Δύο χρόνια αναποτελεσματικής διπλωματίας
του υπουργείου Εξωτερικών
με πρωθυπουργική σφραγίδα

Του Πέτρου Τασιού*

Η Ελλάδα υπήρξε χρεωκοπημένη γεωπολιτικά έως το 2016. Τη χρονιά εκείνη, δύο γεγονότα κομβικής σημασίας άλλαξαν τον ρου της ιστορίας.

Πρώτον, η παρέμβαση του Μπαράκ Ομπάμα, 44ου Προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος αφού αρχικά επέβαλε στην Γερμανία να κρατήσει την Ελλάδα εντός της Ευρωζώνης, ενήργησε αποφασιστικά, ώστε το ΔΝΤ να εγκρίνει το μεγαλύτερο δάνειο για την οικονομική διάσωση κράτους έως τότε. Η παρουσία του στην Αθήνα, η οποία ήταν και η τελευταία επίσημη επίσκεψη του στο εξωτερικό στην ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας του, επιβεβαίωσε τη μακροχρόνια αμερικανική στήριξη σε μια συμμαχική χώρα που διένυε την πιο βαθιά κρίση στη σύγχρονη ιστορία της εν καιρώ ειρήνης.

Το καλοκαίρι του 2015, η παρέμβαση του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα επέβαλε στη Γερμανία να κρατήσει την Ελλάδα εντός της Ευρωζώνης. Το δε Νοέμβριο του 2016, η παρουσία του στην Αθήνα επιβεβαίωσε τη μακροχρόνια αμερικανική στήριξη σε μια συμμαχική χώρα που διένυε την πιο βαθιά κρίση στη σύγχρονη ιστορία της εν καιρώ ειρήνης.

Δεύτερον, στην Τουρκία το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επισφράγισε την προβληματική σχέση του άλλοτε «αναντικατάστατου» συμμάχου των ΗΠΑ. Η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε ευθέως την αμερικανική Προεδρία ότι βρισκόταν πίσω από τη συνταγματική εκτροπή. Η Τουρκία δεν είχε μόνο αυτονομηθεί στην εξωτερική πολιτική της, αλλά εμφατικά πια αντιστρατευόταν τα αμερικανικά συμφέροντα.

Οι Αμερικανοί στρατηγιστές του υπουργείου Άμυνας και του υπουργείου Εξωτερικών συνειδητοποίησαν ότι είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για τη μεγάλη αλλαγή αναφορικά με τον σχεδιασμό τους στην Ανατολική Μεσόγειο που θα στηριζόταν σε δυο βασικούς άξονες: αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας και παράκαμψη/μείωση του ρόλου της Τουρκίας. Η προεδρία Ντόναλντ Τραμπ (2017-2021), 45ου προέδρου των ΗΠΑ, υλοποίησε τη δομική αναδιάταξη στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής όπου εντάσσεται η Ανατολική Μεσόγειος, αναδεικνυόμενη για πρώτη φορά ως ξεχωριστή υπο-περιφέρεια με διακριτό γεωπολιτικό στίγμα.

Η Ελλάδα από «band wagoning» (κράτος-ακόλουθος που ευθυγραμμίζεται με μια μεγάλη δύναμη (ΗΠΑ) και γίνεται σύμμαχος αποκομίζοντας δυσανάλογα οφέλη σε σύγκριση με τα κέρδη της σχέσης αυτής) που ήταν ως τότε, αναβαθμίστηκε σε «strategic partner» (στρατηγικό εταίρο) με την υπογραφή της Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης Ελλάδας-ΗΠΑ (2018).

Για πρώτη φορά, απέκτησε αναβαθμισμένη και πολυεπίπεδη γεωπολιτική αξία, τόσο γεωστρατηγικά (άμυνα και ασφάλεια), όσο και γεωοικονομικά (ενέργεια, λιμάνια, ναυπηγεία, υψηλή τεχνολογία), λόγω της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής που διαφοροποίησε άρδην τα δεδομένα υπέρ μας. Η εταιρική σχέση εξελίχθηκε απρόσκοπτα και τάχιστα ως το 2023 από τις κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Δημοκρατίας.

Η Ελλάδα έφτασε όχι μόνο σε ιστορικό υψηλό σχέσεων με τις ΗΠΑ, άλλα έχοντας αποκτήσει και τεχνογνωσία της περιοχής έδειξε ότι έχει τις δυνατότητες να διαδραματίσει νευραλγικό ρόλο ως χώρα πρώτης γραμμής στον αμερικανικό πολιτικό σχεδιασμό. Υπήρχε ένας εξαιρετικός συνδυασμός επιλογής προσώπων και διεθνών συγκυριών που μας ευνόησαν. Ο Μάικ Πομπέο, 70ος υπουργός Εξωτερικών, αριστοτεχνικά υλοποίησε τη νέα αμερικανική πολιτική.

Ο Τζέφρι Πάιατ, πρέσβης στην Αθήνα ως διπλωμάτης καριέρας με θαυμάσιο τρόπο εφάρμοζε τα συμφωνημένα. Στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων του Κογκρέσου, οι Μπόμπ Μενέντεζ και Μάρκο Ρούμπιο έπραξαν θεσμικά το μέγιστα ταυτίζοντας τα συμφέροντα των ΗΠΑ με αυτά της Ελλάδας στην περιοχή.

Το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον Ιούλιο του 2016, επισφράγισε την προβληματική σχέση του άλλοτε «αναντικατάστατου» συμμάχου των ΗΠΑ. Η Άγκυρα κατηγόρησε ευθέως την αμερικανική Προεδρία ότι βρισκόταν πίσω από τη συνταγματική εκτροπή. Η Τουρκία δεν είχε μόνο αυτονομηθεί στην εξωτερική πολιτική της, αλλά εμφατικά πια αντιστρατευόταν τα αμερικανικά συμφέροντα.

Στο εσωτερικό, οι επιλογές του Νίκου Κοτζιά, αλλά κυρίως του Νίκου Δένδια στην ηγεσία της ελληνικής διπλωματίας ήταν όντως οι ενδεδειγμένες μιας και αποδείχτηκαν ικανότατοι στην εκτέλεση της κυβερνητικής πολιτικής. Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο την περίοδο εκείνη, αλλά και μετά συνέχιζαν να είναι μόνο θετικές για την Ελλάδα (συγκρουσιακή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση, δυναμική είσοδος της Κίνας, σταθεροποίηση της ρωσικής επιρροής και ανακάλυψη νέων ενεργειακών κοιτασμάτων), ενώ οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ επιδεινώνονταν συνεχώς, έχοντας υποβαθμιστεί από στρατηγικές σε συμμαχικές και από συμμαχικές σε συναλλακτικές. Οι δυο χώρες βρίσκονταν σε συγκρουσιακή τροχιά.

Στη δεύτερη θητεία της παρούσας κυβέρνησης, την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών αναλαμβάνει ως υπουργός ο -άπειρος περί των διεθνών σχέσεων- Γιώργος Γεραπετρίτης και υφυπουργός η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, πρέσβης έως τότε στην Ουάσιγκτον (27 Ιουνίου 2023). Είχαν συμπληρωθεί πέντε χρόνια στη Στρατηγική Εταιρική Σχέση και η διοίκηση του Τζο Μπάιντεν συνέχιζε σχεδόν απαρέγκλιτα την πολιτική του προκατόχου του στην υλοποίηση του σχεδιασμού αναφορικά με τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.

Η ανάληψη από τα προαναφερόμενα πρόσωπα του πιο σημαντικού υπουργείου για την εκπροσώπηση της χώρας μας, σηματοδότησε και την αλλαγή πολιτικού σχεδιασμού της κυβέρνησης αναφορικά με τις ΗΠΑ, στη βάση τριών σταθερών:

– Εξευμενισμός της Τουρκίας με παραχωρήσεις και υποχωρητικότητα στα όρια της «Φινλανδοποίησης».

– Άρνηση περαιτέρω γεωπολιτικής αναβάθμισης, μη ανάληψη νέων ρόλων και διαχειριστική λογική στα υπάρχοντα κεκτημένα που κεφαλαιοποιήθηκαν έως τότε.

– Απόλυτη ταύτιση με τους Δημοκρατικούς σε θέματα εσωτερικής ατζέντας (ταυτοτικά) και διεθνών σχέσεων.

Η ηγεσία Γεραπετρίτη-Παπαδοπούλου (στη φωτογραφία, ο πρώτος ενώπιον του Τούρκου προέδρου Ρ.Τ. Ερντογάν το Δεκέμβριο του 2023) σηματοδότησε την αλλαγή σχεδιασμού της κυβέρνησης αναφορικά με τις ΗΠΑ, στη βάση τριών σταθερών: πρώτον, εξευμενισμός της Τουρκίας με παραχωρήσεις και υποχωρητικότητα στα όρια της «Φινλανδοποίησης», δεύτερον, άρνηση περαιτέρω γεωπολιτικής αναβάθμισης, μη ανάληψη νέων ρόλων και διαχειριστική λογική στα υπάρχοντα κεκτημένα που κεφαλαιοποιήθηκαν έως τότε και, τρίτον, απόλυτη ταύτιση με τους Δημοκρατικούς σε θέματα εσωτερικής ατζέντας (ταυτοτικά) και διεθνών σχέσεων.

Με τους νέους αυτούς πυλώνες, έργα και ήμερες των δυο τελευταίων ετών για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις συνοψίζονται ως εξής:

Διακήρυξη των Αθηνών Περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας (Δεκέμβρης 2023)

Η Διακήρυξη των Αθηνών ουσιαστικά «ξεπλένει» την Τουρκία ως προς την αντιαμερικανική στάση της, το διαλυτικό ρόλο της στο ΝΑΤΟ και την αναβαθμίζει γεωπολιτικά. Κυρίως, εγείρει ερωτηματικά και ζητήματα αξιοπιστίας από τις ΗΠΑ στο κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να έχει το ρόλο συμμαχικής χώρας πρώτης γραμμής στην Ανατολική Μεσόγειο, αφού ένας από τους κεντρικούς στόχους του αμερικανικού σχεδιασμού είναι η παράκαμψη της ερντογανικής Τουρκίας. Στο ίδιο πλαίσιο, δυσαρεστεί και το Ισραήλ, υπονομεύοντας τη συνοχή της τριμερούς συμμαχίας «3+1» (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ +ΗΠΑ) που αποτελεί (και θεσμικά) τη ραχοκοκαλιά της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας των ΗΠΑ στην περιοχή από το 2019. Ο ανορθολογισμός της ελληνικής προσέγγισης είναι πασιφανής. Στην Ελλάδα, που απειλείται διαχρονικά από την τουρκική επιθετικότητα και μάλιστα ποιοτικά αναβαθμισμένη και με αυξανόμενη ένταση τα τελευταία χρόνια, δόθηκε ο ρόλος και τα μέσα από τις ΗΠΑ για τον περιορισμό επιρροής και τη μείωση ισχύος της Τουρκίας. Αντί να αξιοποιήσει αυτό, η κυβέρνηση εδώ και δυο χρόνια εναγκαλίζεται θανάσιμα την Τουρκιά σε μια ετεροβαρή σχέση εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, πράττοντας το αντίθετο ακριβώς από τη στόχευση των ΗΠΑ, την αναβάθμιση της γεωπολιτικής μας αξίας, υπονομεύοντας ταυτόχρονα την εξωτερική εξισορρόπηση που μας δίνει η τριγωνική αυτή σχέση.

Στα τέλη του 2023, η Ελλάδα απώλεσε, λόγω λαθών και αδράνειας του υπουργείου Εξωτερικών, δάνειο $ 2 δις που πρόσφεραν οι ΗΠΑ, με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο μέσω του FMF, από τα όποια το 10% του συνολικού ποσού θα ήταν με μορφή δωρεάν βοήθειας. Μεταξύ άλλων εξοπλιστικών προγραμμάτων, θα εξασφαλιζόταν και χρηματοδότηση για τα F-35.

Προσφορά χαμηλότοκου δάνειου $ 2 δις από το Foreign Military Financing (Δεκέμβρης 2023)

Τον Οκτώβρη 2023, ξεκίνησαν διερευνητικές συνομιλίες μεταξύ του Αμυντικού Τμήματος της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα και των εκπροσώπων του γραφείου της υφυπουργού Εξωτερικών, Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, της αρμόδιας Διεύθυνσης Βορείου Αμερικής του υπουργείου Εξωτερικών και του υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ για τη χορήγηση απευθείας δανείου (με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο), μέσω προγράμματος του Foreign Military Financing, αξίας $ 2 δις από τα όποια το 10% του συνολικού ποσού ($ 200.000.000) θα ήταν με μορφή δωρεάν βοήθειας. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ικανοποίησαν τις ελληνικές απαιτήσεις και δεν υπήρχαν παρά λίγες εκκρεμότητες για την κατάρτιση του κειμένου σε σύμβαση. Πρακτικά, η Ελλάδα εκταμίευε πολύ μεγάλο ποσό που θα περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, χρηματοδότηση για τα F-35. H διορία για την απάντηση ήταν ως το τέλος του χρόνου. Τελικά, χάθηκε το χαμηλότοκο δάνειο από το FMF που οι ΗΠΑ προσέφεραν για εξοπλιστικά προγράμματα λόγω αδράνειας και έλλειψης συνεννόησης μεταξύ των υπουργείων Άμυνας και Εξωτερικών. Πρωτίστως όμως με υπαιτιότητα του τελευταίου που είχε τον κύριο λόγο… Αυτή η αναβλητικότητα και η διαπραγματευτική αποτυχία έχει επιπτώσεις έως σήμερα. Η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους εξασφάλισης, τουλάχιστον, των $ 200.000.000 ως αυτόνομη, δωρεάν ενίσχυση από τις ΗΠΑ, χωρίς αποτέλεσμα.

Επιστολή Μπλίνκεν για τα εξοπλιστικά (Ιανουάριος 2024)

Η επιστολή του Άντονι Μπλίνκεν, του Αμερικανού τότε υπουργού Εξωτερικών προς τον Έλληνα πρωθυπουργό για τα εξοπλιστικά περιλαμβάνει, πέρα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς (F-35) και των φρεγατών Constellation για αγορά και συμπαραγωγή αντίστοιχα, δυο μεταγωγικά C-130, κινητήρες αεροσκαφών P-3 και 60 τεθωρακισμένα μάχης Bradley. Η δωρεάν στρατιωτική βοήθεια για τη συνήθη μεταφορά πλεονάζοντος αμυντικού υλικού ήταν ό,τι πιο ακατάλληλο και περιορισμένο μπορούσε να πάρει η Ελλάδα. Μάλιστα ενάμιση χρόνο μετά, ελάχιστα από όσα περιλαμβάνονται ως υπόσχεση έχουν δρομολογηθεί προς υλοποίηση

Στο παρελθόν, έχουν δοθεί από την αμερικανική πλευρά στην Ελλάδα πολύ μεγαλύτερα ανάλογα αμυντικά πακέτα. Το 1990, όταν ανανεώθηκε η προηγούμενη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και υπουργό Εξωτερικών τον Αντώνη Σαμαρά, είχαμε δωρεάν εξοπλιστική χρηματοδότηση $ 345 εκατ., διαγραφή οφειλών $ 50 εκατ., 28 Fantom (F-4E), 28 Κορσέρ (A-7), 6 αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P3A, 4 αντιτορπιλικά Adams και υπόσχεση (που τηρήθηκε) για την παραλαβή, από τις χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, μεγάλων ποσοτήτων υλικού που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Μάλιστα αυτό έγινε στο τέλους του Ψυχρού Πόλεμου, όταν η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας ήταν μειωμένη λόγω κατάρρευσης του κομμουνιστικού μπλοκ. Πιο πρόσφατα (2018), στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η Ελλάδα κατάφερε να εξασφαλίσει 70 ελικόπτερα Kiowa από το πλεόνασμα των ΗΠΑ. Και το 2019, ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος πέτυχε τη σταδιακή παραλαβή 1.200 πλεοναζόντων τεθωρακισμένων Μ-1117.

Είναι απορίας άξιον πώς η ελληνική κυβέρνηση σε αυτήν την ιδιαίτερη ευνοϊκή γεωπολιτική συγκύρια διαρκείας, έχοντας ταχθεί απόλυτα διπλωματικά και πολιτικά με τη γραμμή της τότε προεδρίας Τζο Μπάιντεν έναντι της Ρωσίας και δίνοντας στρατιωτικό υλικό στην Ουκρανία, δεν ζήτησε και/ή δεν απέσπασε τα κατάλληλα ανταλλάγματα. Ήταν μια ιστορική ευκαιρία να κεφαλαιοποιήσει τη στάση της στο ρωσο-ουκρανικό πόλεμο, παίρνοντας γενναιόδωρο δωρεάν εξοπλιστικό πακέτο.

Αναβάθμιση παλαιών και πώληση νέων F-16 στην Τουρκία (Φεβρουάριος 2024)

Τον Οκτώβριο 2021, κατατέθηκε αίτημα από την Τουρκία για τη συνδρομή των ΗΠΑ στην αναβάθμιση του στόλου της πολεμικής αεροπορίας της που αντιμετωπίζει σημαντικές ελλείψεις και προβλήματα εκσυγχρονισμού. Εν τέλει, έγινε άρση του άτυπου εμπάργκο όπλων, ξεπερνώντας τους περιορισμούς του Κογκρέσου για την απόκτηση νέων και αναβάθμιση παλαιών F-16 της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας.

Περάσαν 28 μήνες μέχρι να υπάρξει συμφωνία. Δεν είναι γνωστό αν ελληνική πλευρά ανέλαβε πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση επηρεασμού και παρεμπόδισης της έγκρισης του εξοπλιστικού προγράμματος ή σιωπηρά συναίνεσε στην απόφαση αυτή. Πάντως αποτελεί τουλάχιστον ειρωνεία ότι ο κ. Άγγελος Συρίγος, με θεσμική ιδιότητα ως μέλος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής ‘Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, είχε πάρει δημόσια θέση υπέρ της απόκτησης των F-16 από την Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση, πιστώνεται στην κυβέρνηση η αρνητική αυτή εξέλιξη, η όποια κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον και την αεροπορική ισορροπία υπέρ της Ελλάδας.

Τον Ιανουάριο του 2024, η επιστολή του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, προς τον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη (για την οποία, μάλιστα, έκανε ειδικό διάγγελμα από το Μαξίμου) αφορούσε ακατάλληλο υλικό για την Ελλάδα και, ως σήμερα, δεν έχει υλοποιηθεί τίποτα σχετικό με αυτήν. Αντίθετα, το 1990, όταν ανανεώθηκε η προηγούμενη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, με πρωθυπουργό τον Κων. Μητσοτάκη και υπουργό Εξωτερικών τον Αντ. Σαμαρά, εξασφαλίστηκαν δωρεάν εξοπλιστική χρηματοδότηση $ 345 εκατ., διαγραφή οφειλών $ 50 εκατ., 28 Phantom (F-4E), 28 Κορσέρ (A-7), 6 αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P3A, 4 αντιτορπιλικά Adams και υπόσχεση (που τηρήθηκε) για την παραλαβή, από τις χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Ατόνησε η τριγωνική σχέση «3+1» (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ + HΠΑ) με ευθύνη της Ελλάδας,

Το σχήμα «3+1», που δρομολογήθηκε επί θητείας Μάικ Πομπέο (2019), αποτελεί συνέχεια του τριμερούς σύμφωνου Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ το οποίο εγκαινιάστηκε έξι χρόνια νωρίτερα (2013). Λειτουργεί πολλαπλασιαστικά για την αρχιτεκτονική ασφάλειας των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από τότε έχουν γίνει 11 συναντήσεις, τρεις από τις οποίες έλαβαν χώρα τα τελευταία δυο χρόνια με τη σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.

Αυτή η αμερικανική τριγωνική διπλωματία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συνεργασία στον τομέα της ενέργειας. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ (Great Sea Interconnector) παραμένει στάσιμη στο κομμάτι Ελλάδας-Κύπρου λόγω της υποχωρητικότητας της κυβέρνησης, αναστέλλοντας επ’ αόριστον την πρόοδο των ερευνών βυθού του ηλεκτρικού καλωδίου ύστερα από τις τουρκικές απειλές. Η Ελλάδα εμφανίζει εικόνα μη αξιόπιστου σύμμαχου που ετεροπροσδιορίζεται από την Τουρκία.

Αποτελεί τραγική αντίφαση ότι η χώρα μας υπονομεύει την αξιοπιστία και την συνεκτικότητα του «3+1» που στόχο, πρωτίστως, έχει τον περιορισμό του τουρκικού αναθεωρητισμού στην περιοχή. Αυτός ο τριμερής μηχανισμός είχε ατονήσει έως και πρόσφατα, εν μέσω σημαντικών γεωπολιτικών προκλήσεων. Κατόπιν ισραηλινών πρωτοβουλιών βρίσκει πάλι βηματισμό. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι άτολμη στα να ακολουθήσει την προοπτική αναβάθμισης του «3+1» από πολιτική και ενεργειακή σε στρατιωτική συμμαχία.

Σύμβαση με την εταιρία lobbying του BGR Group (Φεβρουάριος 2025)

Η κυβέρνηση προχώρησε σε συνεργασία με τον όμιλο BGR για την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων στην Ουάσιγκτον έναντι αμοιβής $ 600 χιλιάδων. Ο όμιλος διατηρεί στενές σχέσεις με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και έχει να επιδείξει πολύ θετικά επιτεύγματα για τα ξένα κράτη από τα οποία εργοδοτείται εδώ και δεκαετίες. Επί της αρχής, η κίνηση αυτή είναι θετική, γιατί χρειάζονται επαγγελματίες λομπίστες πέρα από τις ελληνοαμερικάνικες οργανώσεις που, αν και κάνουν πολύ καλή δουλειά, έχουν νομικούς περιορισμούς. Δυστυχώς, όμως, η συγκεκριμένη περίπτωση καταδεικνύει τη μη αποτελεσματική πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων της νέας Προεδρίας. Η ελληνική ομογένεια στις ΗΠΑ έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό σύστημα επηρεασμού στη λήψη αποφάσεων, κατάγοντας σημαντικότατες επιτυχίες τα τελευταία χρόνια. Διαθέτει την τεχνογνωσία. Αν έχει τη μέγιστη στήριξη και τον καλύτερο συντονισμό από την Ελλάδα, μπορεί επάξια να συνεχίσει να σηκώνει το βάρος της προώθησης των εθνικών συμφερόντων, αντί να δαπανώνται ποσά σε απρόσωπους οργανισμούς με αμφίβολα αποτελέσματα. Πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη στους ομογενείς μας. Είναι πιο επιχειρησιακοί και, κυρίως, το κάνουν (οι περισσότεροι) με αγάπη και ανιδιοτέλεια για το εθνικό κέντρο. Ο συνδυασμός με το κρατικό ελληνικό λόμπι διαφαίνεται να είναι η ιδανική περίπτωση.

Επίσκεψη 34 νομοθετών του Κογκρέσου στην Αθήνα (Απρίλιος 2025)

Τη Μεγάλη Εβδομάδα, πολυμελής αντιπροσωπεία μελών του Κογκρέσου από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα περιόδευσε στη χώρα μας υπό την αιγίδα της κεντρικής διοίκησης της ΑΗEPA στις ΗΠΑ που είναι η ιστορικότερη, μεγαλύτερη και πιο επιδραστική ομογενειακή οργάνωση. Η ηγεσία της, με επικεφαλής τον Ύπατο Πρόεδρο, Σάββα Τσίβικο, απευθύνθηκε εγκαίρως στο υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας τη μέγιστη δυνατή πολιτική εκπροσώπησή του, άλλα και συνολικά από την κυβέρνηση στη δεξίωση προς τιμή των 33 βουλευτών (τρεις από τους όποιους ανήκουν στην Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων) και ενός γερουσιαστή στο Μουσείο της Ακρόπολης τη Μεγάλη Πέμπτη. Η απάντηση που δόθηκε από το Υπουργείο ήταν άκρως απαξιωτική, επικαλούμενο αδυναμία παρουσίας λόγω άσκησης θρησκευτικών καθηκόντων και απουσίας τους από την Αθήνα. Η μοναδική παρουσία ήταν αυτή του αναπληρωτή υφυπουργού Εξωτερικών για θέματα Αποδήμου Ελληνισμού, Ιωάννη Λοβέρδου που θεσμικά επαρκούσε για τους αξιωματούχους της AHEPA, αλλά επ’ ουδενί για μια τόσο σημαντική και πολυπληθής ομάδα νομοθετών της μεγαλύτερης παγκόσμιας δύναμης και του στενότερου συμμάχου της Ελλάδας.

Το σχήμα «3+1», που δρομολογήθηκε επί θητείας Μάικ Πομπέο (2019), αποτελεί συνέχεια του τριμερούς σύμφωνου Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ το οποίο εγκαινιάστηκε έξι χρόνια νωρίτερα.

Δέκα ερωτήματα

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω προκύπτουν ευλόγως τα εξής ερωτήματα στα οποία θα όφειλε να δώσει απαντήσεις η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΞ:

1) Ποιοι ήταν οι λόγοι της μονομερούς ταύτισης με το Δημοκρατικό Κόμμα, παίρνοντας ανοιχτή θέση εναντίον της υποψηφιότητας του Ντόναλντ Τραμπ, αν κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης του εγκαινιάστηκε και οικοδομήθηκε η Στρατηγική Εταιρική Σχέση;

2) Πώς ωφελεί τις σχέσεις Ελλάδας-ΗΠA η εφαρμογή της Διακήρυξης των Αθηνών με την πολιτική κατευνασμού και υποχωρητικότητας έναντι της Τουρκίας;

3) Γιατί χάθηκε το χαμηλότοκο δάνειο των 2 δις δολαρίων για τα εξοπλιστικά;

4) Γιατί το «Πακέτο Μπλίνκεν» ήταν τόσο περιορισμένο και προβληματικό;

5) Γιατί απομειώθηκε η δυναμική του 3+1 (έως την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ) και κωλυσιεργεί η αναβάθμιση της τριγωνικής σχέσης από πολιτική και ενεργειακή σε στρατιωτική;

6) Ποιες ενέργειες έγιναν, ώστε να παραταθεί και να μην γίνει τελικά η άρση του άτυπου εμπάργκο για τα F-16 κατά της Τουρκίας από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία στις ΗΠΑ;

7) Γιατί δεν υπήρξε υψηλή κυβερνητική εκπροσώπηση στην επίσκεψη των 33 βουλευτών και ενός γερουσιαστή των Ρεπουμπλικάνων στην Αθήνα , απαξιώνοντας ουσιαστικά την παρουσία τους;…

8) Ποια είναι τα θετικά αποτελέσματα για την Ελλάδα που έχει επιφέρει η συνεργασία με το BGR Group έως τώρα;

9) Τι έχει γίνει από ελληνικής πλευράς, ώστε να διορθωθούν οι τραγικές επιλογές δέκα μήνες μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ;

10) Υπάρχει πραγματιστικό σχέδιο προσέγγισης του Αμερικανού Προέδρου με σκοπό την επανεκκίνηση των διμερών σχέσεων;

To Φεβρουάριο του 2025, η κυβέρνηση προχώρησε σε συνεργασία με τον όμιλο BGR για την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων στην Ουάσιγκτον. Επί της αρχής, η κίνηση αυτή είναι θετική, γιατί χρειάζονται επαγγελματίες λομπίστες πέρα από τις ελληνοαμερικάνικες οργανώσεις που έχουν νομικούς περιορισμούς, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση καταδεικνύει τη μη αποτελεσματική πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων της νέας Προεδρίας.

Φυσικά, ο Πρωθυπουργός έχει ακέραια την ευθύνη για τις επιλογές στο κρίσιμο αυτό Υπουργείο, δεδομένου ότι ο ίδιος προγραμματίζει κεντρικά την εξωτερική πολιτική. Ταυτόχρονα, είναι υπόλογος και για τη διαμορφωθείσα αρνητική στάση στον κύκλο του 45ου και 47ου Αμερικανού Προέδρου έναντι της ελληνικής κυβέρνησης λόγω της επιλογής του να ταυτιστεί μονομερώς με τους Δημοκρατικούς, αφήνοντας μάλιστα, μεταξύ άλλων, υψηλόβαθμους αξιωματούχους να καταφέρονται προσωπικά εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ στη δημόσια σφαίρα. Και, φυσικά, ήταν αυτός που σε ρόλο «μαέστρου» ενορχήστρωνε το αφήγημα περί «Τραμπισμού», με ανοιχτή υποστήριξη υπέρ της Καμάλα Χάρις στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου.

Είναι φανερό ότι η 47η Προεδρία δεν έχει ακόμη πεισθεί ότι η παρούσα κυβερνητική πολιτική είναι προς τη σωστή κατεύθυνση προκειμένου να υπάρξει «ξεπάγωμα» των ελληνοαμερικανικών σχέσεων που το εγχώριο πολιτικό προσωπικό, συνολικά, ψευδώς ευαγγελίζεται ότι είναι σε ιστορικό υψηλό.

Αυτό αντανακλάται, εμφατικά, και στην απουσία Αμερικανού πρέσβη, αφού η θέση παραμένει ακέφαλη μετά την αποχώρηση του Γεώργιου Τσούνη, εδώ και εννέα μήνες. Ταυτόχρονα, ο Ντόναλντ Τραμπ όχι μόνο αρνείται να συναντήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έστω και στο περιθώριο κάποιας διεθνούς συνάντησης, αλλά τον αγνοεί επιδεικτικά ακόμη και για μια τυπική χειραψία.

Το δίδυμο Γεραπετρίτη- Παπαδοπούλου συνεχίζει να διολισθαίνει από τη μια αποτυχία στην άλλη, κατόπιν πρωθυπουργικών εντολών. Σε αυτήν την κρίσιμη συγκυρία για τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ υπήρξε παλινωδία στην επιλογή του πρέσβη μας στην Ουάσιγκτον που θα αντικαταστήσει την απερχόμενη Αικατερίνη Νασίκα.

Αρχικά, προτάθηκε ο -ακατάλληλος για τη θέση αυτή- κ. Κώστας Κούτρας. Δεν έχει υπηρετήσει ποτέ ως επικεφαλής Πρεσβείας πάρα μόνο σε Γενικό Προξενείο, όντας χαμηλά στην επετηρίδα του Υπουργείου (131ος στην ιεραρχία).

Ήταν απόφαση της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου την οποία ορθώς απέρριψε ο Πρωθυπουργός. Μετέπειτα, προκρίθηκε η εξαιρετική επιλογή του Ιωάννη Βραΐλα, μόνιμου αντιπροσώπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση που όμως δεν τελεσφόρησε, αφού θεωρήθηκε αναντικατάστατος εκεί.

Στη συνέχεια, διέρρευσαν στον Τύπο πληροφορίες για μια προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους που δεν ανήκει στη Διπλωματικό Υπηρεσία, για να αναλάβει τη δύσκολη αυτή αποστολή, η όποια δεν τελεσφόρησε.

Τελικά, η τοποθέτησή του Αντώνη Αλεξανδρίδη (πρέσβη στη Παρίσι) στη νευραλγική αυτή θέση είναι οριστική. Οι υπαναχωρήσεις στην απόφαση για το πρόσωπο που θα σταλεί στην Ουάσιγκτον επιβεβαιώνει το τέλμα που έχει περιέλθει η ηγεσία του ΥΠΕΞ.

Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, και η υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας επικίνδυνης πολιτικής που θέλει να επιστρέψει την Ελλάδα στη γεωπολιτική ανυποληψία, πριν οι ΗΠΑ αποφασίσουν την αναβάθμιση της, δίνοντάς της ρόλους στην περιοχή.

Το ελάχιστο που χρειάζεται να γίνει είναι η αντικατάσταση της αποτυχημένης πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΞ, χωρίς άλλη καθυστέρηση, αφού θα έχει, μεταξύ άλλων, και σημειολογική σημασία. Το ουσιαστικό είναι η αναθεώρηση της κυβερνητικής στόχευσης, ώστε να δοθεί ευκαιρία να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε με τις ΗΠΑ. Χρειάζεται ολιστικό σχέδιο για την επανεκκίνηση της Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης.

Ο Πρωθυπουργός είναι υπόλογος για τη διαμορφωθείσα αρνητική στάση στον κύκλο του Προέδρου των ΗΠΑ λόγω της επιλογής του να ταυτιστεί μονομερώς με τους Δημοκρατικούς, αφήνοντας μάλιστα υψηλόβαθμους αξιωματούχους να καταφέρονται προσωπικά εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ στη δημόσια σφαίρα με το αφήγημα περί «Τραμπισμού» και την ανοιχτή υποστήριξη της κυρίας Καμάλα Χάρις.

Ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που στην πρώτη τετραετία διακυβέρνησης του (2019-2023) έφτασε τις σχέσεις των δυο χωρών τόσο ψηλά από ελληνικής πλευράς. Είναι ο ίδιος που στα μέσα της δεύτερης θητείας του πρέπει να διορθώσει τα ατοπήματα, τις παραλείψεις και κυρίως τη συνολικά λανθασμένη στόχευση του, που έχει οδηγήσει τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ σε οπισθοδρόμηση.

Εάν δεν μπορεί να το κάνει, τότε ως υπεύθυνος ηγέτης χρειάζεται να βγει «έκτος πλαισίου». Ακόμη αν και αυτό επιτάσσει λύσεις, όπου το εθνικό συμφέρον μπαίνει πρώτα και πάνω από προσωπικά οφέλη και κομματικές επιδιώξεις.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό, συνολικά, είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσει ότι το μεταβαλλόμενο, ρευστό και συγκρουσιακό πολυπολικό διεθνές σύστημα (του οποίου, στην παρούσα φάση, οι ΗΠΑ επιδιώκουν την αναδιάταξή του για τη διατήρηση της ηγεμονίας τους), επιτάσσει τα συμμαχικά κράτη να παίρνουν θέσεις και να αναλαμβάνουν ρόλους στο πλαίσιο της ανακατανομής ισχύος και του επαναπροσδιορισμού συμφερόντων.

Η Ελλάδα έχει μόνο μια γεωπολιτική επιλογή: να παραμείνει χώρα πρώτης γραμμής στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό εν μέσω ευνοϊκών δεδομένων διαρκείας υπέρ της σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο. Να καταστεί το «κράτος-κλειδί» των ΗΠΑ στην περιοχή!

  • Διεθνολόγος με ειδίκευση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική