Το δίδαγμα Ιράν-Ουκρανίας: ανάγκη για φθηνές αεράμυνες
Όπως στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία, έτσι και στην περίπτωση του Ιράν ανέκυψε ξανά το ίδιο ερώτημα ή, μάλλον, το ίδιο πλέγμα ερωτημάτων: Υπάρχουν «φθηνές», αλλά αποτελεσματικές αεράμυνες; Κι αν ναι, ποιες είναι οι αποδοτικότερες από αυτές σε μια λογική κόστους-οφέλους; Ποια είναι τα «ιδανικά» μέσα θωράκισης απέναντι στην απειλή των φθηνών drones;
Οι συρράξεις σε Ουκρανία και Ιράν έχουν ένα κοινό: τα ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη Shahed, τα οποία οι Ρώσοι έχουν πια «υιοθετήσει», αναβαθμίσει και (ανα)παράγουν ως Geran, βρέθηκαν να πρωταγωνιστούν και στα δύο αυτά μέτωπα, επηρεάζοντας αποφασιστικά τις ισορροπίες στα πεδία των μαχών.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι Ιρανοί απάντησαν στις επιθέσεις που δέχθηκαν στο πλαίσιο των στρατιωτικών επιχειρήσεων «Επική Οργή» και «Λιοντάρι Που Βρυχάται» από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αντίστοιχα, μετά τις 28 Φεβρουαρίου 2026, εξαπολύοντας ένα μπαράζ από drones κατά εχθρικών στόχων.
Όπως είχαν προαναγγείλει, οι Ιρανοί Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης διεύρυναν γεωγραφικά τον πόλεμο, πλήττοντας στόχους σε όλες τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου που συνεργάζονται με τους Αμερικανούς. Κάπως έτσι, μέσα σε λίγα 24ωρα, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ακόμη και το Ομάν (το οποίο είχε διαμεσολαβήσει μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ πριν από τον πόλεμο) βρέθηκαν να ενεργοποιούν αεράμυνες απέναντι στην ιρανική «πολιορκία» μέσα σε συνθήκες «συναγερμού».
Ερωτήματα
Όμως, έτσι, ανέκυψε εκ νέου ένα «οικείο» ερώτημα: πώς καταρρίπτεις ένα drone αξίας ολίγων δεκάδων χιλιάδων δολαρίων; Από το έδαφος, με surface-to-air πυραύλους αξίας εκατομμυρίων δολαρίων; Ή μηπως από αέρος, απογειώνοντας επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη εξοπλισμένα με air-to-air βλήματα;
«Μη επανδρωμένα αεροσκάφη αξίας 20.000 δολαρίων τα βάζουν με Patriot αξίας 4 εκατομμυρίων δολαρίων. Φθηνά όπλα μπορούν να καταστρέψουν πόρους που προορίζονται για πολύ πιο σύνθετες απειλές», έγραφε το αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg στις 2 Μαρτίου. Μόλις λίγα 24ωρα έπειτα από το ξέσπασμα του πολέμου γύρω από το Ιράν, το πρόβλημα δεν μπορούσε πια να κρυφτεί κάτω από κανένα χαλί, περσικό, αραβικό ή άλλο.
Το κόστος ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους τύπου Shahed κυμαίνεται από 20.000 έως 50.000 δολάρια, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, και οι Ιρανοί εκτιμάτο, πριν από τον τελευταίο πόλεμο, ότι διέθεταν αρκετές δεκάδες χιλιάδες τέτοια μη επανδρωμένα αεροσκάφη – δημοσιεύματα έκαναν λόγο για συνολικά 80.000.
Το κόστος ενός αμερικανικού πυραύλου Patriot, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αγγίξει τα λίγα εκατομμύρια δολάρια, ενώ μέσα στο 2025 η Lockheed Martin κατάφερε να παραγάγει συνολικά μόνον 620 πυραύλους Patriot Advanced Capability-3 (PAC-3).
Με άλλα λόγια, τα drones και τα περιπλανώμενα πυρομαχικά (loitering munitions) είναι πολλά, σχετικά φθηνά και «ενοχλητικά», ενώ στον αντίποδα τα αντιπυραυλικά και αντιαεροπορικά βλήματα, που εκτοξεύονται για να εξουδετερώσουν αυτά τα drones, είναι λιγότερα και ακριβά. Αυτή η ασυμμετρία έρχεται πια να αναδείξει μια σειρά από νέες, πολύ πρακτικές αμυντικές ανάγκες.

Ασύμμετρες απειλές και ανισορροπίες ισχύος
«Drones, λέιζερ και ραντάρ: Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δίνει ώθηση στο κυνήγι για φθηνότερες αεράμυνες», έγραφαν χαρακτηριστικά οι Financial Times σε μακροσκελές δημοσίευμά τους στις 11 Μαρτίου, με το βλέμμα στραμμένο στο μέτωπο του Ιράν το οποίο πάντως συνέδεαν και με τα διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία.
«Η μεγάλη εξάρτηση από μαχητικά αεροσκάφη και η χρήση αντιαεροπορικών πυραύλων σίγουρα δεν είναι ένας φθηνός τρόπος αναχαίτισης ιρανικών drones», δήλωνε η Κέλι Γκρίκο, ανώτερη συνεργάτιδα στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης Stimson Center. Σύμφωνα με την Γκρίκο, «για κάθε ένα δολάριο που ξόδευε το Ιράν σε drones, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ξόδευαν τουλάχιστον δέκα φορές περισσότερα για την κατάρριψή τους».
Ακριβά και ογκώδη οπλικά συστήματα, που έχουν κατασκευαστεί για την αντιμετώπιση εχθρικών αεροσκαφών και μεγάλων πυραύλων, βρέθηκαν τις περασμένες εβδομάδες -ελλείψει άλλων άμεσα διαθέσιμων μέσων αεράμυνας- να «κυνηγούν» πάνω από τον Περσικό Κόλπο μια σειρά από κατά πολύ φθηνότερα περιφερόμενα πυρομαχικά.
Αντιαεροπορικά και αντιπυραυλικά συστήματα, όπως είναι μεταξύ άλλων τα Patriot και τα NASAMS που έχουν στην κατοχή τους οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, βρέθηκαν να καταδιώκουν ιρανικά drones τύπου Shahed πάνω από τα Στενά του Ορμούζ. Από πλευράς κόστους-οφέλους, η εν λόγω τακτική προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση συμφέρουσα ή ενδεδειγμένη. Γι’ αυτό και πολλοί σπεύδουν τώρα να αναζητήσουν εναλλακτικές.

Φθηνές, αλλά αποτελεσματικές εναλλακτικές
Μετά από τις ιρανικές επιθέσεις στον Κόλπο, δυτικές αμυντικές εταιρείες και δυτικές κυβερνήσεις εντείνουν τις προσπάθειές τους με στόχο να ρίξουν στα πεδία των μαχών όπλα χαμηλότερου κόστους.
Ωστόσο, η Δύση θα έπρεπε να είχε ήδη κάνει μεγαλύτερα και περισσότερα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, αφού είδε αυτές τις ανάγκες προ ετών, στο μέτωπο της Ουκρανίας.
Παρόλο που η Ουκρανία ήταν «στην πρώτη γραμμή σε σχέση με αυτό το ζήτημα και ανέπτυσσε λύσεις χαμηλότερου κόστους», οι ΗΠΑ «δεν αφιέρωσαν επαρκείς πόρους προκειμένου να εφαρμόσουν αυτές τις λύσεις σε μεγάλη κλίμακα», σχολιάζει η Γκρίκο του Stimson Center.
Ωστόσο, σε μια εποχή ραδγαία αναπτυσσόμενων τεχνολογιών όπως είναι η τρέχουσα, το στρατηγικό πλεονέκτημα πια δεν βασίζεται μόνον στις ίδιες τις τεχνολογίες, αλλά και στην ικανότητα ταχείας καινοτομίας και παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα.
Με άλλα λόγια, πρέπει να μπορεί κανείς πια να ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα στις όποιες νέες ανάγκες, αφενός καινοτομώντας και αφετέρου «μαζικοποιώντας» τις όποιες καινοτομίες. Κρίσιμο ζητούμενο: η δυνατότητα μαζικής παραγωγής, αλλά με χαμηλό κόστος.
Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, η Ουκρανία σημείωσε σημαντική πρόοδο, τα τελευταία χρόνια, στο μέτωπο της εγχώριας ανάπτυξης χαμηλού κόστους αντί-drone συστημάτων τα οποία έχουν μάλιστα δοκιμαστεί σε συνθήκες πολέμου ενάντια στα ιρανικά Shahed και στα ρωσικά Geran, μεταξύ άλλων.
Αυτό που έκαναν οι Ουκρανοί, όταν βρέθηκαν υπό πίεση, ήταν να αναπτύξουν τα δικά τους «drone killers»: drones, δηλαδή, τα οποία έχουν φτιαχτεί για να καταρρίπτουν τα drones του εχθρού.
Ενδεικτικά, σε αυτήν την κατηγορία ξεχωρίζουν drones που έχουν χρησιμοποιηθεί εκτενώς από τις ουκρανικές δυνάμεις τα τελευταία χρόνια, όπως για παράδειγμα τα Merops της αμερικανικής εταιρείας Project Eagle, τα Bullet της ουκρανικής General Cherry και τα Sting της ουκρανικής Wild Hornets.
Ειδικά τα Sting, αξίζει να σημειωθεί ότι κοστίζουν μόνον περί τα 2.000 δολάρια έκαστο. Στο πεδίο της ανάπτυξης χαμηλού κόστους συστημάτων αεράμυνας για την αναχαίτιση εχθρικών απειλών δραστηριοποιούνται και άλλες -συσταθείσες τα τελευταία χρόνια- εταιρείες, όπως η Tytan Technologies με έδρα το Μόναχο, η βρετανική Cambridge Aerospace, η λετονική Origin Robotics και η εσθονική Frankenburg Technologies.

«Ευρωπαίοι επενδυτές υποστηρίζουν δύο από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες νεοσύστατες τεχνολογικές επιχειρήσεις που αναπτύσσουν συστήματα αεράμυνας χαμηλού κόστους προκειμένου να καλύψουν ένα από τα μεγαλύτερα κενά στις στρατιωτικές δυνατότητες της Ευρώπης», έγραφαν τον περασμένο Φεβρουάριο οι FT, προτού ξεσπάσει η νέα εμπόλεμη σύρραξη γύρω από το Ιράν, με το βλέμμα στραμμένο σε δύο εταιρείες: τη Frankenburg Technologies που συστάθηκε το 2023 και την Tytan Technologies που ιδρύθηκε το 2024.
Ενδεικτικά, όπως σημειώνεται στο σχετικό άρθρο, η Tytan θέλει να έχει φτάσει στο σημείο να παράγει 3.000 drones το μήνα μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους. Σε ανάλογο πνεύμα, η Frankenburg θέλει να είναι σε θέση στο κοντινό μέλλον να παράγει περισσότερους από 100 πυραύλους ημερησίως σε κάθε μία από τις δύο «μονάδες μαζικής παραγωγής» που θα έχει εντός της Ε.Ε.
Αλλά και η «παλαιά φρουρά» των κολοσσών της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας δεν έχει μείνει με τα χέρια σταυρωμένα. Η αμερικανική Raytheon έχει αναπτύξει το αντί-drone σύστημα Coyote, ενώ η βρετανική BAE Systems προωθεί το αμερικανικής κατασκευής σύστημα APKWS το οποίο παίρνει ρουκέτες διαμέτρου 70 χιλιοστών και τις «αναβαθμίζει» μετατρέποντάς τες από μη κατευθυνόμενες σε κατευθυνόμενες.
Μέσα σε όλα αυτά, δεν γίνεται, βέβαια, να μην αναφερθεί και το αντί-drone σύστημα «Κένταυρος» της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ) το οποίο δοκιμάστηκε με επιτυχία στο πλαίσιο της επιχείρησης «ΑΣΠΙΔΕΣ» στην Ερυθρά Θάλασσα καταρρίπτοντας drones που εκτόξευσαν οι Υεμενίτες Χούθι.
Σημειώνεται ότι, πέρα από τον «Κένταυρο», η ΕΑΒ παράγει και το αντί-drone σύστημα «Υπερίων», ενώ άξια μνείας είναι και τα φορητά αντί-drone που παρουσίασε πρόσφατα το Κέντρο Eρευνας Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΚΕΤΑΚ).


Ραντάρ – λέιζερ – ραδιοσυχνότητες
Η μάχη κατά των εχθρικών drones δεν περιορίζεται, ωστόσο, μόνο στο πεδίο των πυρομαχικών. Αντιθέτως, συμπεριλαμβάνει ραντάρ καθώς και μια σειρά από νέα «φουτουριστικά» οπλικά συστήματα τα οποία άλλοτε αποτελούσαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση τα όπλα που «ρίχνουν» λέιζερ, ραδιοκύματα κ.ά.
Το ραντάρ αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο κάθε αεράμυνας εδώ και δεκαετίες. Παλαιότερα, ειδικά πριν από τη ρωσική εισβολή του 2022 στην Ουκρανία, πολλά από τα «τυπικά» ραντάρ δεν ήταν σε θέση να ανιχνεύουν μικρά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που πετούν χαμηλά.
Πλέον, τα δεδομένα έχουν αρχίσει να αλλάζουν και σε αυτό το μέτωπο, με τις αμυντικές βιομηχανίες να εξελίσσουν νέες τεχνικές εντοπισμού (ακουστικούς αισθητήρες), καθώς και ραντάρ μικρής εμβέλειας για ανίχνευση στόχων σε κοντινές αποστάσεις. Για παράδειγμα, η Robin Radar Systems, με έδρα την Ολλανδία, τροφοδοτεί τα τελευταία χρόνια την Ουκρανία με τα σχετικά χαμηλού κόστους αντί-drone ραντάρ IRIS 3D. Ομοίως και η Echodyne που έχει την έδρα της στις ΗΠΑ και (σημαντική σημείωση) και υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και από τον Μπιλ Γκέιτς της Microsoft.
Πάντως, αυτά που εντυπωσιάζουν ακόμη περισσότερο είναι τα λέιζερ και τα όπλα εκπομπής μικροκυμάτων/ραδιοκυμάτων τα οποία μάλιστα ξεχωρίζουν και ως πολλά υποσχόμενα, καθώς βασίζονται σε τεχνολογίες αιχμής που αναπτύσσονται πια με ρυθμό αξιοσημείωτο.
Διόλου τυχαία, αμυντικές βιομηχανίες-κολοσσοί όπως η Raytheon-RTX και η ευρωπαϊκή MBDA επενδύουν πια σε όπλα λέιζερ, όπως άλλωστε και η βρετανική Qinetiq.
Η γαλλική Thales, από την πλευρά της, ηγείται κοινοπραξίας που αναπτύσσει το «RapidDestroyer», ένα σύστημα το οποίο απενεργοποιεί από απόσταση τα εχθρικά drones, χρησιμοποιώντας ραδιοσυχνότητες.
Η ισραηλινή Rafael Advanced Defense Systems ανακοίνωσε, στα τέλη του περασμένου έτους, ότι παρέδωσε το σύστημα λέιζερ Iron Beam στις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το υπουργείο Άμυνας σχεδιάζει να έχει εγκαταστήσει το λέιζερ DragonFire, το οποίο αναπτύσσεται από τις MBDA, Qinetiq και Leonardo, πάνω σε πλοία του Royal Navy έως το 2027.
