Τα 4 «Προ-ΚΥΣΕΑ» Σημίτη-Γιάννου

Δημοσιεύθηκε: Νοέμβριος 4, 2018

Του Αλέξανδρου Τάρκα

Η απόφαση προσωρινής κράτησης του πρώην υπουργού Γιάννου Παπαντωνίου, ως υπόπτου φυγής και τέλεσης νέων κακουργημάτων, σηματοδοτεί την αφετηρία αλυσίδας αποκαλύψεων που θα κρατήσουν επί μακρόν.

Πρώτα απ’ όλα, επειδή είναι αμφίβολο ότι ο κ. Παπαντωνίου θα δεχθεί να χρεωθεί μόνον ο ίδιος όλες τις αμαρτίες του εξοπλιστικού προγράμματος της κυβέρνησης Σημίτη, οι οποίες είχαν την έγκριση του Πρωθυπουργού και του πολυμελούς Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ). Επιπλέον, επειδή το σήμερα ερευνώμενο πρόγραμμα, του εκσυγχρονισμού των φρεγατών «τύπου S», είχε συμβατική τιμή «μόλις» 381,57 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή λιγότερο από το 10% των συνόλου συμβολαίων της περιόδου Οκτωβρίου 2001-Μαρτίου 2004 αρχικής αξίας άνω των 4,11 δισεκατομμυρίων ευρώ (αγορά μεταφορικών ελικοπτέρων NH-90, αρμάτων μάχης Leopard-2HEL, επιθετικών ελικοπτέρων Apache-AH64D και εκσυγχρονισμού τριών υποβρυχίων κλάσης «Ποσειδών»). Πρόκειται για τα προγράμματα που περιλαμβάνονταν στην ποινική δικογραφία που είχε αποσταλεί στη Βουλή το 2015 ανεξάρτητα από με την τότε ταυτόχρονη έναρξη ερευνών και από τους οικονομικούς εισαγγελείς.

Παράλληλα, στο πολιτικό και δικαστικό επίπεδο, είναι σαφές ότι, στην περίπτωση Παπαντωνίου, ο πρώην πρωθυπουργός Κων. Σημίτης δεν μπορεί να ακολουθήσει την τακτική της περίπτωσης Τσοχατζόπουλου. Μόνον σε μία από τις πολλές υποθέσεις του υπουργού Εθνικής Άμυνας της περιόδου Σεπτεμβρίου 1996-Οκτωβρίου 2001 και μόνον στο Εφετείο ο κ. Σημίτης κατέθεσε ότι ο χρηματισμός Τσοχατζόπουλου δεν μπορούσε να συσχετιστεί με τις νόμιμες αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ και τις θεμελιωμένες εισηγήσεις των Γενικών Επιτελείων.

Όμως, για όσους παρακολουθούν επί μακρόν τα ζητήματα του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και το σχετικό διπλωματικό και οικονομικό παρασκήνιο των εξοπλιστικών προγραμμάτων, η περίπτωση Παπαντωνίου είναι πολύ διαφορετική για τους εξής λόγους:

  • Πρώτον, όλα -ανεξαιρέτως- τα υπογραφέντα συμβόλαια της περιόδου 2001-2004 δεν είχαν εγκριθεί απλώς από το ΚΥΣΕΑ, αλλά είχαν εξεταστεί λεπτομερειακά και προ-εγκριθεί από τον τότε Πρωθυπουργό σε μακράς διάρκειας συναντήσεις με τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας, πριν υποβληθούν στις επίσημες συνεδριάσεις με τα άλλα μέλη της κυβέρνησης. Πρόκειται, σύμφωνα με τον αδόκιμο όρο, για τέσσερα «προ-ΚΥΣΕΑ» με συναντήσεις των κυρίων Σημίτη και Παπαντωνίου στις 12 Φεβρουαρίου 2002, 1η Αυγούστου 2002, 20 Νοεμβρίου 2002 και 4 Νοεμβρίου 2003. Ασφαλώς, πέραν αυτών των τεσσάρων «προ-ΚΥΣΕΑ», υπήρχε και πλήθος άλλων συναντήσεών τους.
  • Δεύτερον, ο κ. Σημίτης είναι γνωστό ότι, ακόμα και την περίοδο που «αναγκαζόταν» να διατηρεί ισορροπίες με την ανάθεση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας στον εσωκομματικό του αντίπαλο Α. Τσοχατζόπουλο, παρακολουθούσε τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς ανταγωνισμούς γύρω από τα εξοπλιστικά προγράμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του έναντι των παρεμβάσεων της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Μ. Ολμπράιτ και του Γερμανού καγκελάριου Χ. Κολ, πριν και μετά, την ανάθεση του συμβολαίου εκσυγχρονισμού των αεροσκαφών F-4 το 1997. Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1998, ο κ. Σημίτης είχε αναθέσει στον στρατιωτικό του σύμβουλο, υποπτέραρχο Αθ. Γεωργούδη, να συνοδεύσει τον Α. Τσοχατζόπουλο σε ταξίδι του στις ΗΠΑ και να παρακολουθήσει τις εκεί συναντήσεις του. Σύμφωνα με το παρασκήνιο της εποχής, ο κ. Σημίτης αγανάκτησε, όταν διάβασε την άτυπη «έκθεση Γεωργούδη» με την περιγραφή των κινήσεων Τσοχατζόπουλου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο διευθυντής του Γραφείου Πρωθυπουργού Ν. Θέμελης και ο Αθ. Γεωργούδης συνέχισαν, στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, να ενημερώνουν τον κ. Σημίτη και την περίοδο Παπαντωνίου. Δυστυχώς, δεν μπορούν να συνεισφέρουν σήμερα στην αποκάλυψη λεπτομερειών, καθώς απεβίωσαν, αντίστοιχα, το 2011 και το 2012.
  • Τρίτον, το Φεβρουάριο του 2001 ο κ. Σημίτης και ο κ. Παπαντωνίου, υπό την ιδιότητα ακόμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, είχαν συναποφασίσει την επ’ αόριστο αναβολή της οικονομικής διαπραγμάτευσης με την κοινοπραξία των μαχητικών Eurofighter για τα οποία υπήρχε καταρχήν απόφαση του ΚΥΣΕΑ. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, το Φεβρουάριο 2002, οι κύριοι Σημίτης και Παπαντωνίου (ως υπουργός Εθνικής Άμυνας πλέον) κρίνουν πάλι απαραίτητη την αναβολή λήψης αποφάσεων για τα άρματα μάχης και τα υπόλοιπα λεγόμενα «ώριμα προς υπογραφή» εξοπλιστικά προγράμματα, καθώς η οικονομία (ενόψει του τεράστιου κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων) δεν άντεχε την προϋπολογισμένη δαπάνη των 2,93 δις ευρώ. Είχε άλλωστε μόλις προηγηθεί το σχεδόν ισόποσο (2,8 δις) swap της κυβέρνησης Σημίτη με τη Goldman Sachs για το ελληνικό χρέος.
  • Τέταρτον, στο πλαίσιο συνομιλίας με τον Γερμανό καγκελάριο Γκ. Σρέντερ στο Βερολίνο το Νοέμβριο 2002, ο Πρωθυπουργός ανέφερε ότι, λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων, είναι αδύνατη η δέσμευσή του για το Eurofighter, αλλά σύντομα θα εξεταζόταν η δυνατότητα εκταμιεύσεων γι’ άλλα εκκρεμή προγράμματα γερμανικού ενδιαφέροντος, όπως τα Leopard και τα υποβρύχια. Λίγο μετά, το Μάρτιο του 2003, οι κ.κ. Σημίτης και Παπαντωνίου μεταβάλουν ξαφνικά τις δύο αποφάσεις τους (Φεβρουαρίου 2001 και 2002) περί συγκράτησης δαπανών, εγκρίνοντας την έκδοση των τελικών «κατακυρωτικών διαταγών» για τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, καθώς και για το συμβόλαιο ασφαλείας των Ολυμπιακών Αγώνων με τη SAIC (άνω των 650 εκατ. ευρώ) τον Ιούνιο 2003). Όπως έχει αποκαλύψει και στο παρελθόν η «Α&Δ» (τεύχη Ιανουαρίου 2014, Οκτωβρίου 2015 και Νοεμβρίου 2015) ενδεικτικό της άμεσης παρακολούθησης, π.χ. του προγράμματος των αρμάτων μάχης από τον κ. Σημίτη, είναι ότι, λίγες μέρες μετά την απόφαση για τα Leopard, είχε αποστείλει επιστολή στον Γάλλο πρωθυπουργό Ζαν-Πιερ Ραφαρέν στην οποία εξηγούσε το ελληνικό σκεπτικό και διαβεβαίωνε πως θα προτιμηθούν γαλλικά συστήματα, με την πρώτη ευκαιρία, σε άλλο πρόγραμμα.

Ασφαλώς, βάσει όλων των προαναφερθέντων, δεν αρκεί η (ανεπίσημη) εξομολόγηση του κ. Σημίτη ότι «στεναχωριέται» και ήταν «απαράδεκτοι» οι δύο υπουργοί του. Ο κ. Σημίτης, αν και από τους πιο συγκροτημένους πολιτικούς της Μεταπολίτευσης, δεν είχε καταφέρει να αντιληφθεί τίποτα παρά την τόσο στενή παρακολούθηση του Α. Τσοχατζόπουλου και την τόσο στενή συνεργασία με τον Γ. Παπαντωνίου;