Το διπλωματικό παρασκήνιο του Μεταναστευτικού

Δημοσιεύθηκε: Φεβρουάριος 18, 2016

Του Αλέξανδρου Τάρκα

Η αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης από το ΣΥΡΙΖΑ και τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα -σε επίπεδο αντίληψης, σχεδιασμού και χειρισμών- έχει χαρακτη­ριστικά σχεδόν ταυτόσημα με εκείνα που παραλίγο να φέρουν το Grexit και οδήγησαν στο τρίτο Μνημόνιο πέρυσι το καλοκαίρι:

Πρώτον, μη συνειδητοποίηση της απλής αλήθειας ότι οι συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεων της ελληνικής κυβέρνησης μπορεί να μεταβάλλονται ή εξουδετερώνονται από τις κινήσεις και τα συμφέροντα άλλων κρατών.

Τον Ιανουάριο του 2015, ο Πρωθυ­πουργός θεωρούσε (και το υποστήριζε σχεδόν ευθέως) ότι η αξιοποίηση των διαφορών ΗΠΑ-Γερμανίας και η δυνατότητα εναλλακτικής χρηματοδότησης από τη Ρωσία ή την Κίνα θα οδηγούσαν σε περιφανή νίκη της νέας κυβέρνησης εντός της Ευρωζώνης. Χρειάστηκε να φθάσουμε στον Ιούλιο του 2015, για να αντιληφθεί η κυβέρνηση πως η όποια αμερικανική υποστήριξη μπορούσε να δοθεί μόνον με αποδοχή των ευρωπαϊκών όρων από την πλευρά της Ελλάδας. Το Πεκίνο έστειλε το μήνυμα ότι οι όποιες επενδύσεις του θα γίνονταν μόνον υπό την προϋπόθεση αποτροπής του Grexit, ενώ η Μόσχα εξοργίστηκε από την ελληνική πρόθεση εκμετάλλευσής της έναντι της Ε.Ε.

Κατά παρόμοιο τρόπο, ο κ. Τσίπρας και η υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής (την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2015) Τ. Χριστοδουλοπούλου είχαν την ιδεοληψία διευκόλυνσης της κίνησης υπηκόων τρίτων χωρών. Η απόφασή τους οδήγησε στο ουσιαστικό άνοιγμα των συνόρων και στην παροχή εγγράφων διαμονής και κίνησης διαρκείας έξι μηνών. Και μόνον αυτή η κίνησή τους αρκούσε για να δοθεί το μήνυμα σε πραγματικά αναξιοπαθούντες πρόσφυγες από εμπόλεμες ζώνες, σε οικονομικούς μετανάστες και στα κυκλώματα που εκμεταλλεύονται αμφότερους να επιλέξουν ως ιδανική πύλη εισόδου στην Ε.Ε. την Ελλάδα.

Φυσικά, οι επιλογές Τσίπρα-Χριστοδούλου δεν αρκούσαν, από μόνες τους, να προκαλέσουν όσα τραγικά ακολούθησαν. Αν και οι αριθμοί των παράνομα εισερχομένων στην Ελλάδα άρχισαν να αυξάνονται εντυπωσιακά από το Μάρτιο ως τον Ιούνιο του 2015, η πραγματική έκρηξη σημειώθηκε στα μέσα Ιουλίου. Η καγκελάριος της Γερμανίας Α. Μέρκελ λόγω των δικών της εσωτερικών προτεραιοτήτων διακήρυξε δημόσια ότι οι μετανάστες είναι ευπρόσδεκτοι στη χώρα της και χρήσιμοι για τη γερμανική και ευρωπαϊκή οικονομία. Όταν πολύ γρήγορα (ήδη από τα τέλη Αυγούστου) η κα. Μέρκελ άρχισε να διαφοροποιεί την πολιτική της (και τώρα πια σχεδόν τον αντιστρέφει) ήταν αργά ίσως για την Ε.Ε. και, σίγουρα, για την Ελλάδα.

Δεύτερον, υποβάθμιση της αρμοδιότητας και των προτάσεων των κατεξοχήν αρμόδιων φορέων και υπηρεσιών. Στην περίπτωση της οικονομίας, το Μέγα¬ρο Μαξίμου δεν ελάμβανε υπόψη τις εκτιμήσεις της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην Ε.Ε., τις προβλέψεις της Τραπέζης της Ελλάδας και τα ίδια τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κατά την, αλήστου μνήμης, εποχή Βαρουφάκη.

Ομοίως, οι επισημάνσεις του υπουργείου Εξωτερικών, ο σχεδιασμός του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, της ΕΛ.ΑΣ. και του Λιμενικού Σώματος για την ανάσχεση των μεταναστευτικών ροών σχεδόν πετάγονταν στο καλάθι μέχρι και τα τέλη του περασμένου καλοκαιριού. Η μεγάλη αύξηση των παράνομα εισερχομένων ατόμων συνέπεσε, κατά ευτυχή συγκυρία, με την προκήρυξη των εκλογών του Σεπτεμβρίου.

Η υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό την πρόεδρο του Αρείου Πάγου Β. Θάνου χειρίστηκε αποφασιστικά το θέμα με τη συνδρομή του Προέδρου της Δημοκρατίας Π. Παυλόπουλου τόσο στο εσωτερικό, όσο και στην Ε.Ε. Το σοκ της έκρηξης του Μεταναστευτικού απορροφήθηκε από τις προτεραιότητες της προεκλογικής περιόδου και διευκόλυνε -έστω και καθυστερη­μένα- την προσαρμογή της (δεύτερης) κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα.

Οι εξελίξεις μετά τον Οκτώβριο

Η μετεκλογική τακτική ήταν και παραμένει διαφορετική από εκείνη της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δυστυχώς η καθυστέρηση προσαρμογής ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μην μπορεί πλέον να αντιστραφεί η τάση επιδείνωσης του προβλήματος.

Το υπουργείο Εξωτερικών, και ειδικά ο πολιτικός προϊστάμενός του Νίκος Κοτζιάς, υλοποίησαν, από τις αρχές Οκτωβρίου, μια συντονισμένη προσπάθεια ενημέρωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρκετών κυβερνήσεων των χωρών-μελών της Ε.Ε. Κύριος αρχικός στόχος ήταν η απόρριψη (και η αποτροπή επανάληψης) των αδιανόητων σκέψεων περί κοινών περιπολιών Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο, ενώ τονιζόταν η χρησιμότητα συντονισμένων επιχειρήσεων των δύο χωρών για το περιορισμό των κυκλωμάτων διακινητών και την αποτροπή των εισόδων μεταναστών.

Αν και ο κ. Κοτζιάς και τα στελέχη της διπλωματικής υπηρεσίας υπερέβαλλαν εαυτούς, η κατάσταση δεν μετεβλήθη, καθώς οι περισσότεροι εταίροι ήταν προ-κατειλημμένοι, κυρίως, λόγω της στάσης της Αθήνας στην οικονομική κρίση. Ωστόσο κι αν ακόμα αυτή η αρνητική προδιάθεση μπορούσε να ξεπεραστεί (κάτι εξαιρετικά δυσχερές με νωπά ακόμα όσα συνέβη- σαν μέχρι το τρίτο Μνημόνιο), ήταν σαφές πως οι περισσότεροι εταίροι δεν κατανοούσαν τις ειδικές συνθήκες της ΝΑ Μεσογείου.

Η αδυναμία αντίληψης της πραγματικής κατάστασης συντήρησε τις προτάσεις περί κοινών ελληνοτουρκικών περιπολιών και δεν επέτρεψε μια παρέμβαση της Ε.Ε. στη βόρεια Αφρική παρά τις επισημάνσεις της Αθήνας ότι η πιθανή κατάρρευση της Αιγύπτου και η έλλειψη οικονομικής ενίσχυσης της Ιορδανίας και του Λιβάνου (που ήδη φιλοξενούν μεγάλο αριθμό προσφύγων) θα ανατίναζε την ευρύτερη περιοχή. Περίπου την ίδια περίοδο, δηλαδή περί τα τέλη Οκτωβρίου-αρχές Νοεμβρίου, η κυβέρνηση διαπιστώνει την ακαμψία και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έγινε ορατή πρόσφατα με την υποστήριξη του προέδρου Ζ.Κ. Γιούνκερ στο σχέδιο της Σλοβενίας για απομόνωση των συνόρων της Ελλάδας και στήριξη της ΠΓΔΜ.

Οι συζητήσεις Ε.Ε. – Ελλάδας – Τουρκίας

Οι διπλωματικές επικοινωνίες, πριν και μετά τη σύνοδο Ε.Ε.-Τουρκίας στις 29 Νοεμβρίου, έδειξαν τη δυσκολία περαιτέρω κινήσεων της Αθήνας και τη διάθεση της Ευρώπης (πρώτα απ’ όλα της Γερμανίας) να κλείσει τα μάτια στην πραγματικότητα. Αν και ο πρόεδρος Ρ.Τ. Ερντογάν και ο πρωθυπουργός Α. Νταβούτογλου δεν ανέλαβαν καμία δέσμευση και πολλοί εταίροι, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, προδίκαζαν (ανεπίσημα) ότι η Άγκυρα θα εμπαίξει την Ε.Ε. , η τουρκική πλευρά απαίτησε και έλαβε βοήθεια 3 δις ευρώ. Η περίοδος που έχει μεσολαβήσει απέδειξε ότι, πραγματικά, η τουρκική κυβέρνηση δεν έπραξε τίποτα ουσιαστικό για τη μείωση των μεταναστευτικών ροών.

Σύμφωνα με έγκυρες διπλωματικές πηγές, η Άγκυρα υιοθέτησε το Νοέμβριο (και συνεχίζει να εφαρμόζει) μια πολιτική μίγματος διαμαρτυριών και συγκαλυμμένων απειλών. Από τη μία πλευρά, η τουρκική ηγεσία υπογραμμίζει ότι οι δομές και η οικονομία της χώρας έχουν φτάσει στα όρια αντοχής τους, έχοντας δαπανήσει σχεδόν 9 δις ευρώ για τη φιλοξενία προσφύγων. Από την άλλη πλευρά, τονίζει, με σαφές υπαινικτικό ύφος, πως όσες χιλιάδες πρόσφυγες κι αν φιλοξενήσουν οι ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως η Γερμανία, υπάρχουν πολλαπλάσιοι που μπορεί να φτάσουν από τη Συρία. Το μήνυμα των κ.κ. Ερντογάν και Νταβούτογλου είναι ότι μόνον η Τουρκία μπορεί να αποτρέψει την πορεία των πολλαπλάσιων προσφύγων προς την Ε.Ε., αν -φυσικά- λάβει οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα. Η τουρκική «υπόμνηση» έχει μεταφερθεί, κατά τις ίδιες διπλωματικές πηγές, και προς την Ελλάδα και προς τα ισχυρότερα μέλη της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, και ίσως εξηγεί, σε σημαντικό βαθμό, τη στάση της κας. Μέρκελ μέχρι σήμερα.

Οι επαφές με τη Γερμανία

Όπως είναι αναμενόμενο, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει την ανταλλαγή απόψεων με το Βερολίνο, ελπίζοντας στη στροφή της πολιτικής του προς πιο ρεαλιστικές θέσεις, αλλά προς το παρόν δεν έχει υπάρξει κάτι το θετικό.

Η Αθήνα έχει τονίσει ότι, σε αντίθεση με το κλίμα απομόνωσης της Ελλάδας από τη Συνθήκη Σένγκεν και τις κατηγορίες πε­ρί μη φρούρησης των ανατολικών συνόρων της Ε.Ε., στην πραγματικότητα είναι η FRONTEX εκείνη που ευθύνεται για τη μη διάθεση των απαραίτητων σκαφών και άλλων μέσων (ειδικός εξοπλισμός για τα hot spots κλπ.). Οι Γερμανοί αξιωματούχοι τονίζουν τη σημασία καταγραφής των προσφύγων στα hot spots και αποδέχονται τις βασικές αρχές ότι η αποσταθεροποίη­ση της Ελλάδας θα κλόνιζε ολόκληρη την Ε.Ε. και ότι η αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος αφορά, σχεδόν σε ίδιο βαθμό, την Ελλάδα και τη Γερμανία.

Ωστόσο άλλα θετικά συμπεράσμα­τα από τις επαφές Αθήνας-Βερολίνου δεν προκύπτουν. Το «διπλωματικό πακέτο» που προσφέρεται στην Αθήνα (πολιτική συνεργασία, ευρωπαϊκή ακτοφυλακή, συμπληρωματικές επιχειρήσεις της FRONTEX, μεταφορά και μετεγκατάσταση χιλιάδων προσφύγων) αφήνει ελάχιστα περιθώρια μεταβολής βασικών ή επιμέρους ρυθμίσεων. Ταυτόχρονα, η γερμανική κυβέρνηση επιμένει στη στενή συνεργασία με την Άγκυρα, υποστηρίζοντας ότι η Ε.Ε. θα πρέπει να αποδείξει πρώτη τις ειλικρινείς προθέσεις της και την αξία της υλικής της βοήθειας. Με αυτή την (αμφίβολη ως εξωπραγματική) υπόθεση εκτιμάται πως, αργότερα, θα ανταποκριθεί και η Τουρκία στις υποχρεώσεις της. Η Αθήνα ήταν η πρώτη που είχε τονίσει την ανάγκη συνεργασίας με την Τουρκία για τη μεταναστευτική κρίση, αλλά η πορεία και ουσία των επαφών της Γερμανίας και της Ε.Ε. με την Άγκυρα λαμβάνουν τώρα διαφορετική τροπή.

Αν όλα αυτά συνδυαστούν με τη μείωση του αριθμού των προσφύγων που θα γίνονται δεκτοί στην Ευρώπη και με την αλλαγή των όρων «κατηγοριοποίησης» των μεταναστών και προσφύγων (ακόμα και των Σύρων), τότε η πιθανότητα εγκλωβισμού τεραστίου αριθμού σε ελληνικό έδαφος γίνεται ολοένα και πιο ορατή.