Το Κυπριακό και το ισοζύγιο ισχύος Ελλάδας-Τουρκίας

Δημοσιεύθηκε: Σεπτέμβριος 10, 2017

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης

Υπεύθυνος Ερευνητικού Προγράμματος Μέσης Ανατολής – ΕΛΙΑΜΕΠ

Μετά από έξι μήνες παρασκηνιακών ζυμώσεων για την επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό, «το θέατρο της διπλωματίας του αδιεξόδου» καλά κράτησε στα θέρετρα της Ελβετίας. Όπως και στις συζητήσεις τον Ιανουάριο του 2017 επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά, στο Κραν Μοντανά, απλώς το αδιέξοδο που έχει επικρατήσει, εδώ και αρκετά χρόνια, στην προοπτική επίλυσης αυτού του χρόνιου προβλήματος για την γεωπολιτική ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.

Γνωρίζοντας ότι το Κυπριακό έχει περάσει από διάφορα στάδια στις τέσσερις και πλέον δεκαετίες που πέρασαν από την τουρκική εισβολή του 1974, είναι πάγια η εικόνα των μακρών περιόδων διπλωματικής σιγής με ακανόνιστες διαπραγματεύσεις που δημιουργούν πρόσκαιρη αισιοδοξία την οποία διαδέχονται σύντομα η απογοήτευση και η περισυλλογή για το μέλλον της Κύπρου.

Η λεγόμενη εκατέρωθεν «διπλωματία του αδιεξόδου» είναι μία γενικά μάταιη διπλωματική διαδικασία η οποία δεν έχει βάσιμες προοπτικές λύσης λόγω του ελλειμματικού ισοζυγίου ισχύος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας υπέρ της δεύτερης αυτή την στιγμή, αλλά και επειδή η λύση στο Κυπριακό δεν συνάδει με τα γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή που συνδέονται με το Παλαιστινιακό, δηλαδή την παράνομη κατοχή της Παλαιστίνης από το Τελ Αβίβ. Το εν λόγω ελλειμματικό ισοζύγιο συγκρούεται με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, όταν αυτό συγκρούεται με το Δίκαιο του Ισχυρού.

Στο πλαίσιο της αλλαγής των διεθνών συγκυριών, συμπεριλαμβάνεται, κυρίως, το Παλαιστινιακό Ζήτημα με το οποίο το Κυπριακό συνδέεται γεωπολιτικά όχι απλώς επειδή οι περιοχές γειτνιάζουν άμεσα, αλλά και διότι οι καταστάσεις τόσο στην Κύπρο, όσο και την Παλαιστίνη, παρουσιάζουν, πέραν των διαφορών τους, ιδιαίτερες ομοιότητες σε σχέση με το διεθνές δίκαιο σχετικά με την έννοια της κατοχής, του εποικισμού των κατεχομένων κ.λπ. Επιπλέον, τα δύο προβλήματα, Κυπριακό και Παλαιστινιακό, συνδέονται άμεσα και σε επίπεδο γεωπολιτικής στρατηγικής των περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων που καθορίζουν τον χάρτη των συμφερόντων τους στην περιοχή. Μάλιστα η συγκεκριμένη παράμετρος του Παλαιστινιακού είναι καθοριστικής σημασίας για τη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην Κύπρο, στοιχείο το οποίο δεν έχει λάβει υπόψη της η Αθήνα, σε αντίθεση με την Λευκωσία. Όταν το πράξουν και οι δύο, έχοντας την αρετή της υπομονής ήδη αναπτυγμένη στον απαιτούμενο βαθμό, τότε θα είναι σε θέση να διεκδικήσουν την δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.

Για να υπάρξει βιώσιμη και δίκαιη λύση στο Κυπριακό θα πρέπει η εν λόγω λύση να είναι σύμφωνη με την αρχή της διεθνούς νομιμότητας επί τη βάσει των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και ρεαλιστική, δηλαδή να ταιριάζει με τις διεθνείς συγκυρίες και να αντανακλά την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Ρεαλισμός και δίκαιο είναι έννοιες, οι οποίες σπάνια ταυτίζονται στην πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις.

Συνεπώς, δεν είναι προς το συμφέρον της ελληνοκυπριακής πλευράς να επιζητεί λύση τη δεδομένη χρονική στιγμή. Σε αντίθεση με την Άγκυρα, που προσπαθεί να εξαργυρώσει την γεωπολιτική της ισχύ σε άμεση και επωφελή γι’ αυτήν λύση του Κυπριακού με βάση τις απαιτήσεις της για ασφάλεια και εγγυήσεις, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να περιμένει τον καιρό, μεσοπρόθεσμα, κατά τον οποίο η ελληνοκυπριακή πλευρά και η Ελλάδα θα έχουν αυξήσει την γεωπολιτική τους επιρροή, λόγω Κουρδικού, στην περιοχή και ευρύτερα, αλλά θα ευνοούνται και από τις γεωπολιτικές συγκυρίες για να επιδιώξουν δίκαιη λύση στο Κυπριακό επί ίσοις όροις ισχύος και επιρροής.