Του Πέτρου Τασιού*

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΜΗ ΕΥΟΔΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Και ενώ η αμερικανική πολιτική για τους δικούς της λόγους, τη δεδομένη χρονική περίοδο, στεκόταν απόλυτα ευνοϊκά προς το ελληνικό εθνικό συμφέρον, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος με την αρνητική του στάση, σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, εμπόδισε σθεναρά την πραγματοποίηση του ενωτικού Σχεδίου.

Για το πρώτο Σχέδιο Άτσεσον έφτασε στην Αθήνα, για να συναντηθεί με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος τον ενημέρωσε για την πορεία των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη προς την κατεύθυνση της Ένωσης των δύο κρατών (27 Ιουλίου 1964).

Τρεις μέρες αργότερα, ο Μακάριος δήλωσε: «αυτόκλητοι μεσολαβηταί ανέπτυξαν προσφάτως εις τα παρασκήνια της Γενεύης έντονον δραστηριότητα προς εκτροχιασμόν του Κυπριακού εκ της ακολουθητέας γραμμής… Οι αυτόκλητοι αυτοί μεσολαβηταί ως καλώς γνωρίζω επεξεργάσθηκαν απαράδεκτα σχέδια λύσεως του Κυπριακού…».

Η προσπάθεια να πεισθεί ο Μακάριος να δεχτεί την ενωτική λύση συνεχίστηκε και τον επόμενο μήνα με πολύωρες συναντήσεις με τον Έλληνα πρωθυπουργό και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο τέως Βασιλιάς ανέφερε ότι ο ίδιος κατόρθωσε να αποσπάσει καταρχάς τη συγκατάθεση του Μακαρίου, ο οποίος του είπε: «άκουσε κάτι, εγώ το δέχομαι τώρα. Σας το λέω αυτή τη στιγμή». Στη συνέχεια, όμως, ο Μακάριος υπαναχώρησε και απέρριψε το Σχέδιο.

Κατόπιν, όταν το δεύτερο Σχέδιο Άτσεσον γνωστοποιήθηκε στον Μακάριο (22 Αυγούστου 1964), ο Πέτρος Γαρουφαλιάς είπε ότι «η αποδοχή των προτάσεων θα οδηγούσε σε αιματοκύλισμα της Κύπρου», μεταφέροντας με τον πιο εμφατικό τρόπο τη θέση του Μακαρίου για την Ένωση.

Αυτά καταμαρτυρεί ο Ιωάννης Σωσσίδης στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, την ίδια μέρα, παρουσία του Δημήτρη Νικολαρεΐζη, ο οποίος υπηρετούσε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στη Γενεύη.

Από ελληνικής πλευράς, υπάρχουν δύο ακόμη αξιόπιστες πηγές. Η επιστολή του Γεωργίου Παπανδρέου προς τον Ντιν Άτσεσον (22 Αυγούστου 1964) που επίσημα γνωστοποιεί την αδυναμία αποδοχής του Σχεδίου, αναφέροντας: «ο Αρχιεπίσκοπος απορρίπτει απολύτως την παραχώρηση οποιασδήποτε βάσης είτε στο ΝΑΤΟ είτε στην Τουρκία.

Οραματίζεται, επίσης, την κατάργηση των βρετανικών βάσεων». Επίσης, η μαρτυρία του μετέπειτα υπουργού Σάκη Πεπονή: «ο Μακάριος μου είπε απερίφραστα ότι αποδεχόταν την Ένωση υπό την προϋπόθεση ότι η Κύπρος δε θα εντασσόταν, δε θα υπαγόταν στο ΝΑΤΟ. Ξαφνιάστηκα».

Ο Μακάριος, με επιδέξιο τρόπο, τορπίλιζε κάθε φορά το ενωτικό εγχείρημα, εμφανίζοντας εαυτόν ως τον αυθεντικό προασπιστή της Ένωσης με την Ελλάδα.

Πάντα μιλούσε για Ένωση, αλλά πάντα οι ενέργειές του απέβλεπαν στην ανεξαρτησία. Το πρώτο Σχέδιο το ονόμασε διχοτόμηση, στο δε δεύτερο υποστήριξε ότι δεν πραγματοποιούνταν η πλήρης ένωση με την παρουσία των βάσεων της Μεγάλης Βρετανίας και της Τουρκίας, τις οποίες δεν δεχόταν.

Ωστόσο, το 1959 είχε αποδεχθεί ασμένως τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, οι οποίες προέβλεπαν τον αποκλεισμό δια παντός της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, την εγκατάσταση Τουρκικής Στρατιωτικής Δύναμης στην Κύπρο, την εφαρμογή καθεστώτος συνδιοίκησης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων (με Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο) και την παραχώρηση σημαντικών και εκτεταμένων κυρίαρχων βρετανικών στρατιωτικών βάσεων και στρατιωτικών διευκολύνσεων σε διάφορα άλλα σημεία της Κύπρου.

Με τη στάση του, εκβίαζε την Ελλάδα και εξόργιζε τις ΗΠΑ στρεφόμενος εναντίον των χωρών που εγγυόνταν την ασφάλεια της Κύπρου. Η τότε κυβέρνηση είχε αποστείλει, μυστικά ,ολόκληρη μεραρχία για την αμυντική θωράκιση του νησιού και ο Λύντον Τζόνσον είχε αποτρέψει την τουρκική εισβολή.

Ήταν, κατά τον Αμερικανό πρέσβη στη Λευκωσία, Φρέιζερ Ουίλκινς, «εγκληματικά απερίσκεπτος». Ο Ντιν Άτσεσον, σε συνεδρίαση στην Ουάσινγκτον (8 Σεπτεμβρίου 1964), ανέφερε στους Λύντον Τζόνσον, Μακ Ναμάρα και Τζορτζ Μπολ σχετικά με τα πεπραγμένα της Γενεύης ότι καμία διαδικασία διευθέτησης δεν ήταν δυνατή λόγω της ακαμψίας που επέδειξε ο Μακάριος. Ο Σακάρι Τουομιόγια στους εκπροσώπους της ελληνικής αποστολής είπε: «Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ματαίωσε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα».

Υπήρχαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θεωρήσεις αναφορικά με το πλαίσιο στο οποίο η Κύπρος θα αντιμετώπιζε τον τουρκικό κίνδυνο, αλλά και την υπόστασή της στο διεθνές σύστημα.

Η πρώτη προέκρινε τη λύση της Ένωσης. Η Κύπρος θα γινόταν μέλος της Δυτικής Συμμαχίας και, ως αναπόσπαστο κομμάτι της Ελλάδας, θα προστατευόταν αποτελεσματικά από τις τουρκικές ίντριγκες. Οι διαφορές θα διευθετούνταν στο ΝΑΤΟϊκό πλαίσιο κατά τρόπο επωφελή για την ενιαία κρατική οντότητα που καταλάμβανε δεσπόζουσα στρατηγική θέση στην περιοχή.

Η άλλη ήταν αυτή της ανεξαρτησίας, η οποία πρέσβευε ότι είναι προτιμότερη η ύπαρξη δύο ελληνικών κρατών αντί ενός. Η απειλή της Τουρκίας μπορούσε να εξισορροπηθεί με την υποστήριξη των χωρών που ανήκαν στο Κίνημα των Αδέσμευτων και εκείνων του κομμουνιστικού συνασπισμού. Η διευθέτηση των εντάσεων θα γινόταν πάντα μέσω του ΟΗΕ.

Οι λόγοι που ο Μακάριος δεν επιθυμούσε την Ένωση είχαν να κάνουν με προσωπικά κίνητρα παρά με οτιδήποτε άλλο. Έχοντας ταυτόχρονα θρησκευτική και κοσμική εξουσία, γνώριζε πολύ καλά ότι, αν η Κύπρος έπαυε να είναι ανεξάρτητη κρατική οντότητα, στην καλύτερη περίπτωση θα υποβιβαζόταν από «Εθνάρχης» σε «Νομάρχης». Με την προσέγγισή του, έβαλε το προσωπικό συμφέρον πάνω από το εθνικό.

Όμως και η ελληνική κυβέρνηση κράτησε επαμφοτερίζουσα στάση, με τον τότε Πρωθυπουργό να δείχνει άτολμος στη λήψη αποφάσεων και εγκλωβισμένος από την παρελκυστική πολιτική του Μακαρίου.

Συνολικά, απέρριψε τα Σχέδια Άτσεσον τρεις φορές, ενώ τα απεδέχθη δύο, συγκεντρώνοντας τα επικριτικά σχόλια των ΗΠΑ για τις παλινωδίες του. Δύο φράσεις που δείχνουν την ευμετάβλητη στάση του: «Μας προσφέρουν μία πολυκατοικία έναντι αντιπαροχής ενός διαμερίσματος» και «Η Ελλάς ουδέν ζητεί, διατί να δώσει; Η Τουρκία ουδέν δίδει, διατί να πάρει;».

Αναφέρει ο Ντιν Άτσεσον στον Αμερικανό πρέσβη στην Αίγυπτο, Λουκ Μπατλ, μετά την αποτυχία των προσπαθειών του: «η δικιά μας αδυναμία ήταν η αδυναμία του Παπανδρέου, ενός φλύαρου, ξεμωραμένου κουφού ρήτορα που δεν είχε τη δύναμη να αποφασίσει ή να λύσει οτιδήποτε. Φρόντισε, την πιο κρίσιμη στιγμή, να διαρρεύσουν τα σχέδιά μας στο Μακάριο, ο οποίος τον υπέσκαψε με τη βοήθεια του ελληνικού Τύπου και της Αριστεράς».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το Σχέδιο Άτσεσον στην τελική του μορφή, το οποίο έτυχε αποδοχής από όλο το πολιτικό φάσμα (έκτος ΕΔΑ), αποτέλεσε τη μέγιστη χαμένη ευκαιρία για το Κυπριακό. Η αξιολόγησή του κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν γίνεται στη βάση της χρονικής απόστασης δεκαετιών και των εξελίξεων που ακολούθησαν, αλλά λαμβάνοντας αυστηρά υπόψη τα αντικειμενικά δεδομένα την εποχή εκείνη.

Η Ένωση Ελλάδας-Κύπρου, που δεν είχε επιτευχθεί 5,5 χρόνια νωρίτερα, το προαιώνιο όραμα γινόταν αληθινό, αφού η μίσθωση της χερσονήσου της Καρπασίας με τη μορφή στρατιωτικής βάσης για τους Τούρκους αποτελούσε ρύθμιση που είχε προσωρινό χαρακτήρα.

Ταυτόχρονα, η επάνοδος στην Κωνσταντινούπολη των εκδιωχθέντων Ελλήνων με την παράλληλη ρύθμιση του θέματος των περιουσιών τους, καθώς και η αποκατάσταση του ιδιαίτερου καθεστώτος στα νησιά της Ίμβρου και της Τένεδου θα αποτελούσαν τεράστια οφέλη για την Ελλάδα.

Τα ανταλλάγματα που δίνονταν στην Τουρκία με την 50ετή παραχώρηση του 4,5% του εδάφους, ώστε να εξασφαλιζόταν ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως εφαλτήριο για επίθεση εναντίον της από τους Έλληνες, και οι εγγυήσεις για την τουρκοκυπριακή μειονότητα ήταν περιορισμένα ανταλλάγματα, αν όχι ασήμαντα.

Τη χρονιά εκείνη έγινε ξεκάθαρα φανερό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, στη μορφή που είχε, δεν μπορούσε να συνεχίσει να υφίσταται ως ξεχωριστή κρατική οντότητα.

Συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν λόγω της άρνησης της τουρκοκυπριακής πλευράς, η οποία είχε ως στόχο τη δημιουργία χωριστού κράτους.

Αυτό εκδηλωνόταν τόσο στο δημόσιο λόγο, όσο και προς την κατεύθυνση της διοικητικής και πολιτικής οργάνωσης της κοινότητας των Τουρκοκυπρίων μέσω της δημιουργίας δομών ξεχωριστών από αυτές του κυπριακού κράτους.

Η Τουρκία είχε γνωστοποιήσει τις προθέσεις της για δυναμικότερη επέμβαση (απόβαση) την κατάλληλη χρονική στιγμή. Είτε η λύση της διχοτόμησης, είτε αυτή της Ένωσης θα διαδεχόταν το ημιθανές κράτος της Κύπρου.

Το γεγονός ότι η Τουρκία απέρριψε το τελικό Σχέδιο Άτσεσον, γιατί δεν εξασφάλιζε τη μόνιμη κυριαρχία της στο νησί, δεν συνεπαγόταν από μόνο του τη μη ευόδωση του ενωτικού εγχειρήματος.

Το πώς θα εξελίσσονταν τα σενάρια δράσης κανείς δεν μπορεί να ξέρει, αλλά δεδομένης της δυναμικής που είχε διαμορφωθεί εκείνη τη χρονική περίοδο, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να μην είχε προχωρήσει η Ένωση με αρραγές μέτωπο Ελλάδας-Κύπρου. Οι ΗΠΑ δεν θα άφηναν κανένα περιθώριο στην Τουρκία να ματαιώσει -από μόνη της- μία λύση που εξυπηρετούσε απόλυτα τα αμερικανο-νατοϊκά συμφέροντα.

Από το πλήθος των πηγών -αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, αρχεία, προσωπικές μαρτυρίες, ακαδημαϊκές και δημοσιογραφικές έρευνες- που είναι διαθέσιμες προκύπτει ότι το (δεύτερο) Σχέδιο Άτσεσον ήταν άκρως εθνικά επωφελές, πραγματιστικό στους αντικειμενικούς του σκοπούς και εφαρμόσιμο στην υλοποίηση του.

Η εξέλιξη του Κυπριακού απέδειξε ότι η μη ευόδωσή του ματαίωσε την τελευταία ευκαιρία για την Ένωση, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες που ακολούθησαν.

Οι ΗΠΑ προσπάθησαν μάταια, και όπως αποδείχθηκε προφητικά, να αφυπνίσουν τις ελληνικές πολιτικές ελίτ ότι η αλλαγή του status quo στην Κύπρο de jure και de facto ήταν μονόδρομος και μάλιστα υπέρ των εθνικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικά ήταν τα λόγια των πρωταγωνιστών από την αμερικανική πλευρά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Ο Ντιν Άτσεσον είπε στο Γεώργιο Παπανδρέου στην Ουάσινγκτον: «Κύριε Πρόεδρε αντιλαμβάνομαι ότι έχετε δικαίωμα να μην πείτε ευχαριστώ σε κάποιον που σας δίνει το 90% των όσων ζητούσατε. Αλλά δεν έχετε το δικαίωμα να του χτυπάτε την πόρτα στα μούτρα» (28 Ιουνίου 1964).

Τα τελευταία λόγια του Λύντον Τζόνσον, όταν αποχαιρέτησε τον Γεώργιο Παπανδρέου στην αμερικανική πρωτεύουσα, ήταν: «Ακούστε με κύριε Παπανδρέου, μόλις τις προάλλες σταμάτησα μια τουρκική εισβολή στην Κύπρο, είναι καλύτερα να συνομιλείς πριν, παρά ύστερα από μία εισβολή» (28 Ιουνίου 1964).

Στην επιστολή του, ο Τζορτζ Μπολ προς τον Χάρρυ Λαμπουίζ, την ημέρα που κατατέθηκε η δεύτερη εκδοχή του Σχεδίου Άτσεσον, επισήμανε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «αυτό που προσφέρουμε σήμερα είναι μια διέξοδος από ένα καταστροφικό δίλλημα, διέξοδος με ελάχιστο κόστος για τον Ελληνισμό είτε από πλευράς εδάφους είτε από πλευράς εθνικής υπερηφάνειας. Αν η προσφορά δεν γίνει δεκτή αμέσως, δεν βλέπουμε άλλη διέξοδο από την καταστροφή» (20 Αυγούστου 1964).

Δέκα καλοκαίρια αργότερα, οι ανησυχίες-προειδοποιήσεις των ΗΠΑ επιβεβαιώθηκαν ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού επήλθαν τόσο η εισβολή, όσο και η καταστροφή. Η Τουρκία κατέλαβε το βόρειο τμήμα της Κύπρου σε δύο φάσεις. Στην πρώτη (Αττίλας Ι, 20-22 Ιουλίου 1974) κατακτήθηκε το 3% της εδαφικής επικράτειας και στη δεύτερη (Αττίλας ΙΙ, 14-16 Αυγούστου 1974) χάθηκε επιπλέον 35%, με την προσάρτηση να αρχίζει σταδιακά μετά την κατάπαυση του πυρός και την ανακωχή (23 Ιουλίου 1974) που ο τουρκικός στρατός ποτέ δεν εφάρμοσε.

Μετά από 50 χρόνια και με τα σημερινά δεδομένα, τόσο στο εσωτερικό των δύο ελληνικών κρατών όσο και στην σκακιέρα της διεθνούς πολιτικής, η de facto αποδοχή της διχοτόμησης έχει παγιωθεί ως η τελική λύση για το Κυπριακό.

*Διεθνολόγος με ειδίκευση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική-