Στο πλαίσιο της μαραθώνιας σε διάρκεια ομιλίας που εκφώνησε ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου στις 25 Φεβρουαρίου με θέμα την κατάσταση στις ΗΠΑ, ο Ντόναλτ Τραμπ γιόρτασε τους πρώτους 13 μήνες της νέας προεδρικής του θητείας υπερηφανευόμενος για πολλά. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε, για παράδειγμα, ότι οι τιμές των αγαθών στις ΗΠΑ υποχωρούν, ενώ επανέλαβε ότι έβαλε τέλος σε συνολικά οχτώ πολέμους κατά τους πρώτους δέκα μήνες της νέας θητείας του, μεταξύ αυτών και στη σύγκρουση Ισραήλ-Ιράν.

«Κανείς δεν μπορεί να το πιστέψει όταν βλέπει τέτοιους αριθμούς, ειδικά στην ενέργεια. Δεν μπορεί να το πιστέψει όταν βλέπει τις τιμές της ενέργειας να μειώνονται τόσο πολύ. Είναι σαν άλλη μια μεγάλη μείωση φόρων», δήλωσε αναφερόμενος στις τιμές της ενέργειας στις ΗΠΑ.

Το εάν εκείνος έλεγε αλήθεια ή όχι (αναλυτές είχαν σπεύσει τότε να διαψεύσουν ως αναληθή και παραπλανητικά πολλά από τα οικονομικά στοιχεία που παρουσίασε) πλέον δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία.

Στις 28 Φεβρουαρίου ο Τραμπ ξεκίνησε έναν νέο πρωτοφανούς έντασης πόλεμο ενάντια στο Ιράν, εξαπολύοντας τη στρατιωτική επιχείρηση «Επική Οργή» («Operation Epic Fury») που εκτυλίχθηκε παράλληλα και σε συνδυασμό με την ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση «Λιοντάρι που Βρυχάται» («Operation Roaring Lion»).

Ένα δεκαήμερο μετά, οι ανταλλαγές πυρών μαίνονταν γύρω από το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ (από όπου περνά το 20% του παγκοσμίως διακινούμενου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου) είχαν παραλύσει, οι Αμερικανοί είχαν χάσει επτά στρατιώτες και τρία μαχητικά F-15, οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου διεμήνυαν ότι πρόκειται να επανεξετάσουν τα επενδυτικά τους σχέδια (ενδεχομένως παίρνοντας πίσω κάποιες από τις επενδύσεις που είχαν υποσχεθεί στον Τραμπ) και οι τιμές της ενέργειας είχαν ήδη αρχίσει να ανεβαίνουν εντός των αμερικανικών συνόρων.

Ενδεικτικά, έπειτα από δέκα ημέρες συγκρούσεων, η τιμή για ένα γαλόνι βενζίνης στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί κατά 17% και για ένα γαλόνι ντίζελ κατά 22%. Κι όλα αυτά, μόλις οχτώ μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές που αναμένεται να κρίνουν τις νέες πλειοψηφίες στα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου.

«Ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν και οι αυξανόμενες τιμές της ενέργειας συγκρούονται με την προεκλογική του ατζέντα», έγραφαν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, υπογραμμίζοντας ότι «η επίθεση στο Ιράν οδήγησε σε αύξηση των τιμών της ενέργειας σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής αποτελεί σημαντικό ζήτημα ενόψει των φθινοπωρινών εκλογών» στις ΗΠΑ.

«Μερικοί από τους συμβούλους του Αμερικανού προέδρου τον ενθάρρυναν κατ’ ιδίαν να αναζητήσει ένα σχέδιο εξόδου εν μέσω της ανόδου των τιμών του πετρελαίου και των ανησυχιών ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να έχει πολιτικό κόστος», έγραφε η Wall Street Journal, αποκαλύπτοντας την ανησυχία που υπάρχει στις τάξεις της αμερικανικής διοίκησης σε σχέση με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει αυτός ο πόλεμος στον εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ, μια ανησυχία που επιτείνεται από τις δημοσκοπήσεις σύμφωνα με τις οποίες οι Αμερικανοί στην πλειονότητά τους αποδοκιμάζουν αυτόν τον πόλεμο.

Ο Τραμπ επανεξελέγη στην προεδρία στα τέλη του 2024 υποσχόμενος «ειρήνη» στον κόσμο και χαμηλότερες τιμές αγαθών στις ΗΠΑ. Ωστόσο, δεκατρείς μήνες έπειτα από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ενεπλάκη σε έναν πρωτοφανούς έντασης πόλεμο στη Μέση Ανατολή που, πέρα από το επιχειρησιακό κόστος των πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχει για τις ΗΠΑ, αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις εντός των αμερικανικών συνόρων.

Η πλευρά Τραμπ θέλει να πιστεύει – και να κάνει και τους άλλους να πιστέψουν – ότι όλο αυτό θα είναι κάτι περαστικό. Η ένταση και η έκταση του πολέμου που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με επίκεντρο το Ιράν έχει ωστόσο ανοίξει πληγές αστάθειας που δεν πρόκειται να κλείσουν ούτε εύκολα ούτε άμεσα.

Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, πριν από τον πόλεμο ο Τραμπ πίεζε τους Ινδούς να μειώσουν τις εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία. Πλέον, λόγω του πολέμου, οι Ινδοί στρέφονται ξανά στη ρωσική ενέργεια και ο Πούτιν παίρνει ανάσες, ενώ ο Τραμπ ετοιμάζεται να μεταβεί στο Πεκίνο στα μέλη Μαρτίου.

Ολο αυτό φαντάζει σε έναν βαθμό αλλοπρόσαλλο και θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογηθεί εάν ο στόχος του πολέμου στο Ιράν ήταν τόσο μεγάλος και κομβικός για τις ΗΠΑ ώστε όντως να δικαιολογεί αμερικανικές θυσίες και λοιπές παράπλευρες απώλειες σε μια χρονιά εκλογών όπως είναι η τρέχουσα.

Ποιος ήταν, όμως, ακριβώς ο στόχος αυτού του πολέμου για την πλευρά Τραμπ; Η αποδυνάμωση του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος ή η ανατροπή του;

Η καταστροφή των ιρανικών πυρηνικών και πυραυλικών προγραμμάτων ή η άνευ όρων παράδοση της Τεχεράνης; Ο Τραμπ τα έχει αναφέρει όλα τα παραπάνω, φάσκοντας και αντιφάσκοντας, χωρίς όμως να ξεχωρίζει κάποιον στόχο ως έχοντα προτεραιότητα έναντι των άλλων.

«Ο Τραμπ δεν έχει ιδέα πώς να τελειώσει τον πόλεμο με το Ιράν», έγραφε ο Τόμας Φρίντμαν στους New York Times. «Πως θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος; Οι ΗΠΑ χρειάζονται μια καλύτερη απάντηση», έγραφε το πρακτορείο Bloomberg. «Έχει πράγματι ο Τραμπ κάποιο σχέδιο για όσα κάνει στο Ιράν;», έγραφαν οι Times του Λονδίνου.

«Υπάρχουν δύο νικητές στο Ιράν και κανένας από τους δύο δεν είναι η Αμερική. Η αναστάτωση στην πετρελαϊκή αγορά ωφελεί τη Ρωσία, όπως και η λιγότερη βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ουκρανία, ενώ το Ιράν αποσπά την προσοχή (σ.σ. των ΗΠΑ) από την Κίνα», σημείωνε ο Μαξ Μπουτ στην Washington Post.