Το ημερολόγιο έδειχνε 2015, όταν οι τζιχαντιστές κατέλαβαν την Παλμύρα στην κεντρική Συρία, θέτοντας υπό τη μαύρη σημαία του καλούμενου Iσλαμικού Kράτους μια περιοχή μοναδικής αρχαιολογικής αξίας, την αρχιτεκτονική κληρονομιά της οποίας επιχείρησαν μάλιστα να εξαλείψουν. Για εγκλήματα πολέμου μιλούσαν χαρακτηριστικά τότε τα διεθνή ΜΜΕ, βλέποντας τους ισλαμιστές να ανατινάζουν τους αρχαίους ναούς του Μπελ/Βήλου και του Βαάλ Σαμίν. Την περίοδο εκείνη, ο Αμπού Μοχάμεντ αλ Γκολάνι πολεμούσε υπό τη σημαία του -επίσης τζιχαντιστικού- μετώπου αλ Νούσρα μερικές δεκάδες χιλιόμετρα πιο μακριά, βορειοδυτικά της Παλμύρα, στο Ιντλίμπ.

Δέκα χρόνια μετά, ο αλ Γκολάνι συστήνεται πια ως Άχμεντ αλ Σάρα και κυκλοφορεί στη διεθνή σκηνή ως ο νέος μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας, ένας πρόεδρος τον οποίο έχουν αγκαλιάσει η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και -μεταξύ άλλων- οι ΗΠΑ του Τραμπ. Ο Μπασάρ αλ Ασαντ και η οικογένειά του, από την άλλη πλευρά, διάγουν τρυφηλό βίο στο εξωτερικό, μοιράζοντας τον χρόνο τους μεταξύ Μόσχας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Οι Κούρδοι, που είχαν πρωταγωνιστήσει στις μάχες ενάντια στους τζιχαντιστές, δέχονται τώρα εντεινόμενες (τουρκογενείς) πιέσεις προκειμένου να ενταχθούν στις νέες «εθνικές» συριακές δυνάμεις της Δαμασκού, πράγμα το οποίο μπορεί όμως να υπονομεύσει σημαντικά την αυτονομία τους. Κατά τα λοιπά, Δρούζοι, Βεδουίνοι  και αλαουίτες καλούνται να συνυπάρξουν σε μια μετεμφυλιακή Συρία στην οποία διεκδικούν επιρροή η αναθεωρητική σουνιτική Τουρκία του Ερντογάν από τη μία πλευρά και το Ισραήλ από την άλλη, υπό το βλέμμα των Ιρανών που έχουν μεν αποδυναμωθεί αλλά παραμένουν υπολογίσιμοι.

Οσο για τους τζιχαντιστές του 2015, άλλοι από εκείνους (η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ – HTS και ο Αλ Σάρα) βρίσκονται πια στη συριακή εξουσία «νομιμοποιημένοι» και άλλοι στις σκιές αυτής της νέας εξουσίας, εν υπνώσει, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να ξαναχτυπήσουν.

Η «κατάλληλη στιγμή» για έναν από αυτούς τζιχαντιστές ήρθε στις 13 Δεκεμβρίου, στην Παλμύρα. Αυτήν τη φορά ωστόσο, τα θύματα δεν ήταν ντόπιοι όπως κατά το χτύπημα που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο στον ελληνορθόδοξο ναό του Προφήτη Ηλία στη Δαμασκό, αλλά Αμερικανοί.

Δύο Αμερικανοί στρατιώτες και ο διερμηνέας τους έπεσαν νεκροί κατά την επίθεση μοναχικού λύκου. Ο ένοπλος, ο οποίος έστησε ενέδρα στους Αμερικανούς προτού πέσει κι εκείνος νεκρός κατά την ανταλλαγή πυρών, φέρεται να είχε σχέσεις με το καλούμενο ισλαμικό κράτος. Ωστόσο, ο ίδιος ήταν παράλληλα μέλος και των νέων δυνάμεων ασφαλείας της Συρίας. Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν εκ των υστέρων από την πλευρά της Δαμασκού και του συριακού υπουργείου Εσωτερικών, επρόκειτο μάλιστα να απολυθεί ως «εξτρεμιστής». Μια ημέρα ποτού απολυθεί ωστόσο, εάν ισχύει ότι όντως επίκειτο η απομάκρυνσή του, εκείνος πρόλαβε να χτυπήσει, προκαλώντας τους πρώτους θανάτους Αμερικανών στη Συρία έπειτα από πολλούς μήνες.

Το περιστατικό προκάλεσε την αντίδραση του ιδίου του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε με «πολύ σοβαρά αντίποινα» από την πλευρά των ΗΠΑ. Αναφορικά με αυτά τα επαπειλούμενα «αντίποινα» εγείρονται ωστόσο ερωτήματα, αφού η αμερικανική διοίκηση (ο ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, ο ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία Τομ Μπάρακ, ο ίδιος ο Τραμπ) συνεχίζει να στηρίζει την πλευρά του Αχμεντ αλ Σάρα… σαν να μη συνέβη τίποτα. Εάν κρίνουμε από όσα δηλώνουν δημόσια, οι Αμερικανοί θεωρούν ότι το νέο συριακό καθεστώς, παρά της τζιχαντιστικές καταβολές του, είναι όντως «αποφασισμένο» να αντιμετωπίσει τις τζιχαντιστικές απειλές. «Χαιρετίζουμε την ισχυρή δέσμευση του Σύρου Προέδρου Άχμεντ αλ Σάρα, ο οποίος συμμερίζεται την ακλόνητη αποφασιστικότητά μας να εντοπίσουμε και να οδηγήσουμε ενώπιον της δικαιοσύνης τους δράστες αυτής της επίθεσης. Μαζί θα εξαλείψουμε την τρομοκρατία στη Συρία», έγραψε χαρακτηριστικά ο Τομ Μπάρακ σε ανάρτησή του έπειτα από την επίθεση της 13ης Δεκεμβρίου.

Ως προς αυτόν τον στόχο της εξάλειψης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας από πρώην ισλαμιστές τρομοκράτες, υπάρχουν ωστόσο εύλογες αμφιβολίες.

Ο Γάλλος ακαδημαϊκός -και συγγραφέας πλήθους βιβλίων για τη Συρία- Fabrice Balanche αναφέρει χαρακτηριστικά, μιλώντας στη δημοσιογράφο ΆμπερινΖαμάν: «Η επίθεση εναντίον των αμερικανικών στρατευμάτων από ένα μέλος των δυνάμεων ασφαλείας του Αλ Σάρα αποδεικνύει ότι αυτές οι δυνάμεις συγκροτήθηκαν από τζιχαντιστές που ανήκαν στην Αλ Κάιντα και στο ISIS, οι οποίοι δεν δέχονται τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ας μην ξεχνάμε ότι εκατοντάδες μαχητές του ISIS κατέφυγαν στο Ιντλίμπ μετά την πτώση της Ράκα το 2017, εντάχθηκαν στην HTS και ορκίστηκαν πίστη στον Αλ Σάρα».

Σε ανάλογο πνεύμα, ο Έλιοτ Γουόλντμαν γράφει στον ιστοχώρο World Politics Review ότι το ισλαμιστικό τρομοκρατικό χτύπημα της 13ης Δεκεμβρίου «εγείρει ερωτήματα σχετικά με την έκταση της βίαιης εξτρεμιστικής ιδεολογίας μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων της μεταβατικής συριακής κυβέρνησης, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει την επίμονη παρουσία του Ισλαμικού Κράτους ως απειλή για την ασφάλεια».

Στην προσπάθεια να υπερασπιστούν τον Αλ Σάρα, κάποιοι τώρα υπενθυμίζουν ότι εκείνος είχε συγκρουστεί με το ISIS ήδη από το 2013. Αυτό που παραλείπουν ωστόσο να αναφέρουν είναι ότι συνέχισε για χρόνια να δρα ως τζιχαντιστής υπό την Αλ Κάιντα. Σε ανάλογο πνεύμα, προκειμένου να υπερασπιστούν όχι μόνο τον Αλ Σάρα αλλά και την Τουρκία που τον στηρίζει, υποστηρίζουν ότι η Αγκυρα και οι υποστηριζόμενες από την Τουρκία συριακές δυνάμεις θα μπορούσαν στο μέλλον να αναλάβουν τον ρόλο που είχαν επί σειρά ετών και εξακολουθούν να έχουν οι Κούρδοι της Συρίας (SDF-YPG) ως εχθρός και δεσμοφύλακας των (φυλακισμένων στη βορειοανατολική Συρία) τζιχαντιστών. Αυτό που παραλείπουν ωστόσο να αναφέρουν είναι η Τουρκία του Ερντογάν για χρόνια ανεχόταν ή ακόμη και στήριζε αυτούς τους τζιχαντιστές ως εχθρούς των εχθρών της, προκειμένου δηλαδή να αποδυναμώσει τους Κούρδους και τον Άσαντ. Ως προς αυτό, υπενθυμίζεται το σκάνδαλο που είχε βγει στο φως όταν η Cumhuriyet αποκάλυψε ότι φορτηγά των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών είχαν «πιαστεί» τον Ιανουάριο του 2014 να περνούν τα σύνορα με τη Συρία μεταφέροντας όχι ανθρωπιστική βοήθεια όπως διεμήνυαν αλλά όπλα και πυρομαχικά…