Θέουτα: Το μεταναστευτικό επιστρέφει ως υβριδική απειλή – Τα σενάρια και τα διδάγματα
Μέσα σε λίγες ώρες την περασμένη εβδομάδα, περίπου 60.000 άτομα πέρασαν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα στη βόρεια Αφρική. Έτσι, μια περιοχή περίπου 84.000 μονίμων κατοίκων είδε ξαφνικά τον πληθυσμό της σχεδόν να διπλασιάζεται, με την προσθήκη δεκάδων χιλιάδων παράτυπων μεταναστών.
Τι ήταν όμως εκείνο που προκάλεσε αυτήν την άνευ προηγουμένου μεταναστευτική «έκρηξη»; Ως προς αυτό, τα σενάρια ποικίλουν;
Κατά μία εκδοχή, οι συνοριακοί έλεγχοι στη μαροκινή πλευρά των συνόρων ήταν χαλαροί έως ανύπαρκτοι επειδή «έτυχε» η περασμένη Πέμπτη να είναι δημόσια αργία (η 30η Ιουλίου γιορτάζεται στο Μαρόκο ως Ημέρα του Θρόνου). Κατά «σύμπτωση» ωστόσο, την ίδια ημέρα που «χαλάρωσαν» οι έλεγχοι, έκαναν την εμφάνισή τους στα social media ύποπτες αναρτήσεις που καλούσαν όσους επιθυμούν να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη να σπεύσουν άμεσα στην ισπανική Θέουτα.
Κατά μία εκδοχή, τα μηνύματα αυτά εστάλησαν από δίκτυα διακινητών που θεώρησαν ότι θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν μια πρόσφατη απόφαση του ισπανικού Ανώτατου Δικαστηρίου (που καθιστούσε πιο δύσκολη την άμεση απέλαση όσων εισέρχονταν στη Θέουτα δια θαλάσσης).
Οι καχύποπτοι θα πουν ότι όλο αυτό μπορεί να στήθηκε από την ίδια τη μαροκινή ηγεσία, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στην κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ, όπως είχε άλλωστε γίνει ξανά στο παρελθόν, το 2021 για παράδειγμα. Μαρόκο και Μαδρίτη έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς και μακρά προϊστορία «συγκρούσεων».
Το Ραμπάτ μπορεί, ενδεχομένως, να ενοχλήθηκε από την -πρώτη έπειτα από τέσσερα χρόνια- επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Πέδρο Σάντσεθ στην Αλγερία στις 20 Ιουλίου, όπως είχε προ ετών ενοχληθεί και όταν ο Μπραχίμ Γκάλι, ηγέτης του Μετώπου Πολισάριο, μετέβη στην Ισπανία για νοσηλεία.
«Συνωμοσιολόγοι» θα πουν ότι οι Μαροκινοί μπορεί να άνοιξαν τα σύνορα κατ’ εντολή του Τραμπ ή του Νετανιάχου, προκειμένου δηλαδή να πληγεί η κυβέρνηση του Σάντσεθ που είχε συγκρουστεί με τον Λευκό Οίκο και το Ισραήλ για το Παλαιστινιακό και τον πόλεμο στο Ιράν.
Δίνοντας τροφή σε συνωμοσιολογικού τύπου σενάρια, ο βασιλιάς του Μαρόκου Μοχάμεντ Στ΄ έσπευσε πάντως να δώσει το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ σε αυτοκινητόδρομο, ενώ Ισραηλινοί διπλωμάτες καλούσαν την Ισπανία, μια χώρα που διατηρεί «αποικιακούς θυλάκους» στην Αφρική όπως κατήγγελλαν με το βλέμμα στη Θέουτα και στη Μελίγια, «να σταματήσει να κάνει διάλεξη στο Ισραήλ».
Άλλοι μπορεί να ισχυριστούν ότι ξένα κέντρα ίσως να επιχείρησαν, μέσω Μαρόκου, να «τιμωρήσουν» τον Σάντσεθ επειδή αυτός τόλμησε να ακολουθήσει μια δική του, πιο ήπια, γραμμή στο μεταναστευτικό όταν ανακοίνωσε νωρίτερα φέτος την απόφαση να προχωρήσει στη νομιμοποίηση περίπου 500.000 παράτυπων μεταναστών.
Η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία πάνε όλες σε εκλογές το 2027 και, σε αυτό το πλαίσιο, πολιτικές δυνάμεις της δεξιάς σε αυτές τις χώρες θα μπορούσαν ενδεχομένως να κερδίσουν προεκλογικούς πόντους από μια νέα μεταναστευτική κρίση, πολύ δε περισσότερο εάν αυτή πλήξει έναν πολιτικό της αριστεράς όπως τον Σάντσεθ.
Όλα τα προαναφερθέντα ηχούν λογικοφανή και, υπό αυτήν την έννοια, θα μπορούσαν όντως να εμπεριέχουν δόσεις αλήθειας ή ακόμη και όλη την αλήθεια.
Τι πραγματικά έγινε μπορεί να το μάθουμε κάποια στιγμή στο μέλλον· μπορεί και όχι. «Θα χρειαστεί χρόνος μέχρι να κατανοήσουμε πλήρως τι προκάλεσε την τελευταία κρίση», σχολιάζει σε ανάλυσή της η Le Monde.
Αυτό που είδαμε, ωστόσο, στην πράξη την περασμένη εβδομάδα ήταν ένα νέο παράδειγμα εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού, μια νέα -καλά συντονισμένη- υβριδική επίθεση και τις άμεσες επιπτώσεις που αυτή μπορεί να έχει, πολιτικά και γεωπολιτικά.
Όπως φάνηκε ωστόσο και στην περίπτωση του αριστερού Σάντσεθ, καμία κυβέρνηση, αριστερή ή δεξιά, δεν μπορεί να σηκώσει το πολιτικό κόστος τέτοιου τύπου μαζικών επιθέσεων.
Το ενδιαφέρον είναι, δε, ότι στην προκειμένη περίπτωση η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ αντέδρασε περίπου όπως θα αντιδρούσε μια κυβέρνηση της δεξιάς: στέλνοντας στρατό στα σύνορα, προχωρώντας στις άμεσες απελάσεις δεκάδων χιλιάδων μεταναστών (τις ονόμασαν «οικειοθελείς επιστροφές») και επεκτείνοντας τις θωρακίσεις στα σύνορα (με έναν νέο πλωτό φράγμα μήκους περίπου 500 μέτρων).

