Το τέλος της New START και η νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών
Η συμφωνία New START για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων, που είχαν υπογράψει το 2010 στην Πράγα ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και ο Ρώσος τότε ομόλογός του, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, δεν υπάρχει πια. Η ισχύς της εξέπνευσε στις 5 Φεβρουαρίου 2026, χωρίς πάντως ιδιαίτερες οιμωγές και χωρίς να «κλάψει» κανείς σε Μόσχα και Ουάσιγκτον.
Η στιγμή της λήξης της ήταν κομβική. Με την εκπνοή της ισχύος της New START. είναι πια σαν να λήγει άδοξα μισός αιώνας πρωτοβουλιών ελέγχου των ατομικών οπλοστασίων. Ωστόσο, οι άμεσα εμπλεκόμενες ηγεσίες δεν έδειξαν να την αντιμετωπίζουν ως τέτοια.
Αντίθετα, οι ηγέτες, που είχαν βάλει την υπογραφή τους στη New START, έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου, ίσως σε έναν βαθμό και από σεβασμό προς τη δική τους πολιτική παρακαταθήκη. Ο Μπαράκ Ομπάμα προειδοποίησε ότι «θα εκμηδενιστούν αναίτια δεκαετίες διπλωματικών προσπαθειών» και ότι μπορεί έτσι «να πυροδοτηθεί μια νέα κούρσα εξοπλισμών, που θα καταστήσει τον κόσμο λιγότερο ασφαλή». Ακόμη και ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ο πρώην πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας και νυν αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας, ένας πολιτικός ο οποίος έχει πάψει προ πολλού να μετράει τα λόγια του, ειδικά όταν κοντράρεται με τη Δύση, σημείωσε ότι η εκπνοή της New START «πρέπει να σημάνει συναγερμό», ενώ υπογράμμισε πως «όταν παύει να υπάρχει μια συμφωνία, αυτό σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη έχει χαθεί».

«Εάν λήξει, έληξε»
Όμως, οι νυν ηγέτες δεν φάνηκε να δείχνουν ανάλογη ανησυχία. Όταν ο Ρώσος πρόεδρος, Βλάντιμιρ Πούτιν, πρότεινε στην αμερικανική διοίκηση, κατά το δεύτερο μισό του 2025, η ισχύς της New START να παραταθεί για έναν χρόνο προκειμένου έτσι να ανοίξει ένα παράθυρο νέων διαπραγματεύσεων στον άξονα Μόσχας-Ουάσιγκτον, η πλευρά του ομολόγου του, Ντόναλντ Τραμπ, μάλλον αδιαφόρησε. «Αν λήξει, έληξε» (“if it expires, it expires»), είπε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στους The New York Times, τον περασμένο Ιανουάριο ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η New START έβαζε ως ανώτατα όρια τον αριθμό 1.550 για τις εγκατεστημένες -και ως εκ τούτου έτοιμες προς εκτόξευση- πυρηνικές κεφαλές που διαθέτουν, καθεμία χωριστά, η Ρωσία και οι ΗΠΑ και τον αριθμό 800 για τα μέσα (τους διηπειρωτικούς πυραύλους, τα στρατηγικά αεροσκάφη, τα υποβρύχια) που δύνανται να φέρουν τέτοιου τύπου κεφαλές και διαθέτει κάθε μία από τις δύο χώρες. Παράλληλα, η New START καθόριζε συγκεκριμένους μηχανισμούς επίβλεψης και ελέγχου των δύο πυρηνικών οπλοστασίων. Όλα αυτά τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια και οι μηχανισμοί ελέγχου, ωστόσο, πλέον δεν υπάρχουν. Τι μπορεί να ακολουθήσει;

Το ευρύτερο πλαίσιο, πάντως, εμπνέει ανησυχία. Μέσα στο 2025, δύο χώρες που διαθέτουν πυρηνικά όπλα, η Ινδία και το Πακιστάν, αντήλλαξαν πραγματικά πυρά, ενώ η Βόρεια Κορέα προχωρούσε σε νέες δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων. Ο δε κ. Τραμπ προανήγγελλε νέες πυρηνικές δοκιμές από την πλευρά των ΗΠΑ, τις πρώτες έπειτα από δεκαετίες.
Παράλληλα, στην Ευρώπη θα παρέμενε η απειλή ενός ρωσικού πυρηνικού πλήγματος στην Ουκρανία, αλλά και η «απειλή» της σταδιακής απόσυρσης των αμερικανικών δυνάμεων και των δεσμεύσεων αμυντικής συνδρομής εκ μέρους των ΗΠΑ. Μία «απειλή» απόσυρσης που θα άφηνε τη Γηραιά Ήπειρο εκτεθειμένη σε νέες απειλές, ενδεχομένως ακόμη και πυρηνικές.

Νέα δεδομένα – νέα όπλα
Πάντως, ήδη πριν από τη λήξη της ισχύος της New Start, υπήρχαν φωνές που υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να συμφωνηθεί μια νέα Συνθήκη που να ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα (τα νέα όπλα, τα νέα πυρηνικά οπλοστάσια, τις νέες τεχνολογίες), όπως έχουν (ανα)διαμορφωθεί μετά το 2010.
«Υπάρχουν νέες τεχνολογίες που δεν καλύπτονται από τη Συνθήκη (σ.σ. τη New START): υπερηχητικοί πύραυλοι, υποθαλάσσια πυρηνικά όπλα, διαστημικά όπλα· και υπάρχουν κι άλλες πολλές χώρες που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, τώρα αισθάνονται ότι μπορεί να χρειάζονται ένα δικό τους πυρηνικό οπλοστάσιο», δήλωνε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, μιλώντας στους The New York Times.
Πράγματι, την τελευταία 25ετία. η Ρωσία -για παράδειγμα- ανέπτυξε οπλικά συστήματα που δύνανται να φέρουν πυρηνικά και που, ως εκ τούτου, προκαλούν πια «αναγεννημένη» ανησυχία στη Δύση. Ενδεικτικά, θα μπορούσαν να αναφερθούν οι πυρηνοκίνητοι πύραυλοι κρουζ Burevestnik, το πυρηνοκίνητο μη επανδρωμένο υποβρύχιο Poseidon και τα υπερηχητικά όπλα ολίσθησης Avangard.
Αλλά και το Πεκίνο φέρεται να εκτόξευσε το καλοκαίρι του 2021 έναν υπερηχητικό πύραυλο που έκανε τον γύρο της Γης σε χαμηλή περιγήινη τροχιά, περνώντας πάνω και από τις ΗΠΑ, προτού αποδεσμεύσει ένα ικανό να κάνει ελιγμούς όχημα ολίσθησης το οποίο δύναται να φέρει πυρηνική κεφαλή και το οποίο φέρεται να έπληξε στόχο εντός της Κίνας.

Υπό αυτά τα νέα δεδομένα, δεν είναι λίγοι, λοιπόν, εκείνοι που υποστηρίζουν ότι θα έπρεπε όντως να υπάρξει μια νέα διεθνής συμφωνία σε σχέση με τα ατομικά όπλα. Πώς θα μπορούσε, όμως, να είναι αυτή ή όποια νέα Συνθήκη περιορισμού και ελέγχου των πυρηνικών; Και ποιες χώρες θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε αυτήν ως συνυπογράφουσες;
Ο ίδιος ο κ. Τραμπ έχει μιλήσει για την ανάγκη σύναψης «μιας νέας, βελτιωμένης και εκσυγχρονισμένης Συνθήκης» που θα πάρει τη θέση της New START. Προχωρώντας μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει αφήσει να εννοηθεί ότι σε αυτήν την -όποια- νέα συμφωνία θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να ενταχθούν και άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Κίνα του προέδρου Σι Τζινπίνγκ. Το πυρηνικό οπλοστάσιο της Κίνας μπορεί να υπολείπεται κατά πολύ των αντίστοιχων ρωσικών και αμερικανικών, αλλά αναπτύσσεται και μεγαλώνει.

Τι θα γίνει με την Κίνα
Η Κίνα παρουσιάζεται να διαθέτει σήμερα περί τις 600 πυρηνικές κεφαλές, οι περισσότερες από τις οποίες δεν είναι έτοιμες προς εκτόξευση. Συγκριτικά, οι Ρώσοι παρουσιάζονται να διαθέτουν 5.459, οι Αμερικανοί 5.177, οι Γάλλοι 290 και οι Βρετανοί 225. Σύμφωνα ωστόσο με πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού Πενταγώνου και τις σχετικές εκτιμήσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, οι πυρηνικές κεφαλές των Κινέζων, που είναι σήμερα 600, θα έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τις 1.000 έως το 2030, ενώ υπάρχουν και αναλυτές που υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε ενδεχομένως στο μέλλον να «συντονίσει» την πυρηνική της στρατηγική με τη Ρωσία.
Οι Αμερικανοί θα ήθελαν, εάν μπορούσαν, να καταφέρουν να περιορίσουν αυτήν την κινεζική εξοπλιστική κούρσα, ενώ οι Ρώσοι από την άλλη πλευρά θα ήθελαν να περιορίσουν τα πυρηνικά οπλοστάσια των Γάλλων και των Βρετανών. Το Πεκίνο πάντως, προς το παρόν, διαμηνύει ότι δεν ενδιαφέρεται να ενταχθεί ως συνυπογράφουσα χώρα σε μια νέα Συνθήκη περιορισμού των ατομικών όπλων.

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Λιν Τζιαν, το δήλωσε ξεκάθαρα: «οι πυρηνικές δυνάμεις της Κίνας δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας και η Κίνα δεν θα συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις αφοπλισμού σε αυτό το στάδιο», υποστηρίζοντας ότι η χώρα του διατηρεί το πυρηνικό οπλοστάσιό της στο ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται για την εθνική ασφάλεια.
«Η Ρωσική Ομοσπονδία θα καθοδηγείται πρωτίστως από τα εθνικά της συμφέροντα», διευκρίνισε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πέσκοφ, όταν εκλήθη να σχολιάσει το μέλλον. «Περνάμε σε μια νέα φάση, μια νέα πραγματικότητα και είμαστε έτοιμοι να την αντιμετωπίσουμε», δήλωσε, από την πλευρά του, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Ριαμπκόφ.
Τι θα περιλαμβάνει, όμως, αυτή η νέα φάση; Μήπως μια νέα πυρηνική κούρσα εξοπλισμών, που δεν θα περιορίζεται πια μόνο μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών; Στη θεωρία πάντως και σε επίπεδο ρητορικής, η εν λόγω κούρσα δείχνει σαν να έχει ήδη ξεκινήσει, καθώς ολοένα περισσότερες χώρες αναφέρονται πια ανοιχτά στο ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων.

Προς μια νέα εξοπλιστική κούρσα
Με βάση όσα ισχύουν σήμερα, οι δυνάμεις που διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια είναι εννέα: οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ινδία, το Πακιστάν, η Βόρεια Κορέα και το Ισραήλ. Παράλληλα, υπάρχουν χώρες όπως είναι, μεταξύ άλλων, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Τουρκία και η Πολωνία που έχουν αρχίσει να συζητούν ανοιχτά το αν θα πρέπει να αποκτήσουν κι εκείνες πυρηνικά.
O υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, είπε για παράδειγμα ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να εμπλακεί σε μια «πυρηνική κούρσα εξοπλισμών», αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα. «Αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, δεν θα είναι δυνατό για τους άλλους να παραμείνουν αδιάφοροι», δήλωσε ο κ. Φιντάν σε συνέντευξη που παραχώρησε τον Φεβρουάριο στο CNN Turk.

Σύμφωνα με όσα έγραψαν στους NY Times, στις 6 Φεβρουαρίου 2026, οι Ντέιβιντ Σάνγκερ και Ουίλιαμ Μπρόουντ, έως και 40 χώρες διαθέτουν σήμερα την τεχνογνωσία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή ατομικής βόμβας. Το ερώτημα, με άλλα λόγια, δεν είναι το αν μπορούν, αλλά το αν έχουν την πολιτική βούληση -και το χρήμα- για να μπουν σε μια τέτοια εξοπλιστική κούρσα.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ υποστήριξε, έπειτα από την εκπνοή της ισχύος της New START, ότι η Μόσχα δεν πρόκειται να παραβιάσει τα όρια που έθετε εκείνη η Συνθήκη, παρά το γεγονός ότι αυτή επισήμως εξέπνευσε, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα τα παραβιάσουν ούτε οι ΗΠΑ.
Οι κακές γλώσσες λένε ότι ο Μόσχα ίσως να μην επιθυμεί μια νέα πυρηνική κούρσα εξοπλισμών, επειδή δεν μπορεί στην παρούσα φάση να την στηρίξει οικονομικά, καθώς είναι πιεσμένη από τα κόστη του πολέμου στην Ουκρανία και των κυρώσεων που της έχουν επιβληθεί λόγω αυτού.
Η μπάλα, ωστόσο, φαίνεται επί του παρόντος να είναι στο γήπεδο των ΗΠΑ. Όπως λέγεται, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε, καθότι απαλλαγμένη πια από τους περιορισμούς της New START, να αυξήσει, κατά εκατοντάδες, τις τοποθετημένες και έτοιμες προς εκτόξευση πυρηνικές κεφαλές στα συνολικά 14 υποβρύχια κλάσης Ohio που ήδη διαθέτει το US Navy.
Το στοίχημα των Ευρωπαίων
Το κρίσιμο ερώτημα, πάντως, για τους Ευρωπαίους στην παρούσα φάση και με δεδομένη την περίοδο κρίσης που διανύουν οι διατλαντικές σχέσεις είναι άλλο: Τι θα κάνουν οι Αμερικανοί με τα όπλα τους, πυρηνικά και μη; Θα συνεχίσουν να υπερασπίζοντα τη νατοϊκή Ευρώπη όπως άλλοτε ή μήπως όχι πια;
Από την πλευρά τους, οι Ευρωπαίοι παρουσιάζονται -θεωρητικά- να συζητούν τη διαμόρφωση μιας νέας πυρηνικής ομπρέλας Γηραιά Ήπειρο, ώστε να λειτουργεί ως μέσο αποτροπής στη θέση της -νυν υπάρχουσας- αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας και θα είναι ευρωπαϊκής προέλευσης.

Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, ανέφερε, κατά την ομιλία του στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια στις 13 Φεβρουαρίου 2026, ότι ήδη συζητά με τον Γάλλο πρόεδρο, Εμμανουέλ Μακρόν, το πλάνο δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής πυρηνικής δύναμης αποτροπής.
Ο ίδιος ο Μακρόν έχει μιλήσει, εδώ και μήνες, ανοιχτά για το ενδεχόμενο επέκτασης της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας σε ολόκληρη την Ευρώπη, ρίχνοντας έτσι στο τραπέζι μια ιδέα την οποία παρουσιάζονται να καλωσορίζουν κι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον και ο Πολωνός ομόλογός του, Ντόναλντ Τουσκ. Όσο για τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, εκείνος παρουσιάζεται πια να μετανιώνει που η χώρα παρέδωσε τα πυρηνικά της έπειτα από την κατάρρευσης τη Σοβιετικής Ένωσης.
