Το “Μακεδονικό” ζήτημα. Τα χρόνια των χαμένων ευκαιριών (1991-1995)

Δημοσιεύθηκε: Φεβρουάριος 3, 2018

Το Φεβρουάριο του 1993, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε δηλώσει ότι “πρόκειται για μια υπόθεση που σε δέκα χρόνια θα έχουμε ξεχάσει”. Κατά ειρωνεία της πολιτικής τύχης και σε απόδειξη του πόσο λανθασμένες μπορεί να είναι οι βιαστικές εκτιμήσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, κανείς δεν ξεχνά το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ το οποίο παραμένει ανοιχτό 25 χρόνια αργότερα και, σύμφωνα με τις ως τώρα πληροφορίες, μάλλον δεν θα υπάρξει λύση ούτε και στην παρούσα περίοδο.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η πρόταση Μιλόσεβιτς

Ο Ιούλιος του 1991 βρίσκει την ελληνική πολιτική ηγεσία προβληματισμένη. Οι συγκρούσεις στη Γιουγκοσλαβία είναι διαρκείς. Τα Σκόπια τηρούν αποστάσεις από την ενδογιουγκοσλαβική κρίση. Ο Γκλιγκόροφ δεν βιάζεται. Μετά από διαδοχικές συναντήσεις στην Ουάσιγκτον, οι Έλληνες διπλωμάτες σημειώνουν τη “σχετική αβεβαιότητα που επικρατεί σε διάφορα επίπεδα διαμόρφωσης της αμερικανικής πολιτικής σε σχέση με τον βαλκανικό χώρο”. Τον Αύγουστο, ο Μιλόσεβιτς επισημαίνει στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι Λευτέρη Καραγιάννη ότι “… είναι απαραίτητο οι χώρες µας να έχουν και µια συντονισμένη πολιτική”. Ο Καραγιάννης αναρωτιέται “τι παραπάνω µπορούµε να κάνουµε;” και ο Μιλόσεβιτς απαντά “Πολλά”. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο Μιλόσεβιτς εξηγεί, στον τότε υπουργό Εξωτερικών Αντ. Σαμαρά με τον οποίο συναντάται στο Βελιγράδι, τι εννοεί: “στο κέντρο της Δημοκρατίας των Σκοπίων και, κυρίως, στο Τέτοβο και στις γύρω περιοχές ζουν περίπου 150.000 Σέρβοι και όχι 40.000, όπως λένε οι απογραφές”. Ο Έλληνας υπουργός ρωτά: “… θα µετακινηθούν σε άλλες περιοχές;” Και ο Σέρβος πρόεδρος ανταπαντά: “Θα µετακινηθούν. Και αυτοί, όπως και χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες που θα κατέβουν από βορειότερες περιοχές, µπορούν να κατέβουν νοτιότερα στα Σκόπια προς τα δικά σας σύνορα, οπότε Σερβία και Ελλάδα θα εφάπτονται!” Πρόκειται για πρόταση που θα έλυνε αυτομάτως το θέµα του σκοπιανού αλυτρωτισμού. Δεν αφορούσε διαμελισμό των Σκοπίων, όπως διέρρευσε πολύ αργότερα στον ελληνικό Τύπο και όπως θα αποκαλύψει πρώτος ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης σε ξένους συνομιλητές του. Ο Έλληνας υπουργός εξιστόρησε τότε την πρόταση Μιλόσεβιτς στον Μητσοτάκη, ο οποίος είχε απαντήσει ότι θα τη σκεφτεί.

Οι τρεις όροι

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1991, οι υπουργοί Εξωτερικών των (τότε) “12” της ΕΟΚ συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες. Ο Γερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος Ντίτερ Φόγκελ έχει ήδη δηλώσει πως “δεν πρόκειται να µας επηρεάσει το αποτέλεσμα της συνόδου. Μόνη της ή µε τους άλλους, η Γερμανία θα προχωρήσει στην αναγνώριση της Σλοβενίας και της Κροατίας”. Ανάλογη στάση τήρησε και ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Ντε Μικέλις. Όταν διαφάνηκε ότι οι “12” θα καταλήξουν σε συμβιβασμό, ο Σαµα­ράς θέτει αιφνιδιαστικά το θέµα των Σκοπίων και απαιτεί να γίνουν δεκτοί οι όροι της Ελλάδας. Το αρχικό σχέδιο είναι αόριστο. Οι περισσότερες χώρες όμως το δέχονται, αλλά ο Σαµαράς, που δεν είναι ικανοποιημένος, διαφωνεί. Έτσι αρχίζει νέος κύκλος συζητήσεων. Το κείμενο της δήλωσης αλλάζει και πάλι, αλλά ο Σαµαράς επιµένει και σε άλλες αλλαγές. Ο Ντε Μικέλις, σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζει στον Σαµαρά: “Αυτό που κάνεις είναι εκβιασµός. Είσαι πειρατής. Δεν θα καθορίσει η Ελλάδα τι θα κάνουµε 11 ολόκληρες χώρες”. Γύρω στις 2.30 το πρωί το Συμβούλιο Υπουργών καταλήγει σε κοινή θέση για την αναγνώριση των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών. Ειδικά για τα Σκόπια η απόφαση αναφέρει “Η κοινότητα ζητά επίσης από µία Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας να αυτοδεσμευθεί, πριν την αναγνώριση, µε την υιοθέτηση συνταγματικών και πολιτικών εγγυήσεων τέτοιων, που να εξασφαλίζουν ότι δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις από ένα γειτονικό κοινοτικό κράτος και δεν θα διεξάγει εχθρικές προπαγανδιστικές δραστηριότητες εναντίον ενός γειτονικού κοινοτικού κράτους συμπεριλαμβανομένης της χρήσεως ονομασίας που υπαινίσσονται εδαφικές διεκδικήσεις”.

Ο Σαµαράς τηλεφωνεί στον Μητσοτάκη, ο οποίος δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά του και απαντά “Καλώς με ξύπνησες, πήρα μεγάλη χαρά”. Λίγο αργότερα ο Σαμαράς θα σχολιάζει δημόσια: “Χαίρομαι, γιατί μετά από προσπάθειες πολλών μηνών, οι αμετακίνητες προϋποθέσεις που είχε θέσει η ελληνική κυβέρνηση … για τη διευθέτηση των σχέσεών μας με τα Σκόπια, αναγνωρίστηκαν ως δίκαιες και ορθές από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα”.

Πίσω από τις κλειστές πόρτες

Το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1992 είναι καθοριστικό για την εξέλιξη της εθνικής μας υπόθεσης. Η Ουάσιγκτον αναθεωρεί τη βαλκανική της πολιτική. Στην αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής συμπεριλαμβάνεται και το Σκοπιανό. Στην Αθήνα, ο Μητσοτάκης αποφασίζει αλλαγή της στάσης του µε στόχο έναν, όσο το δυνατόν ταχύτερο, συμβιβασμό.

Ο Μητσοτάκης καλεί στις 4 Μαρτίου τον Σαµαρά και του ανακοινώνει: “… κρίνω σκόπιµο να προχωρήσουμε σε απευθείας συνεννόηση µε τα Σκόπια. Το αποφάσισα και θα ενημερώσω και τον Σωτήρχο [σ.σ Αμερικανό πρεσβευτή]. Και ο πιο κατάλληλος να αναλάβει την πρωτοβουλία αυτή είναι ο Τζούνης”. Η ιστορία του συνταξιούχου διπλωμάτη Ιωάννη Τζούνη δεν είναι τυχαία. Πολλοί του καταλογίζουν ότι, ως πρεσβευτής στην Άγκυρα, ήταν ο αρχιτέκτονας του δυσμενούς ελληνοτουρκικού µορφωτικού πρωτοκόλλου του 1968. Γι’ αυτό και ο υπουργός Εξωτερικών απαντά: “… δεν µπορώ να δεχθώ τον κ. Τζούνη να αναλάβει πρωτοβουλία για τη Μακεδονία”. Αλλά ο Μητσοτάκης είναι ανένδοτος. Ο Σαµαράς επιµένει. Υποστηρίζει πως “Θα είναι καταστροφικό ένα τέτοιο ταξίδι” και προσθέτει ότι “Βρίσκεται σε εξέλιξη η πρωτοβουλία του Πινέιρο [σ.σ Πορτογάλου υπουργού Εξωτερικών] και εµείς θα την αποδυναμώσουμε;”. Ο Μητσοτάκης δεν αλλάζει γνώµη και ο Σαμαράς τονίζει: “Μπορείτε να αποφασίσετε ότι θέλετε, αλλά πρέπει να αξιολογήσετε και τη στάση του υπουργού Εξωτερικών που διαφωνεί”. Ο Μητσοτάκης συνειδητοποιεί πως µια παραίτηση του Σαµαρά, εκείνη την ώρα, θα σήµαινε και ανατροπή της κυβέρνησής του. Τελικά αποφασίστηκε ότι ο Τζούνης θα κάνει µόνο ενημέρωση στα Σκόπια και όχι διαπραγμάτευση.

Στις 5 Μαρτίου φθάνει στην Αθήνα η επιστολή του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζ. Μπαίηκερ προς την πορτογαλική Προεδρία µε την αναγγελία αλλαγής της αμερικανικής πολιτικής. Μεταξύ άλλων, ο επικεφαλής του Σταί­ητ Ντιπάρτμεντ γράφει ότι “Αντιλαμβανόμαστε πως η αναγνώριση της Μακεδονίας αποτελεί ένα πρόβληµα για σας, όπως είναι και για µας, λόγω των ισχυρών αισθημάτων των Ελλήνων συµµάχων µας … Καλωσορίζουμε τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που εργάζεται … µε την Ελλάδα και τη Μακεδονία, για να δει  αν µπορεί να υπάρξει κάποιος τρόπος να συμφιλιωθούν οι θέσεις τους … Πρέπει να ερ­γαστούµε µαζί, για να βρούµε δρόµους μέσα από τους οποίους µπορούµε να ικανοποιήσουμε τις εύλογες ανησυχίες των Ελλήνων συµµά­χων µας … ενώ την ίδια στιγµή να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα ενός ανεξάρτητου κράτους, το οποίο αποκαλεί τον εαυτό του Μακεδονία ή κάποια παραλλαγή αυτού”. Η Αθήνα ερμηνεύει την επιστολή σαν τελεσίγραφο.

Στις 6 Μαρτίου, ο Σαµαράς προσέρχεται σε έκτακτη σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου, στην οποία συμμετέχουν, εκτός του ίδιου και του Μητσοτάκη, ο Μολυβιάτης ως εκπρόσωπος της Προεδρίας της Δημοκρατίας, ο Τζούνης ως άτυπος διπλωματικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού, ο Τσίλας ως διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του Μητσοτάκη και ο πρέσβης Καραγιάννης που µόλις είχε κληθεί από το Βελιγράδι. Ο Μητσοτάκης διαπιστώνει ότι “ Εξαντλήσαµε όλα τα περιθώρια µε αυτή την άκαµπτη γραµµή και πρέπει να αποφασίσουμε, τώρα, τι θα πράξοµε, αν την Τρίτη τεθεί θέµα αναγνώρισης της Μακεδονίας των Σκοπίων, από τους κοινοτικούς εταίρους µαζί με τους Αμερικανούς”. “Δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο”, διακόπτει ο Σαµαράς, ο οποίος διαπιστώνει ότι απόφαση για τα Σκόπια δεν θα ληφθεί άμεσα, διότι η Κοινότητα έχει δεσµευθεί µέχρι τις 6 Απριλίου να αναµένει τις προτάσεις του Πινέιρο. Στην απορία του Μητσοτάκη “Κι αν σε πιέσουν τι θα τους πεις;” Ο Σαμαράς απαντά ότι “Ισχύει η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου”.

Το “Πακέτο Πινέιρο”

Στο μεταξύ, η πορτογαλική Προεδρία συνεχίζε τις προσπάθειές της για την υλοποίηση της απόφασης της 16ης Δεκεμβρίου. Η πρωτοβουλία του υπουργού Εξωτερικών Ζοάο Πι­νέιρο και του πρέσβη Χοσέ Κουτιλέιρο δεν ζητούσε καμιά υποχώρηση της Ελλάδας. Απαιτούσε μόνο συμμόρφωση των Σκοπιανών στους τρεις όρους της Κοινότητας.

Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Μάρτιο του 1992, όταν ο Κουτιλέιρο επισκέφτηκε τα Σκόπια. Οι αρχικές θέσεις του Γκλιγκόροφ μεταφέρθηκαν στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία τις απέρριψε ως απαράδεκτες. Ακολούθησαν νέες συζητήσεις και το τελικό σχέδιο υπεβλήθη από τον Πινέιρο στον Σαμαρά την 1η Απριλίου στις Βρυξέλλες. Το “Πακέτο Πινέιρο” ικανοποιούσε τις περισσότερες ελληνικές θέσεις, αλλά ταυτόχρονα πρότεινε την ονομασία “Νέα Μακεδονία”.

O Κουτιλέιρο πρότεινε στην Αθήνα να εξεταστεί η ιδέα μιας διμερούς συμφωνίας για το απαραβίαστο των συνόρων. Η ελληνική πλευρά υπογράμμισε δύο σημεία: πρώτον, ότι το απαραβίαστο των συνόρων επιλύεται µε την τροποποίηση του Συντάγματος και, δεύτερον, ότι σε καµία περίπτωση δεν πρέπει να µετατοπισθεί η κοινοτική προσπάθεια σε µία διαπραγμάτευση. Ενόψει της δεύτερης κρίσιµης συνάντησης µε την πορτογαλική Προεδρία, οι αθέατες διεργασίες στην Αθήνα κορυφώνονται. Ο Μολυβιάτης µετα­φέρει την απάντηση του Καραμανλή στον υπουργό Εξωτερικών. Μολυβιάτης και Σαµαράς έχουν διαφορετικές απόψεις, αλλά Μητσοτάκης και Σαµαράς θα βρουν-προσωρινά-κάποια κοινή γλώσσα και ο Πρωθυπουργός θα εγκρίνει τη διαπραγματευτική τακτική για το “Πακέτο Πινέιρο”. Τα κυριότερα σημείου του “Πακέτου Πινέιρο” ήταν τα εξής:

  1. Υπογραφή Συνθήκης-Πλαισίου µεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων, κυρίως για την κατοχύρωση των υφισταμένων µεταξύ των δύο χωρών συνόρων.
  2. Ανταλλαγή επιστολών µεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και των Σκοπίων, στην οποία θα επαναλαμβάνονται οι αρχές που περιέχονται στη Συνθήκη-Πλαίσιο, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζεται η µη άσκηση εχθρικής προπαγάνδας σε βάρος της Ελλάδας. H επιστολή της Σκοπιανής Κυβέρνησης θα περιλαμβάνει παράγραφο με ξεκάθαρη τοποθέτηση των Σκοπίων πάνω στο ότι δεν υφίσταται “μακεδονική µειονότητα” στην Ελλάδα.
  3. Ως προς το όνοµα, οι λεγόμενοι “Μακεδόνες” θα έχουν το δικαίωµα να χρησιμοποιήσουν τον όρο “Μακεδονία” στην ονομασία με την οποία θα αναγνωρισθούν ως ανεξάρτητο κράτος, προσθέτοντας όµως έναν επιθετικό προσδιορισµό. Εισήγηση του Πινέιρο και όχι πρόταση, ήταν τα ονόματα “Νέα Μακεδονία” ή “Ανεξάρτητη Μακεδονία” ή “Κυρίαρχη Μακεδονία”.
  4.  Τροποποίηση του Σκοπιανού Συντάγματος, σύµφωνα µε τις προτάσεις που είχε υποβάλει η ελληνική πλευρά στην πορτογαλική Προεδρία.

Το “Πακέτο Πινέιρο” αποτελούσε ένα ελπιδοφόρο αλλά ατελές βήµα. Τα Σκόπια ξεκαθάρισαν, στο τελικό σχέδιο των διαπραγματεύσεων, ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει “µακεδονική µειονότητα” και δεσμεύονταν να καταργήσουν όλα τα επίµαχα άρθρα του Συντάγματός τους. Ο Πινέιρο σκόνταψε τελικά στην αδιαλλαξία της σκοπιανής ηγεσίας και αναγκάστηκε να προτείνει σύνθετο όνοµα.

Η διπλή ονομασία

Μετά την αποπομπή του Αντ. Σαμαρά από το υπουργείο Εξωτερικών, η αναποφασιστικότητα της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και οι φόβοι του Πρωθυπουργού για ανατροπή του, οδηγούν στην εθνικά επιζήμια πρόταση για διπλή ονοµασία, που προβλέπει ένα “επίσημο” και ένα “ανεπίσηµο” όνοµα για τα Σκόπια. Και ήταν εθνικά επιζήμια η πρόταση, διότι οι Σκοπιανοί θα υιοθετούσαν το όνοµα “Μακεδονία”. Και ακριβώς αυτό το όνο­µα έπρεπε να συνυπογράψει και η Ελλάδα στο πλαίσιο της λύσεως, αναγνωρίζοντας ότι δίπλα στα σύνορά της υπάρχει ένα κράτος “Μακεδόνων”. Από την άλλη, το “εξωτερικό” όνοµα για τις διεθνείς σχέσεις είναι γνωστό ότι παραµένει µόνο στα χαρτιά ή στα έδρανα των διεθνών οργανισµών, οπότε, µοιραία, επικρατεί το όνοµα της καθομιλουμένης, άρα η ονομασία “Μακεδονία” για τα Σκόπια.

Αν και θεωρητικά η ιδέα της διπλής ονομασίας ξεκίνησε από την αγγλική διπλωματία, πρακτικά η πατρότητά της ανήκει στην ελληνική κυβέρνηση. Πιο συγκεκριμένα, ο όρος χρησιμοποιήθηκε, για πρώτη φορά, από τον υφυπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Τζούνη στις 30 Μαΐου. Ο Τζούνης καταθέτει την ιδέα αυτή ως πρόταση της Αθήνας για την ομαλοποίηση των διµερών σχέσεων.

Στις 23 Ιουνίου του 1992, ο Έλληνας Πρωθυπουργός αποστέλλει στους ηγέτες των χωρών-µελών της Κοινότητας επιστολή, µε την οποία προτείνει και επίσηµα ως θέση της χώρας τη διπλή ονομασία. Οι προτάσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού γίνονται δεκτές µε ευχαρίστηση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Στη Σύνοδο της Λισσαβόνας, ο Μητσοτάκης επιδιώκει την καθυστέρηση της συζήτησης για το Σκοπιανό. Θέλει πρώτα να φτάσει ένα µήνυµα µέσω της αμερικανικής διπλωματίας. Πράγματι, την ώρα που οι ηγέτες της Κοινότητας συνεδρίαζαν, ο πολιτικός σύμβουλος της αμερικανικής Πρεσβείας Σαµ Φρόµοβιτς ενημερώνει την Αθήνα και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι έχει προωθηθεί η διπλή ονομασία.

Τελικά, τα συμπεράσματα της πορτογαλικής Προεδρίας επαναβεβαιώνουν τους τρεις όρους της 16ης Δεκεμβρίου του 1991 και αποκλείουν τον όρο “Μακεδονία”, χωρίς αναφορά στη διπλή ονομασία. Ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι το θέµα των Σκοπίων λύνεται οριστικά µε δικαίωση των ελληνικών θέσεων, ενώ στα Σκόπια, επειδή αναµενό­ταν άµεση αναγνώριση, προκαλείται κυβερνητική κρίση µε παραίτηση του Μαλέσκι από το υπουργείο Εξωτερικών.

Τις επόμενες μέρες, ο Πρωθυπουργός µελετά την οικονομική διάσταση της υπόθεσης των Σκοπίων και αισιοδοξεί πως ένα σχέδιο επενδύσεων µπορεί να αποτελέσει τη βάση και για την πολιτική προσέγγιση των δύο πλευρών. Όμως τα κυβερνητικά σχέδια δεν θα ευοδωθούν, λόγω της αδιαλλαξίας του Γκλιγκόροφ.

Η υιοθέτηση της διπλής ονομασίας προκαλεί τους προσεχείς µήνες νέους εσωκομματικούς τριγµούς στη Νέα Δημοκρατία µε παραίτηση του Σαµαρά από το βουλευτικό αξίωµα και µε ευθυγράμμιση της “οµάδας των τριών” (Δήµα, Έβερτ, Κανελλόπουλου) με την τακτική του Πρωθυπουργού. Στο διπλωματικό επίπεδο, η Ελλάδα δέχεται τον αιφνιδιασµό της αναγνώρισης της “Μακεδονίας” από τη Μόσχα.

Μέσα σε αυτό το κλίµα, ο Γκλιγκόροφ προχωρεί σε έξυπνες κινήσεις. Με επιστολή του προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Μπούτρος Γκάλι καταθέτει αίτηση ένταξης της χώρας του στον διεθνή οργανισµό, ώστε να πιέσει να φύγει το θέ­µα από το αφιλόξενο πεδίο της Ευρώπης. Παράλληλα ο Γκλιγκόροφ υιοθετεί, ως εθνικό σύμβολο, τον δεκαεξάκτινο Ήλιο της Βεργίνας. Ο Σκοπιανός πρόεδρος επιλέγει επίτηδες το ελληνικό σύμβολο, επειδή είχε σκοπό να το εγκαταλείψει αργότερα σαν δήθεν µεγάλη διαπραγματευτική υποχώρηση. Οι ελληνικές αντιδράσεις είναι υποτονικές.

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών εκείνης της εποχής έδωσε ο επίτιμος Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σε τηλεοπτική συνέντευξη στο MEGA Channel και τον Παύλο Τσίμα. Σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό, το 1992, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής άλλαξε στάση και δεν δεχόταν σύνθετη ονομασία. Μάλιστα ο Μητσοτάκης είπε πως η εσωκομματική αντιπολίτευση που είχε τότε, αποτελούταν από ανθρώπους που επηρέαζε ο Κ. Καραμανλής.

Στο Εδιμβούργο

Ο Γκλιγκόροφ ταξιδεύει στην Άγκυρα, όπου λαμβάνει διαβεβαιώσεις υποστήριξης, και στην Ουάσιγκτον, για να διερευνήσει τα περιθώρια αναγνωρίσεως της χώρας του από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι τα Σκόπια δεν µπορούν να ελπίζουν σε αναγνώριση στη συγκεκριμένη περίοδο, επειδή το θέµα βρίσκεται και θα παραµείνει εντός του πλαισίου της ΕΟΚ ενόψει της Συνόδου του Εδιμβούργου τον Δεκέμβριο και εν αναµονή των συμπερασμάτων του µεσολαβητή της αγγλικής Προεδρίας, πρέσβη Ρόµπερτ Ο’ Νηλ. Πληροφορούν, όμως, τον Γκλιγκόροφ ότι η Γερμανία και η Αγγλία αναζητούν µια νέα συμβιβαστική διαδικασία µέχρι το Εδιμβούργο και ότι στη συνέχεια η Ουάσιγκτον θα µπορούσε να µελετήσει τη στάση της για το εκκρεμές σκοπιανό αίτηµα ένταξης στον ΟΗΕ.

Στη συνάντηση Παπακωνσταντίνου-Ο’ Νηλ στη Βιέννη (22 Νοεμβρίου 1992), ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ρωτά: “Έχετε ήδη υπόψη σας κάποιο πιθανό όνοµα;” Ο Άγγλος διπλωμάτης απαντά “Μακεδονία-Σκόπια”. Για την εναλλακτική λύση του “Σλαβομακεδονία”, ο Άγγλος πρέσβης εκφράζει σκεπτικισμό και καταλήγει επισημαίνοντας ότι δεν ασχολείται καν µε την ιδέα της διπλής ονομασίας, επειδή τα κράτη πρέπει να έχουν ένα αναγνωρισμένο όνοµα.

Τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Εδιμβούργου, τον Δεκέμβριο του 1992 παρουσιάζονται, όπως και στην περίπτωση της Λισσαβόνας, σαν νέα εθνική επιτυχία. Η αλήθεια όµως είναι και πάλι διαφορετική. Το σχετικό απόσπασµα αναφέρει πως “Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέτασε την πολιτική του όσον αφορά στην αναγνώριση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας σε συνάρτηση µε τη δήλωση της Λισσαβόνας και βάσει της έκθεσης του ειδικού αντιπροσώπου της Προεδρίας”. Οι “12” υιοθετούν την έκθεση Ο’ Νηλ µε την ονομασία “Μακεδονία-Σκόπια” και, επιπλέον, εγκρίνουν τη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας 50 εκατομμυρίων ECU, χωρίς καµία πρόβλεψη για έλεγχο της ροής των κοινοτικών ενισχύσεων από την Ελλάδα, όπως προβλεπόταν στο “Πακέτο Πινέιρο”. Παρά τις αρνητικές εξελίξεις, ο Πρωθυπουργός δηλώνει ότι πρόκειται για αδιαμφισβήτητη επιτυχία και καθαρή ελληνική νίκη! Αλλά το 1993 θα φέρει ακόµα µε­γαλύτερες ελληνικές υποχωρήσεις που θα ανοίξουν το δρόµο του συμβιβασμού.

Η ένταξη στον ΟΗΕ

Για να συναινέσει στην ένταξη των Σκοπίων στον ΟΗΕ, η Ελλάδα ζητά νομικές και πολιτικές εγγυήσεις ότι το νέο κράτος δεν τρέφει εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της, παύει την εχθρική προπαγάνδα και τερματίζει τη χρήση ελληνικών συμβόλων-όπως είναι ο Ήλιος της Βεργίνας-ως σύμβολα της νέας αυτής Δημοκρατίας. Τελικά το τρίπτυχο «συνταγματικές εγγυήσεις, παύση εχθρικής προπαγάνδας, αλλαγή ονόµατος» διατηρείται µόνο ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του, ενώ το τρίτο “παγώνει” και αντικαθίσταται µε το αίτηµα αλλαγής της σηµαίας, η οποία απεικόνιζε τον Ήλιο της Βεργίνας. Δηλαδή, η Ελλάδα υποτάσσεται πλήρως στο τέχνασμα των Σκοπίων που υιοθέτησαν, εκ των υστέρων, το σύμβολο της Βεργίνας, ώστε να µπορούν να κρατήσουν στο απυρόβλητο την ψευ­τοµακεδονική τους ονομασία.

Ο Μητσοτάκης ενημερώνει την ίδια περίοδο τον Αμερικανό επιτετραμμένο της Πρεσβείας στην Αθήνα Τζαίηµς Ουίλιαµς για τον προβληματισμό του, θέτοντας τρία κυρίως ερωτήματα: πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνούν µε την ελληνική θέση ότι η εισδοχή ενός νέου κράτους στον ΟΗΕ δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη διµερή του αναγνώριση από τις χώρες-µέλη του; Δεύτερον, ειδικά η αμερικανική κυβέρνηση έχει λάβει κάποια απόφαση για την αναγνώριση ή µη των Σκοπίων; Τρίτον, πώς αντιμετωπίζει το Σταίητ Ντιπάρτμεντ την εξέλιξη του θέµατος µετά την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας;

Οι εξελίξεις στη Νέα Υόρκη είναι ταχύτατες. Το πρωί της 7ης Απριλίου του 1993 συγκαλείται η Επιτροπή Νέων Μελών. Μπαίνουν οι υπογραφές και συντάσσεται ένα τυπικό κείµενο, με το οποίο κρίνεται πως το νέο κράτος πληροί όλα τα κριτήρια για ένταξή του στον διεθνή οργα­νισµό (“απόφαση 817”). Με τη λήξη της διαδικασίας, o Βρετανός βοηθός υφυπουργού Εξωτερικών για θέµατα Νοτίου Ευρώπης Τζέρεµι Γκρήνστοκ, συναντάται με τον Έλληνα επιτετραμμένο στον ΟΗΕ Αναστάσιο Σκοπελίτη και του αναπτύσσει µάλλον δυσάρεστες απόψεις. Μεταφέρει την άποψη των νοµικών του Φόρεϊν Όφις ότι η βρετανική ψήφος στο Συμβούλιο Ασφαλείας υπέρ της εντάξεως εμπεριέχει και την έννοια της σιωπηρής αναγνωρίσεώς τους ως κράτος. Παρόµοια µηνύµατα φθάνουν από τη Βόννη και την Ουάσιγκτον.

Στην Ουάσιγκτον, ο Έλληνας Πρέσβης στον ΟΗΕ Χρήστος Ζαχαράκις επισκέπτεται τον Διευθυντή Νοτίου Ευρώπης του Σταίητ Ντιπάρτμεντ Νταίηβιντ Ράνσοµ. Ο Ζαχαράκις υποβάλλει το ερώτημα αν υπάρχουν συγκεκριμένες απαντήσεις επί των τριών ερωτημάτων που είχε θέσει ο Έλληνας πρωθυπουργός στον Αμερικανό επιτετραμμένο Ουίλιαµς και ο Ράνσομ δίνει ισάριθμες απαντήσεις: “πρώτα απ’ όλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες … συμφωνούν µε τη θέση σας ότι η εισδοχή ενός νέου κράτους στον ΟΗΕ δεν ισοδυναμεί αυ­τόµατα και µε την υποχρέωση ή την ανάγκη διµερών αναγνωρίσεων. Δεύτερον, … υπογραμμίζω ότι η αμερικανική διοίκηση δεν έχει, προς το παρόν, αποφασίσει ν’ αναγνωρίσει τη FYROM … Τρίτον, θέλουµε να δούµε τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς να εξελίσσεται οµαλά και να αποδώσει καρποφόρα αποτελέσματα το συντοµότερο δυνατόν”.

Από το βράδυ της 8ης Απριλίου, αλλά και ολόκληρο το επόμενο διήµερο, το Κέντρο Επικοινωνιών του υπουργείου Εξωτερικών δεν προλαβαίνει να λαµβάνει επείγοντα τηλεγραφήματα “µε έκτακτη επαφή” από τις διπλωματικές αρχές της χώρας µας σε ολόκληρο τον κόσµο. Κοινό-και δυσάρεστο-χαρακτηριστικό είναι ότι, παρά την παραίνεση του Παπακωνσταντίνου για διαβήματα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο του ΥΠΕΞ, οι Έλληνες διπλωμάτες δεν γίνονται δεκτοί από τους υπουργούς Εξωτερικών (μόνη εξαίρεση αποτελεί ο υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου Ζακ Πόος). Σε αυτή την υποβαθμισμένη διπλωματική επικοινωνία αντικατοπτρίζεται η διολίσθηση της διπλωματικής θέσης της Ελλάδας.

Αντίθετα, τα Σκόπια παραμένουν ανυποχώρητα. Από τα µέσα Δεκεμβρίου του 1992 µέχρι τις αρχές Απριλίου του 1993 έχουν καταφέρει να εξουδετερώσουν τα διπλωματικά ερείσματα της Ελλάδας στην Ευρώπη και, εξασφαλίζοντας τη στήριξη ή την ανοχή πολλών ισχυρών χωρών, να νοµιµοποιηθούν πλήρως µε την ένταξή τους στα Ηνωμένα Έθνη.

Ο … ενθουσιασµός για την ήττα ήταν µεγάλος, αλλά µέχρι τον Σεπτέμβριο του 1993, 35 χώρες, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοτικών πλην της Γαλλία, αναγνωρίζουν τα Σκόπια ως “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Επρόκειτο για άλλη µια επιτυχημένη κίνηση των Σκοπίων. “Θυσίασαν” μόνο τη σηµαία, που την είχαν υιοθετήσει ακριβώς για να διαπραγματεύονται κάτι χωρίς κόστος, ώστε να µπορούν να ενισχύσουν ακόµα περισσότερο τη θέση τους έναντι της Ελλάδας. Η Αθήνα εμπλέκεται τους επό­µενους µήνες σε µια επίπονη διαπραγμάτευση κατά την οποία η ίδια δεν γνωρίζει προς τα πού θέλει να πορευτεί, ενώ ο Γκλιγκόροφ ακολουθεί µε επιτυχία την τακτική του “ένα βήµα εµπρός και δύο πίσω”.

Η συνάντηση Μητσοτάκη-Κρίστοφερ

Το απόγευµα της 9ης Ιουνίου του 1993 έφτασε στην Αθήνα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ουόρεν Κρίστοφερ για την Υπουργική Διάσκεψη του ΝΑΤΟ και του Συμβουλίου Βορειοατλαντικής Συνεργασίας. Πιο σημαντική αποδεικνύεται-για την ελληνική πλευρά-η τελευταία ηµέρα της Συνόδου, η 11η Ιουνίου, οπότε η αμερικανική πλευρά θέτει τρία κυρίως θέµατα: την κατάσταση στη Βοσνία, τον µελλοντικό ελληνικό περιφερειακό ρόλο στα Βαλκάνια και το ζήτηµα των Σκοπίων.

Με την επίκληση της ανάγκης σταθερότητας και της πρόληψης νέων ανοιχτών µετώπων στα Βαλκάνια, ο Κρίστοφερ εκφράζει την ευχή να προχωρήσει µια οριστική διευθέτηση του θέµατος της ονομασίας στην προσεχή φάση της διαδικασίας. Ο Κρίστοφερ, γνωρίζοντας τις σημαντικές εσωτερικές πολιτικές δυσκολίες του Έλληνα πρωθυπουργού, εκδηλώνει την πρόθεση της Ουάσιγκτον για µια επίσηµη πρόσκλησή του στον Λευκό Οίκο. Ο Μητσοτάκης δεν είχε κρύψει ποτέ τη σημασία που απέδιδε σε µια πρόσκλησή του στην Ουάσιγκτον και στην οικοδόμηση προσωπικών σχέσεων µε τον εκάστοτε Αμερικανό πρόεδρο. Έτσι, το ενδεχόμενο µιας πρόσκλησης από τον Κλίντον, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, θα τόνωνε την εικόνα διεθνούς απήχησης του Μητσοτάκη και θα µπορούσε να αξιοποιηθεί ενόψει των-προγραμματισμένων για τον Απρίλιο του 1994-εκλογών.

Λίγο µετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών του µε τον Μητσοτάκη, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών παραχωρεί συνέντευξη τύπου στους Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους. Σε ερώτηση Ελληνίδας δημοσιογράφου αν προσκάλεσε τον Έλληνα πρωθυπουργό να επισκεφθεί επίσηµα την Ουάσιγκτον, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών αιφνιδιάζει, απαντώντας ως εξής: “η επίσκεψη του πρωθυπουργού Μητσοτάκη, το φθινόπωρο, συνδέεται µε τα γεγονότα στην Ελλάδα … Το δικό µου συμπέρασμα είναι ότι έρχονται εκλογές”. Οι δηλώσεις Κρίστοφερ προκαλούν σάλο στα ελληνικά µέσα ενημέρωσης και πραγματικό σοκ στην κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός, ο οποίος γνωρίζει την απήχηση που έχει για έναν ηγέτη η φήµη “τον θέλουν” ή “δεν τον θέλουν οι Αμερικανοί”, ζητεί από τους συνεργάτες του να κάνουν ότι είναι δυνατόν για να αντιστραφεί το κλίµα. Λίγη ώρα αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών Μιχάλης Παπακωνσταντίνου εκφράζει στον βοηθό υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Όξµαν τη δυσαρέσκεια της κυβέρνησης και ζητά διόρθωση. Ο Όξµαν δείχνει να αντιλαμβάνεται τις πολιτικές συνέπειες της δήλωσης στην Αθήνα, αλλά δεν είναι πρόθυµος να θυσιάσει το κύρος του πολιτικού του προϊσταμένου και της διπλωματίας της χώρας του. Τελικά επιλέχθηκε μια σολομώντεια λύση. Η λέξη “εκλογές” παρέμεινε, ώστε να µην µπορεί να επικριθεί ο Κρίστοφερ ότι µίλησε για ανύπαρκτο θέµα, ενώ µνηµονεύεται ότι κάθε σχετική συζήτηση ή απόφαση εξαρτάται µόνον από την Αθήνα, όπως συμβαίνει σε κάθε δημοκρατική πολιτεία.

Ο Κρίστοφερ βασίστηκε, πολύ απλά, σε ότι άκουσε! Ασφαλώς και είναι περίεργη η δημόσια αναφορά του σε εκλογές. Αλλά η κοινή λογική λέει ότι υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: από τη µια πλευρά, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αμερικανοί υπουργοί Εξωτερικών δεν θεωρούν την Ελλάδα … κέντρο του κόσµου, είναι αναµενόµενο ο Κρίστοφερ να αγνοεί τις λεπτομέρειες των ελληνικών εσωτερικών θεµάτων και να προχωρεί στη δήλωσή του χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για πρόωρες και όχι για προγραμματισμένες εκλογές. Από την άλλη πλευρά, αν οι υπεύθυνοι του Σταίητ Ντιπάρτμεντ για την Ελλάδα είχαν αναλύσει εκτενώς την κατάσταση και ο Κρίστοφερ θυµόταν µε ακρίβεια τις πολιτικές εξελίξεις στην Αθήνα, είναι φανερό ότι ήθελε να “βοηθήσει” τον Έλληνα πρωθυπουργό, με µια προειδοποίηση προς τους εσωτερικούς του αµφισβητίες ότι πλησιάζει η ώρα της αλήθειας.

Για την πρόβλεψη Κρίστοφερ περί εκλογών µπορεί να υπάρχουν πολλές ερμηνείες, αλλά η µόνη αβάσιμη είναι εκείνη που τον φέρει να δίνει “εντολή” για ανατροπή της κυβέρνησης. Η φιλολογία ξεκίνησε δυο-τρεις µήνες αργότερα, από το τότε “πρωθυπουργικό περιβάλλον” και είναι αλήθεια ότι, µε την αξιοποίηση της νεοελληνικής ροπής για σενάρια και ίντριγκες, υιοθετήθηκε από πολλούς.

Η ελληνική αντεπίθεση

Τελικά, το φθινόπωρο του 1993 έγιναν πρόωρες εκλογές, τις οποίες έχασε η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ σχημάτισε κυβέρνηση. Στις 16 Φεβρουαρίου του 1994, ο Παπανδρέου είχε καταλήξει στην επιλογή των οικονομικών αντιμέτρων σε βάρος των Σκοπίων και τα ανακοίνωσε στο λαό. Μεταξύ άλλων αποφασίστηκε η διακοπή της λειτουργίας του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στα Σκόπια και η διακοπή της διακίνησης εμπορευμάτων από και προς τα Σκόπια από το λιµάνι της Θεσσαλονίκης, µε εξαίρεση αυτά που ήταν απολύτως αναγκαία για ανθρωπιστικούς λόγους, όπως τρόφιµα και φάρµακα.

Από την πλευρά της αντιπολίτευσης παρατηρείται ανομοιογένεια θέσεων και αντιδράσεων. Ο Έβερτ δηλώνει ότι “Η ΝΔ είναι εθνικό κόµµα και έχει υποχρέωση να στηρίξει την ενιαία εθνική εξωτερική πολιτική της πατρίδας µας ”. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είναι σφόδρα αντίθετος µε τα µέτρα, ενώ ο Σαµαράς υπενθυμίζει ότι “Είχαµε προτείνει στον Πρωθυπουργό να επιλέξει µάχη ή παραίτηση. Έστω και καθυστερημένα, σήµερα προχώρησε στην απόφαση µάχης που επίµονα, εδώ και καιρό, ζητούµε. Η στήριξη και υποστήριξη αυτών των µέτρων είναι δεδοµένη από την Πολιτική Άνοιξη, αρκεί ο εθνικός µας αγώνας να δοθεί µε συνέπεια, σταθερότητα και σοβαρότητα σε όλα τα επίπεδα και χωρίς τις υπομονεύσεις ηττοπαθών συνειδήσεων”.

Η κίνηση της Αθήνας θορύβησε την Ουάσιγκτον, η οποία έκρινε ότι τα µέτρα αυτά εμπεριέχουν τον κίνδυνο εσωτερικής αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης των Σκοπίων. Η µετατόπιση των Βανς και Νίµιτς υπέρ του “µικρού πακέτου” (δηλαδή υπέρ της ομαλοποίησης των σχέσεων Αθηνών-Σκοπίων και επίλυσης του ζητήματος του ονόματος σε ύστερο χρόνο) γίνεται ευνοϊκά δεκτή από την Αθήνα.

Παράλληλα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας έχει δώσει την έγκρισή του για τη λειτουργία ενός-πολύ σημαντικού-µυστικού διαύλου επικοινωνίας µε τα Σκόπια. Πρωταγωνιστές των µυστικών επαφών ήταν δύο έμπειροι διπλωμάτες, ο Έλληνας Αλέξανδρος Μαλλιάς και ο Σκοπιανός Ιβάν Τοσέφσκι. Ταυτόχρονα µε τις αθέατες διεργασίες, ο Έλληνας υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννος Κρανιδιώτης µετέφερε στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Ντάγκλας Χερντ τη διαπραγματευτική προ­τίµηση της ελληνικής κυβέρνησης. Σε συνάντηση των δύο ανδρών, στις 18 Νοεμβρίου του 1994, ο Χερντ συμφωνεί ότι η αδιαλλαξία του Γκλιγκόροφ είναι εµφανής και πως πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα επιστροφής στο “µίνι πακέτο”, αλλά συστήνει στην Αθήνα να κάνει πρώτη μια κίνηση καλής θέλησης. Η Αθήνα απαντά πως το ζητούμενο δεν είναι πλέον η δική της ετοιμότητα, αλλά η εξωτερική πίεση προς τον Γκλιγκόροφ. Ο Χερντ δέχεται να αναλάβει την ευθύνη επανεκκίνησης της διαδικασίας και απευθύνεται στις δύο κυβερνήσεις προτρέποντας τες “… να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες … καταβάλλοντας προσπάθεια ταχείας διευθέτησης του θέµατος”.

Η “Ενδιάμεση Συμφωνία”

Τη σκυτάλη για την επίλυση του “Μακεδονικού” ζητήματος, αλλά και για την ειρήνευση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη έχει εντωμεταξύ αναλάβει ο Αμερικανός διαμεσολαβητής Ρίτσαρντ Χώλµπρουκ, ο οποίος προγραμματίζει την έναρξη της περιοδείας του από τη Λευκωσία, τη συνέχειά της στην Αθήνα και την Άγκυρα και την ολοκλήρωσή της στα Τίρανα και τα Σκόπια. Ο Αμερικανός αξιωματούχος, που βρίσκεται στην Αθήνα στις 5 και 6 Ιανουαρίου του 1995, συνομιλεί με τον Κρανιδιώτη στον οποίο συστήνει κατευνασµό των σχέσεων µε τα Σκόπια, αν και καταλογίζει τα βάρη της ευθύνης στην πλήρη αδιαλλαξία του Γκλιγκόροφ. Στα Σκόπια ο Χώλµπρουκ συναντάται µε τον Πρόεδρο της χώρας, Κίρο Γκλιγκόροφ και τον υπουργό Εξωτερικών Στέβο Τσερβενκόφσκι (8 Ιανουαρίου).

Όπως είχε πράξει και στην Αθήνα, ο Αμερικανός αξιωματούχος προβάλλει την ανάγκη κατευνασµού των σχέσεων, αλλά η απάντηση του Γκλιγκόροφ είναι αφοπλιστική: “Προτιµώ … να προεδρεύω σε ένα κράτος µε το όνο­µα Μακεδονία, έστω και υπό καθεστώς εμπάργκο, παρά σε ένα κράτος µε άλλο όνοµα και απαλλαγμένο από εμπάργκο!”.

Σε σύσκεψη στην Ουάσιγκτον µε εκπροσώπους της κοινοτικής “τρόικα”, στις 20 Ιανουαρίου, ο Χώλµπρουκ αναφέρεται ελάχιστα στην Αλβανία και τα Σκόπια, και αυτό µόνο όταν πρόκειται να συνδέσει την πορεία τους µε την ειρήνευση στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Την ίδια περίοδο, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ επικεντρώνει τη δραστηριότητά του στη δημιουργία του κλίματος κα­τευνασµού που κρίνει απαραίτητο ο Χώλµπρουκ για τη µελλο­ντική προσέγγιση Αθήνας-Σκοπίων.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, η ελληνική εξωτερική πολιτική αρχίζει να χάνει ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματά της στον βαλκανικό χώρο, όταν το Βελιγράδι εκφράζει στην Αθήνα τη σφοδρή δυσαρέσκειά του για µια σειρά αρνητικών ενεργειών της, όπως τη στάση της Ελλάδας σε δύο κρίσιµες ψηφοφορίες στον ΟΗΕ για την Κροατία και το Κοσσυφοπέδιο, ενώ εκφράζει απορία για την καθυστέρηση υπογραφής των συμφωνιών διαμετακομιστικού εμπορίου από το λιµάνι της Θεσσαλονίκης και αμοιβαίας κατάργησης των θεωρήσεων.

Κατά τους πρώτους µήνες του 1995, τα Σκόπια δείχνουν µια τόνωση της αυτοπεποίθησής τους στο διεθνές πεδίο. Στις συνομιλίες πολιτικών και διπλωματικών εκπροσώπων του µικρού κράτους µε ξένους αξιωματούχους, περνά το µήνυµα ότι “Εµείς δεν βιαζόμαστε και δεν θα κάνουµε καµιά κίνηση, πριν από την άρση του ελληνικού εμπάργκο”. Από τις αρχές Φεβρουαρίου, τα Σκόπια υλοποιούν επίσης µια άρτια σχεδιασμένη οικονομική εκστρατεία µε έµφαση στην προσέλκυση επενδύσεων στο έδαφός τους. Αρωγός της οικονομικής εκστρατείας και “αιμοδότης” του κράτους των Σκοπίων είναι ο Τζωρτζ Σόρος, ο οποίος, με τις επιλογές του, προσφέρει στα Σκόπια το περιθώριο επίδειξης πολιτικής αδιαλλαξίας.

Στις 6 Φεβρουαρίου, ο Βανς κρίνει απαραίτητο να διερευνήσει για άλλη µια φορά τις διαθέσεις των ενδιαφερομένων πλευρών, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος µε µια νέα επίδειξη αδιαλλαξίας του Στέβο Τσερβενκόφσκι. Ο πρέσβης της Ελλάδας στον ΟΗΕ Χρήστος Ζαχαράκις επαναλαμβάνει ότι, ενώπιον μιας τέτοιας αδιαλλαξίας, είναι αδύνατη η επανάληψη της διαδικασίας.

Στα μέσα Μαρτίου, ο Χώλµπρουκ αναλαμβάνει σημαντικές πρωτοβουλίες για την άρση του αδιεξόδου. Ζητά από τον Στέβο Τσερβεν­κόφσκι να ξεκινήσει νέο κύκλο διαβουλεύσεων µε τον ίδιο και τους διαμεσολαβητές των Ηνωμένων Εθνών Σάιρους Βανς και Μάθιου Νίµιτς. Το βάρος της διαπραγμάτευσης από την ελληνική πλευρά αναλαμβάνει αποκλειστικά ο πρέσβης Ζαχαράκις. Ο Σκοπιανός υπουργός Εξωτερικών Τσερβενκόφσκι συναντάται µε τους Βανς και Νί­µιτς και τους μεταφέρει, για άλλη µια φορά, την άρνηση του Γκλιγκόροφ να δεχθεί ονομασία που θα νόθευε την ακώλυτη χρήση της ονομασίας “Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Ωστόσο αφήνει, για πρώτη φορά, να διαφανεί η ετοιμότητα και του ιδίου και, πολύ περισσότερο, του Γκλιγκόροφ να συζητήσουν τον διαχωρισµό των µέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης από το όνοµα, αλλά και τα θέµατα της σηµαίας και του Συντάγματος, υπό την προϋπόθεση της εξασφάλισης οικονομικών ανταλλαγμάτων και ένταξης των Σκοπίων στους διεθνείς οργανισμούς. Για την αλλαγή στάσης των Σκοπιανών ενημερώνεται την ίδια ηµέρα και ο Ζαχαράκις, ο οποίος εκφράζει την ικανοποίηση της ελληνικής πλευράς.

Αν και οι Χώλµπρουκ, Βανς και Νίµιτς διατηρούν τις αμφιβολίες τους για τις πραγματικές διαθέσεις των Σκοπίων, αποφασίζουν να αξιοποιήσουν την ευκαιρία. Ο Βανς επιδίδει, στις 15 Μαρτίου του 1995, στους Τσερβενκόφσκι και Ζαχαράκι έγγραφα που περιέχουν την τελική µορφή των προτάσεών του για την οικοδόμηση µέτρων εμπιστοσύνης. Το προσχέδιο προβλέπει την αλλαγή της σηµαίας των Σκοπίων, την αναθεώρηση των αµφιλεγόµενων άρθρων του Συντάγματος και τον τερματισμό εφαρμογής των ελληνικών οικονομικών αντιμέτρων. Οι συζητήσεις για την ονομασία διευκρινίζεται ότι θα συνεχιστούν, χωρίς να περιλαμβάνονται στο υπό εξέταση προσχέδιο. Ο Βανς θέτει προθεσμία 24 ωρών µόλις για να υπάρξει η οριστική απάντηση των κυβερνήσεων Ελλάδας και Σκοπίων, για το εάν αποδέχονται το προσχέδιο ή όχι. Ελλάδα και Σκόπια απαντούν θετικά.

Εντωμεταξύ στην Αθήνα, ο επιτετραμμένος της αμερικανικής Πρεσβείας Τοµ Μίλερ ενημερώνει εμπιστευτικά τον Πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Μιλτιάδη Έβερτ, για το περιεχόμενο των διαβουλεύσεων της Νέας Υόρκης και αξιώνει από τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας να µην προβάλει σημαντικά εµπόδια στην επικείμενη διαδικασία συμβιβασμού Ελλάδας-Σκοπίων. Ο Έβερτ αποφεύγει την κατηγορητική του δέσμευση και προσέχει να µην είναι απόλυτος στις διατυπώσεις του. Ωστόσο, γίνεται φανερό ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν θα υπομονεύσει τη συμβιβαστική τακτική του Παπανδρέου, ούτε και θα την καταστήσει θέµα αιχµής στην κριτική του προς την κυβέρνηση.

Με δεδομένο το κλίµα συνδιαλλαγής στην Αθήνα και τα Σκόπια, ο Βανς προσκαλεί τα δύο µέρη σε συνομιλίες, στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών (Νέα Υόρκη). Η ελληνική κυβέρνηση σπεύδει να ανακοινώσει την αποδοχή της πρόσκλησης Βανς, αλλά οι Σκοπιανοί δείχνουν σηµάδια υπαναχώρησης. Τελικά, θα απορρίψουν την πρόταση του διαμεσολαβητή Βανς, καθώς για την ίδια ακριβώς ηµέρα έχει προγραμματιστεί και η κατάθεση της εισήγησης του γενικού εισαγγελέα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με τη νομιμότητα των οικονομικών μέτρων που έλαβε η Ελλάδα κατά των Σκοπίων. Τα Σκόπια υπολογίζουν ότι, αν η εισήγηση στο Ευρωδικαστήριο είναι αρνητική για την Ελλάδα, τότε η Αθήνα θα αναγκαστεί να άρει το εμπάργκο και να προσέλθει µε µειωµένη ισχύ στη διαπραγμάτευση. Αν η εισήγηση αναγνωρίζει την ορθότητα της λήψης των µέτρων, είναι και πάλι σαφές ότι, µέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, οι εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνεχίσουν τις πιέσεις τους προς την Ελλάδα, εξασθενώντας και πάλι τη διαπραγματευτική της θέση.

Στις 6 Απριλίου, η ελληνική εξωτερική πολιτική κερδίζει µια σημαντική µάχη µε τη δημοσιοποίηση της εισήγησης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ο γενικός εισαγγελέας Φράνσις Τζέικοµπς επισημαίνει ότι τα οικονομικά αντίμετρα αποτελούν πολιτική κίνηση της Ελλάδας και εισηγείται την απόρριψη της προσφυγής της Κοµισιόν και την καταδίκη της στην καταβολή των δικαστικών εξόδων. Η εισήγηση του Τζέικοµπς προκαλεί την οργισμένη αντίδραση του υπουργείου Εξωτερικών των Σκοπίων Τσερβενκόφσκι.

Στις 8 Απριλίου, ο Χώλµπρουκ φθάνει στην Αθήνα για επαφές. Οι κινήσεις του δεν περιορίζονται μόνον στην πλευρά της κυβέρνησης, αλλά στρέφονται και προς την επιβεβαίωση της σύµφωνης στάσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπέρ του προσχεδίου Βανς.

Στο µεταξύ, ο Τσερ­βενκόφσκι μεταφέρει στον Βανς την άποψη του Γκλιγκόροφ ότι οι προτάσεις του αποτελούν µια αποδεκτή βάση και ζητεί πίστωση χρόνου µέχρι τα τέλη Μαΐου. Η νέα υπόσχεση των Σκοπιανών γίνεται δεκτή µε ικανοποίηση από την Αθήνα. Στις 8 Μαΐου όμως, ο Σκοπιανός πρόεδρος εγκαταλείπει ακόµα και την ιδέα µιας µυστικής συνδιαλλαγής µε την Αθήνα. Μέσω του Τσερβενκόφσκι, που έχει πολύ συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες µε τον Βανς, ενημερώνει ότι δεν µπορεί να συζητήσει καµιά εναλλακτική διαδικασία, αν δεν έχει τερματιστεί προηγουμένως η εφαρμογή των ελληνικών αντιμέτρων.

Οι Βανς και Νίµιτς αναλαμβάνουν νέα πρωτοβουλία πίεσης του Γκλιγκόροφ. Αρχικά, ο Σκοπιανός ηγέτης επιµένει ότι η διατήρηση των ελληνικών µέ­τρων δεν βοηθά στη δημιουργία προϋποθέσεων διαλόγου. Αργότερα όµως κάµπτεται και υπόσχεται ότι δεν θα επιµείνει σε µια προκαταβολική χειρονομία της Ελλάδας. Οι δύο διαμεσολαβητές δεν κρύβουν τον ενθουσιασµό τους και ζητούν, επιπλέον, την αποστολή δεσμευτικής επιστολής του Γκλιγκόροφ µέχρι το βράδυ της 31ης Μαΐου, ώστε να ορίσουν την έναρξη απευθείας επαφών µέ­σα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου. Ο Γκλιγκόροφ δεν θα συντάξει, ούτε αυτή τη φορά, την επιστολή. Προτιµά, για πολλοστή φορά, να κερδίσει χρόνο. Τελικά, το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, Αθήνα και Σκόπια µεταφέρουν στη γενική γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών την καταρχήν αποδοχή και από τις δύο πλευρές του κειμένου της “Ενδιάμεσης Συμφωνίας”.

Επειδή για πρώτη φορά είναι ορατή η αποχώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου από το πολιτικό προσκήνιο, η αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα αρχίζει μια διαδικασία διερεύνησης του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, που κρατά αρκετές ηµέρες. Με δεδομένα τα προβλήματα υγείας του Παπανδρέου, το κύριο ερώτημα είναι αν ο Πρωθυπουργός θα µπορεί να προσφέρει βιώσιµες λύσεις ή αν τα προβλήματα θα επιδεινωθούν σε µια επικείμενη περίοδο αστάθειας και αβεβαιότητας. Η αμερικανική Πρεσβεία εκτιµά πως οι όποιες σημαντικές εκκρεμότητες πρέπει να δρομολογηθούν σύντοµα, διότι ο χρόνος δουλεύει κατά του κ. Παπανδρέου.

Η αγωνία των Αμερικανών διπλωματών για την αξιοποίηση της συγκυρίας είναι μεγάλη και ζητούν από τον Ανδρέα Παπανδρέου να συναντηθεί διαδοχικά µε τους διαμεσολαβητές Νίµιτς και Χώλ­µπρουκ µέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου. Ωστόσο, το διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού ενημερώνει την αμερικανική πλευρά ότι, λόγω και των διακοπών, δεν µπορεί να πραγματοποιηθεί συνάντηση πριν από τις 20 Αυγούστου.

Οι Αμερικανοί εκνευρίζονται από την καθυστέρηση και αποφασίζουν, στο διάστηµα που µεσολαβεί, να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες προς την πλευρά των Σκοπίων. Ο Νίµιτς επισκέπτεται, στις 2 Αυγούστου, τα Σκόπια. Εκεί δεν κερδίζει τίποτα περισσότερο από την επανάληψη της καταρχήν συναίνεσης για το κείμενο της “Ενδιάμεσης Συμφωνίας”. Η ουσιαστική επανεκκίνηση του θέµατος εξαρτάται τώρα από την Αθήνα και συγκεκριμένα από τη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης να άρει ή να διατηρήσει τα οικονομικά αντίμετρα. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Τόμας Νάιλς αναλαμβάνει να διερευνήσει τις προθέσεις του Παπανδρέου σε συνάντησή τους, στο σπίτι της Εκάλης, το βράδυ της 22ας Αυγούστου. Ο Νάιλς προτείνει δύο λύσεις: πρώτον, την υποβολή δήλωσης που να ξεκαθαρίζει τη βούληση της Ελλάδας να άρει τα µέτρα αν τα Σκόπια προχωρήσουν στις συνομιλίες και συμφωνήσουν στην αλλαγή της σηµαίας τους. Δεύτερον, την προσωρινή άρση των µέτρων, ακόµα και για λίγες ώρες πριν από την έναρξη του διαλόγου, µε την πρόβλεψη ότι θα µπορεί να εφαρμοστεί και πάλι, αν οι Σκοπιανοί υπαναχωρήσουν. Ο Παπανδρέου απορρίπτει τη δεύτερη πρόταση, ενώ για την πρώτη υπόσχεται ότι “θα µελετηθεί”.

Την επομένη ηµέρα συγκαλείται σύσκεψη στο υπουργείο Εξωτερικών υπό την προεδρία του υπουργού Εξωτερικών Κάρολου Παπούλια και µε τη συμμετοχή του υπουργού Τύπου Ευάγγελου Βενιζέλου και του πρέσβη Χρήστου Ζα­χαράκι που έχει κληθεί επειγόντως από τη Νέα Υόρκη. Ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ τάσσεται κατά µιας διαδικασίας που προσφέρει πλεονέκτημα στα Σκόπια, ενώ απορριπτικοί είναι οι Παπούλιας και Βενιζέλος. Ο Πρωθυπουργός ενημερώνεται και συμφωνείται η διαπραγμάτευση µε τον Χώλµπρουκ να γίνει από µηδενική βάση.

Η άφιξη του Χώλµπρουκ στην Αθήνα αναβάλλεται συνεχώς λόγω των ραγδαίων εξελίξεων στη Βοσνία, καθώς οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ είχαν αρχίσει. Ο Χώλµπρουκ φτάνει στην Αθήνα στις 4 Σεπτεμβρίου συνοδευόμενος από τον Αμερικανό επιτετραμμένο Τοµ Μίλερ, αναφέρει πολύ λιτά: “Είµαι προσωπικά εξουσιοδοτημένος από τον πρόεδρο Κλίντον να βρω λύση στο πρόβληµα µε τα Σκόπια που δεν θα πρέπει να αποτελέσει εµπόδιο στις προσπάθειές µας για ειρήνευση στη Βοσνία … Στόχος µου είναι να έχω ξεμπλέξει την κατάσταση µέσα στις επόµε­νες 24 ώρες”.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος προτείνει µια συναλλαγή των δύο κυβερνήσεων: τα Σκόπια θα προσέλθουν στη διαπραγμάτευση της Νέας Υόρκης άνευ όρων, ενώ η Ελλάδα θα δεσμευόταν να δεχθεί λύση για την ονομασία µέσα σε τρεις ή και σε δύο µήνες. Ο Παπούλιας απαντά πως το νέο πλαίσιο πρέπει να τεθεί υπόψη του Πρωθυπουργού.

Ο Χώλµπρουκ συνομιλεί λίγο αργότερα και µε τον Έλληνα πρωθυπουργό. Ο Αμερικανός επισκέπτης επαναλαμβάνει την ανάγκη ουσιαστικής προόδου µέσα σε 24 ώρες. Ο Παπανδρέου δέχθηκε την εισήγηση και ο Αμερικανός απεσταλμένος προτείνει στον Πρωθυπουργό την άµεση έναρξη απευθείας επαφών µε τα Σκόπια, χωρίς όρους, αλλά και µε την ελληνική δέσμευση ολοκλήρωσης της συζήτησης και του ονόµατος σε δύο µήνες. Η ελληνική πλευρά διαπιστώνει πως ο ορισµός του διµήνου εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Αντιπροτείνει ο χρονικός προσδιορισµός να µην αφορά την επίλυση του θέµατος, αλλά την έναρξη νέας ειδικής διαπραγματευτικής διαδικασίας που θα βασίζεται και στο βελτιωμένο κλίµα που θα έχει δημιουργήσει προηγουμένως η “Ενδιάμεση Συμφωνία”. Πάντως, ούτε και αυτή η εναλλακτική πρόταση υιοθετείται τελικά. Έτσι συμφωνείται ο Αμερικανός αξιωματούχος να αναχωρήσει αµέσως για τα Σκόπια, να υπάρχει διαρκής επαφή µε την Αθήνα και, όταν εξασφαλισθεί η καταρχήν συναίνεση, να υπάρξουν ταυτόχρονες ανακοινώσεις στις δύο πρωτεύουσες και στην Ουάσιγκτον.

Δύο ώρες αργότερα, το απόγευμα της 4ης Σεπτεμβρίου, ο Χώλµπρουκ συζητά µε τον Γκλιγκόροφ. Ο Γκλιγκόροφ συμφωνεί, χωρίς ειδικότερη συζήτηση, να μην επιμείνει στην άρση των οικονομικών αντιμέτρων. Η διαδικασία των ανακοινώσεων από τους Αμερικανούς αξιωματούχους υπήρχε από την αρχή στο σχεδιασµό του Χώλµπρουκ, ο οποίος έβλεπε ότι η σαφής παρέμβαση και πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών έπειθε τη µία κυβέρνηση για την ειλικρίνεια της δεύτερης. Η ίδια τακτική εξυπηρετούσε επίσης τους Παπανδρέου και Γκλιγκόροφ, επειδή δεν προχωρούσαν οι ίδιοι στις δηλώσεις του συμβιβασμού προς τους δύο λαούς και περιόριζε, σε κάποιο βαθ­µό, το πολιτικό τους κόστος. Με τη διαφορά, ασφαλώς, ότι περιοριζόταν ταυτόχρονα και η έννοια της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας της ελληνικής κυβέρνησης. Γιατί δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο µια απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ανακοινώνεται από αλλοδαπό διπλωμάτη διαπιστευμένο στην Αθήνα.

Η επίτευξη της καταρχήν συμφωνίας προκαλεί σοκ στην ελληνική κοινή γνώµη, αλλά όχι και την οργή ή την έκρηξη αντίδρασης που θα ανέµενε κανείς δύο χρόνια νωρίτερα και υπό άλλη κυβέρνηση. Η δημοτικότητα του πρωθυπουργού αποτελεί το φίλτρο απορρόφησης των κραδασμών και της αγανάκτησης της ευρείας µάζας των Ελλήνων.

Το παιχνίδι της µοίρας έµελλε να καταστήσει τον συμβιβασμό ως την τελευταία σοβαρή πολιτική πράξη του Παπανδρέου, πριν από την ασθένειά του και µάλιστα σε µια περίοδο που, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για το αν διατηρούσε πλήρως τις πνευματικές του δυνάµεις και την αναλυτική του ικανότητα για την εξωτερική πολιτική.

Η τελική φάση της διαπραγμάτευσης άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου, στα Ηνωμένα Έθνη. Ο Γκλιγκόροφ, φοβούμενος τις εσωτερικές αντιδράσεις, έστειλε το µήνυµα ότι δεν µπορεί να υπογράψει, αν προηγουμένως δεν υπάρξει γραπτή ελληνική δέσμευση για την άρση των µέτρων. Αλλά η ελληνική αντιπροσωπεία, υπό τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια, απάντησε πως δεν είχε συμφωνηθεί τίποτα για άρση των οικονομικών αντιμέτρων. Ο Χώλµπρουκ αναλαμβάνει και πάλι δράση για να εξηγήσει στον Στέβο Τσερβενκόφσκι ότι η κατοχύρωση, που επί µήνες ζητούσε, για τη µη επιβολή εμπάργκο και στο µέλλον, υπάρχει στο άρθρο 8 της προς υπογραφή συμφωνίας και δεν υπάρχει λόγος να επι­µείνει. Ο Σκοπιανός υπουργός Εξωτερικών δεν πείθεται και ο Χώλµπρουκ του θέτει προθεσμία-τελεσίγραφο µέχρι το µεσηµέρι της 13ης Σεπτεμβρίου.

Τελικά, την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου του 1995, οι Κάρολος Παπούλιας και Στέβο Τσερβενκόφσκι υπέγραψαν την “Ενδιάμεση Συμφωνία”. Η Ελλάδα αναγνώρισε το νέο κράτος ανεπιφύλακτα (άρθρο 1), δεσμεύτηκε να μην θέσει βέτο για την ένταξη των Σκοπίων στους διεθνείς οργανισμούς (άρθρο 11) και προσέφερε ελεύθερη πρόσβαση στο λιµάνι της Θεσσαλονίκης (άρθρο 13). Με το άρθρο 8, η ελληνική πλευρά παραχώρησε το µοναδικό µέσο πίεσης, τα οικονομικά αντίμετρα, µε αντάλ­λαγµα την παραπομπή του ονόµατος σε µια αόριστη µελλοντική διαπραγμάτευση. Όσο για τα Σκόπια, δεν κατάργησαν τα αλυ­τρωτικά άρθρα του Συντάγματός τους, προσφέροντας µόνον µια ερμηνευτική δήλωση που θέλει να πείσει ότι οι επίµαχες διατάξεις εννοούν άλλα από ότι διαβάζει κάθε λογικός άνθρωπος.