύλογες. Το κλίμα δεν πρόκειται, ωστόσο, να αλλάξει κατά τρόπο απρόσκοπτο, αφού το παρελθόν μπορεί να ξαναγράφεται (δύσκολα) αλλά σίγουρα δεν ξεγράφεται.