Τα οικονομικά του πολέμου: Πώς η high-tech Δύση «ξέμεινε» από βλήματα Πυροβολικού
Του Σέργιου Μελαχροινού*
Σε ένα υπερσύγχρονο κέντρο επιχειρήσεων, η εικόνα του σύγχρονου πολέμου μοιάζει βγαλμένη από ταινία επιστημονικής φαντασίας ή από οθόνες videogame. Οθόνες αφής υψηλής ανάλυσης απεικονίζουν το πεδίο της μάχης σε πραγματικό χρόνο, αλγόριθμοι Τεχνητής Νοημοσύνης αναλύουν χιλιάδες δεδομένα, stealth μαχητικά αεροσκάφη και drones πραγματοποιούν πλήγματα με ακρίβεια εκατοστού.
Όμως, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μας, η πραγματικότητα των χαρακωμάτων, μας προσγειώνει βίαια. Μέσα στη λάσπη του πεδίου μάχης, η επιβίωση και η νίκη δεν εξαρτώνται από ένα εξελιγμένο software, αλλά από ένα βαρύ, θορυβώδες και «αναλογικό» όπλο του 19ου αιώνα: το Πυροβολικό!
Εκεί, λοιπόν, αποκαλύφθηκε το μεγάλο στρατηγικό παράδοξο της εποχής μας. Η πιο εξελιγμένη τεχνολογικά και οικονομικά ισχυρή συμμαχία του πλανήτη, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ξέμεινε από απλά μεταλλικά βλήματα πυροβολικού των 155 χιλιοστών.
Το πεδίο μάχης, που αποκάλυψε το μέγεθος του προβλήματος, δεν ήταν άλλο από τις πεδιάδες της Ουκρανίας. Εκεί, η παγκόσμια κοινότητα βρέθηκε και βρίσκεται μάρτυρας ενός κλασικού, ολοκληρωτικού πολέμου φθοράς, όπου το Πυροβολικό ανέκτησε τον ιστορικό του τίτλο ως ο «βασιλιάς του πεδίου».
Σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες βασίζονται σε αεροπορικά πλήγματα ακριβείας και αστικό ανταρτοπόλεμο, η πολεμική σύγκρουση στην ανατολική Ευρώπη μετατράπηκε σε μια «βιομηχανική» μονομαχία.
Στην κορύφωση των μαχών, οι ρωσικές δυνάμεις εκτοξεύουν από 20.000 έως 60.000 βλήματα την ημέρα, ενώ η Ουκρανία, στην προσπάθειά της να αμυνθεί, χρειαζόταν τουλάχιστον 4.000 με 7.000 βλήματα καθημερινά.
Αυτός ο ρυθμός κατανάλωσης σήμαινε ότι η Ουκρανία, μέσα σε λίγες εβδομάδες, έκαιγε τα αποθέματα που οι ευρωπαϊκοί στρατοί χρειάζονταν χρόνια για να συγκεντρώσουν.
Όταν οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι προσπάθησαν να καλύψουν αυτό το κενό, συνειδητοποίησαν ότι η μηνιαία παραγωγική ικανότητα ολόκληρης της Δύσης δεν έφτανε, για να καλύψει ούτε το 30% της μηνιαίας ζήτησης στο μέτωπο. Η Ουκρανία δεν ήταν απλώς μια γεωπολιτική κρίση, αλλά ένας καθρέφτης που έδειξε στη Δύση ότι οι αποθήκες της ήταν άδειες και οι γραμμές παραγωγής της σκουριασμένες.
Πώς φτάσαμε στο σημείο οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου να μην μπορούν να συμβαδίσουν με τους ρυθμούς κατανάλωσης πυρομαχικών ενός συμβατικού πολέμου φθοράς; Η απάντηση κρύβεται σε ένα πλέγμα γεωπολιτικών εκτιμήσεων, στην επικράτηση των εμπορικών οικονομικών μοντέλων εις βάρος της εθνικής ασφάλειας, στην παγίδα της τεχνολογικής υπερεξειδίκευσης και στη συστηματική αποβιομηχάνιση της Δύσης.

Η ψευδαίσθηση του «μετα-ψυχροπολεμικού» κόσμου
Για να κατανοήσουμε το παρόν, πρέπει να επιστρέψουμε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δύση κήρυξε το «τέλος της Ιστορίας», θεωρώντας πως η πιθανότητα ενός μεγάλου, παρατεταμένου συμβατικού πολέμου μεταξύ κρατών στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν μηδενική.
Οι αμυντικοί προϋπολογισμοί μειώθηκαν δραματικά και αυτό ονομάστηκε «μέρισμα της ειρήνης». Οι στρατοί των δυτικών κρατών μετασχηματίστηκαν από μεγάλες, βαριές δυνάμεις σχεδιασμένες για την ανάσχεση εχθρικών μεραρχιών, σε ευέλικτα, επαγγελματικά σώματα προσανατολισμένα σε αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις και ασύμμετρες συγκρούσεις χαμηλής έντασης (όπως στο Αφγανιστάν ή το Ιράκ).
Σε αυτούς τους πολέμους, η ανάγκη για μαζικό πυροβολικό ήταν ανύπαρκτη. Ένας στόχος μπορούσε να πληγεί από ένα μόνο «έξυπνο» βλήμα καθοδηγούμενο από λέιζερ ή GPS. Οι αποθήκες πυρομαχικών, που είχαν γεμίσει κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, άρχισαν να αδειάζουν.
Τα βλήματα πωλούνταν ή καταστρέφονταν λόγω παλαιότητας. Το Πυροβολικό υποβαθμίστηκε έναντι της «αεροπορικής κυριαρχίας» και της τεχνολογικής υπεροχής. Οι παραδοσιακές «μονομαχίες πυροβολικού» ήταν πλέον ξεπερασμένες και είχαν μόνο κινηματογραφικό ενδιαφέρον.
Το μοντέλο “Just-in-Time” στην Άμυνα
Όταν οι αμυντικοί προϋπολογισμοί των κρατών συρρικνώθηκαν, οι αμυντικές βιομηχανίες της Ευρώπης και των ΗΠΑ έπρεπε να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον χαμηλής ζήτησης.
Για να το πετύχουν, στράφηκαν στα σύγχρονα εταιρικά μοντέλα διαχείρισης που κυριαρχούν στον ιδιωτικό τομέα, όπως η «λιτή παραγωγή» και η φιλοσοφία “Just-in-Time” (Ακριβώς στην Ώρα).
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η διατήρηση μεγάλων αποθεμάτων πρώτων υλών, ημικατεργασμένων προϊόντων ή τελικών βλημάτων στις αποθήκες θεωρείται σπατάλη κεφαλαίου.
Οι εταιρείες παρήγαγαν μόνο ό,τι είχε ήδη παραγγελθεί και πληρωθεί από τις κυβερνήσεις. Τα εργοστάσια έκλεισαν γραμμές παραγωγής, περιέκοψαν το πλεονάζον προσωπικό και κράτησαν τις υποδομές τους στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο λειτουργίας.
Αυτό το σύστημα αποδείχθηκε εξαιρετικά αποδοτικό για τους ισολογισμούς των εταιρειών και τους κρατικούς προϋπολογισμούς σε περιόδους ειρήνης. Όταν όμως ξέσπασε μια μεγάλη συμβατική σύγκρουση, το μοντέλο έδειξε τις αδυναμίες του.
Όταν οι κυβερνήσεις απευθύνθηκαν στις βιομηχανίες, ζητώντας άμεση αύξηση της παραγωγής κατά 500% ή 1000%, διαπίστωσαν ότι η ελαστικότητα του συστήματος ήταν μηδενική.
Δεν υπήρχαν έτοιμα καλούπια, δεν υπήρχαν αποθέματα χάλυβα, και κυρίως, δεν υπήρχε το εξειδικευμένο προσωπικό που θα μπορούσε να δουλέψει τρεις βάρδιες. Η επανεκκίνηση μιας παγωμένης βιομηχανικής γραμμής δεν είναι ζήτημα ημερών, αλλά ετών.
Η παγίδα της τεχνολογικής υπερεξειδίκευσης
Ένα άλλο κρίσιμο σημείο του παραδόξου είναι η επιλογή της Δύσης να προτιμήσει την ποιότητα έναντι της ποσότητας. Στο Πυροβολικό, αυτό μεταφράστηκε σε βλήματα όπως το αμερικανικό Excalibur ή το γερμανικό Vulcano.
Πρόκειται για βλήματα με πτερύγια κατεύθυνσης, εσωτερικά συστήματα GPS και αισθητήρες που μπορούν να πλήξουν ένα παράθυρο κτηρίου από απόσταση 40 χιλιομέτρων. Το κόστος τους, όμως, είναι αστρονομικό, αγγίζοντας ή και ξεπερνώντας τις 100.000 δολάρια ανά μονάδα.
Αυτά τα «έξυπνα» όπλα είναι ιδανικά για ειδικές επιχειρήσεις, αλλά είναι αδύνατον να συντηρήσουν έναν πόλεμο φθοράς. Σε μια σύγκρουση υψηλής έντασης, το Πυροβολικό δεν χρησιμοποιείται μόνο για χειρουργικά πλήγματα, αλλά για την ισοπέδωση οχυρώσεων, την παρεμπόδιση της κίνησης του εχθρού και την ψυχολογική εξάντληση του αντιπάλου. Γι’ αυτές τις αποστολές χρειάζονται χιλιάδες συμβατικά, «χαζά» βλήματα.
Η αποβιομηχάνιση και τα σημεία συμφόρησης
Ακόμα και όταν οι δυτικές κυβερνήσεις αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν τη μαζική παραγωγή, ήρθαν αντιμέτωπες με το ζήτημα της αποβιομηχάνισης.
Η κατασκευή ενός βλήματος πυροβολικού μοιάζει απλή, αλλά απαιτεί μια βαριά, ρυπογόνο και ενεργοβόρα βιομηχανική βάση, την οποία η Δύση συστηματικά εξόριζε τις προηγούμενες δεκαετίες προς αναπτυσσόμενες χώρες για περιβαλλοντικούς και οικονομικούς λόγους.
Ένα βλήμα αποτελείται από τρία βασικά μέρη: το μεταλλικό κέλυφος, το εκρηκτικό γέμισμα και τον πυροσωλήνα. Το κέλυφος απαιτεί εξειδικευμένα χυτήρια και σφυρηλάτηση χάλυβα υψηλής αντοχής.
Πολλά από αυτά τα εργοστάσια είχαν κλείσει προ πολλού. Για να εκτοξευθεί το βλήμα, χρειάζεται πυρίτιδα. Η παραγωγή σύγχρονης πυρίτιδας βασίζεται στη νιτροκυτταρίνη, η οποία με τη σειρά της απαιτεί ειδικές ίνες βαμβακιού. Η Δύση ανακάλυψε ότι εξαρτάται, σε τεράστιο βαθμό, από εισαγωγές αυτών των πρώτων υλών από την Ασία, με αποτέλεσμα η παραγωγή να ελέγχεται έμμεσα από τρίτους.

Οι πρωταγωνιστές της παραγωγής πυρομαχικών
Σε αυτό το σκηνικό κρίσης, το βάρος της ανατροπής της κατάστασης έπεσε σε μια μικρή ομάδα εταιρειών, οι οποίες έγιναν οι πιο περιζήτητοι προμηθευτές του πλανήτη.
Στην Ευρώπη, η γερμανική Rheinmetall αναδείχθηκε στον κεντρικό πυλώνα της προσπάθειας αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Προχωρώντας σε επιθετικές εξαγορές (όπως της ισπανικής Expal) και χτίζοντας νέα εργοστάσια, προσπαθεί να φτάσει σε παραγωγή εκατοντάδων χιλιάδων βλημάτων ετησίως.
Παράλληλα, η βρετανική BAE Systems και η γαλλογερμανική KNDS (συνένωση των Nexter και KMW από τις αντίστοιχες χώρες) προσπαθούν να αυτοματοποιήσουν τις γραμμές παραγωγής τους.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα το λύνει η νορβηγική-φινλανδική Nammo, η οποία ειδικεύεται στην παραγωγή προωθητικών γεμισμάτων (πυρίτιδας), αποτελώντας την καρδιά της ευρωπαϊκής αλυσίδας.
Στις ΗΠΑ, το μοντέλο είναι διαφορετικό. Τα εργοστάσια παραγωγής ανήκουν στο κράτος, αλλά η λειτουργία τους ανατίθεται σε ιδιώτες. Ο βασικός παίκτης εδώ είναι η General Dynamics Ordnance and Tactical Systems (GD-OTS), η οποία διαχειρίζεται το ιστορικό εργοστάσιο στο Scranton της Πενσυλβάνια.
Εκεί, με επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ο αμερικανικός στρατός προσπαθεί να αντικαταστήσει τα μηχανήματα του Ψυχρού Πολέμου με ρομποτικά συστήματα για να αυξήσει τη μηνιαία παραγωγή. Η Northrop Grumman συμπληρώνει το παζλ, αναλαμβάνοντας το κομμάτι των εκρηκτικών χημικών.
Το παράδειγμα της Νότιας Κορέας
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση στην παγκόσμια αγορά είναι η Νότια Κορέα και εταιρείες, όπως η Poongsan και η Hanwha Aerospace.
Η Νότια Κορέα, ευρισκόμενη σε διαρκή κατάσταση απειλής από το βόρειο γείτονά της, δεν υιοθέτησε ποτέ το μοντέλο “Just-in-Time”, αλλά διατήρησε τις γραμμές βαριάς βιομηχανίας και μαζικής παραγωγής πυρομαχικών ενεργές.
Όταν η Δύση ξέμεινε από βλήματα, η Σεούλ ήταν η μόνη που μπορούσε να παραδώσει εκατοντάδες χιλιάδες βλήματα μέσα σε λίγους μήνες, αναδεικνύοντας τη σημασία της διατήρησης μιας παραδοσιακής βιομηχανικής βάσης.

Το παράδειγμα της Τουρκίας και το τσεχικό μοντέλο
Η κρίση αυτή ανάγκασε τη Δύση να στρέψει το βλέμμα της και σε άλλες περιφερειακές αγορές που, σε αντίθεση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν αποβιομηχανίστηκαν τόσο έντονα. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι αυτό της Τουρκίας. Έχοντας επενδύσει συστηματικά στην εγχώρια βαριά αμυντική της βάση, μέσω εταιρειών όπως η κρατική MKE και η ιδιωτική Repkon, η Άγκυρα διατήρησε καθετοποιημένες γραμμές παραγωγής (από την επεξεργασία του χάλυβα μέχρι τα εκρηκτικά RDX).
Η επενδυτική αυτή στρατηγική απέδωσε σε τέτοιο βαθμό, ώστε το ίδιο το Πεντάγωνο των ΗΠΑ αναγκάστηκε να στραφεί στην Τουρκία για την αγορά εκατοντάδων χιλιάδων βλημάτων, αλλά και για την εισαγωγή τουρκικών μηχανημάτων και τεχνογνωσίας flowforming (ψυχρής έλασης) προκειμένου να εκσυγχρονίσει τα αμερικανικά εργοστάσια.

Την ίδια ώρα, στην Ανατολική Ευρώπη, η Τσεχία αναδείχθηκε στον απόλυτο «διαχειριστή» της κρίσης των πυρομαχικών μέσω ιδιωτικών ομίλων-κολοσσών, με κυρίαρχο το Czechoslovak Group (CSG).
Οι Τσέχοι εκμεταλλεύτηκαν τις παλιές υποδομές της σοβιετικής εποχής, κάνοντας μια επιθετική αναβάθμιση που οι ανταγωνιστές της δεν ακολούθησαν. Να αναφέρουμε εδώ ότι η τσεχική MSM Group (μέλος του ομίλου CSG) αποτελεί πλέον το στρατηγικό εταίρο για την επανεκκίνηση των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ) στο Λαύριο.
Το μάθημα από το «παράδοξο των πυρομαχικών» είναι ξεκάθαρο: η τεχνολογική υπεροχή είναι απαραίτητη, αλλά στον πόλεμο η μάζα και η βιομηχανική ισχύς εξακολουθούν να έχουν τον πρώτο λόγο.
Οι αλγόριθμοι και η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να βελτιστοποιήσουν τη στόχευση, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το μέταλλο και τα εκρηκτικά που απαιτούνται για την επίτευξη του αποτελέσματος.
Η Δύση αναγκάζεται πλέον να αναθεωρήσει ριζικά το δόγμα της. Η εποχή της τυφλής εμπιστοσύνης στις παγκοσμιοποιημένες εφοδιαστικές αλυσίδες και η εμμονή στη μείωση του κόστους αποθήκευσης για την άμυνα λαμβάνει τέλος. Η νέα στρατηγική επιτάσσει τη μετάβαση από το μοντέλο “Just-in-Time” στο μοντέλο “Just-in-Case”.
Αυτό σημαίνει τη δημιουργία τεράστιων εθνικών αποθεμάτων, την κρατική χρηματοδότηση πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και την επιστροφή της βαριάς χημικής και μεταλλουργικής βιομηχανίας σε πάτρια εδάφη.
Η κρίση την πυρομαχικών , η πρόσφατη ενεργειακή κρίση, αλλά και πάρα πολλές άλλες δυσλειτουργίες της αγοράς είναι ισχυρά μνήματα ότι το παραγωγικό μοντέλο στην Ευρώπη μεταβάλλεται και επανασχεδιάζεται.
Ας κρατήσουμε το παράδειγμα των πυρομαχικών στην άκρη του μυαλού μας, καθώς αναδεικνύει την αλληλεξάρτηση των βιομηχανικών κλάδων, τη σπουδαιότητα του παραγωγικού δυναμικού για την ασφάλεια μιας χώρας και, τέλος, την ισχύ που μπορούν να αναπτύξουν οι ευέλικτες περιφερειακές χώρες.
- Ο κ. Μελαχροινός είναι χρηματιστηριακός αναλυτής

