Τρεις συναντήσεις σε τρεις ημέρες: Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (MBS) συναντήθηκε στην περασμένη Δευτέρα με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν στο περιθώριο της έκτακτης αραβο-ισλαμικής Συνόδου Κορυφής που συγκάλεσε το Κατάρ στην Ντόχα. Μια ημέρα μετά, ιρανική αντιπροσωπεία υπό τον επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, Αλί Λαριτζανί, βρέθηκε στο Ριάντ, όπου έγινε δεκτή από τον MBS.

Περίπου 24 ώρες αργότερα, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν υποδέχθηκε στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας τον Πακιστανό πρωθυπουργό Σαμπάζ Σαρίφ, με τον οποίο υπέγραψε ένα νέο αμυντικό σύμφωνο (Strategic Mutual Defense Agreement) στρατηγικής συνεργασίας.

«Κάθε επιθετική ενέργεια εναντίον οποιασδήποτε από τις δύο χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των δύο», σημειώνουν στην κοινή τους δήλωση οι Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και Σαμπάζ Σαρίφ, αναφερόμενοι στη στρατηγική συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής θωράκισης της 17ης Σεπτεμβρίου.

«Αυτή η συμφωνία αποτελεί το αποκορύφωμα πολυετών συζητήσεων. Δεν έρχεται ως απάντηση σε συγκεκριμένες χώρες ή συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά ως η θεσμική κατοχύρωση της μακροχρόνιας και βαθιάς συνεργασίας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν», σχολιάζει Σαουδάραβας αξιωματούχος, μιλώντας στο πρακτορείο Reuters υπό τον όρο της ανωνυμίας.

Αν και «ανώνυμος», ο προαναφερθείς Σαουδάραβας τοποθετήθηκε κατά τρόπο (εθιμο)τυπικά «προβλεπόμενο», όταν υποστήριξε ότι οι μακροπρόθεσμοι στρατηγικοί σχεδιασμοί δεν ετεροκαθορίζονται.

Επί της ουσίας ωστόσο, υπάρχουν συγκεκριμένες χώρες (το Ισραήλ του Νετανιάχου, οι ΗΠΑ του Τραμπ κ.ά.) που βρίσκονται πίσω από πολύ συγκεκριμένα γεγονότα (τις ισραηλινές κινήσεις σε Γάζα και Δυτική Οχθη, το ισραηλινό χτύπημα της 9ης Σεπτεμβρίου στο Κατάρ, την στάση ανοχής των ΗΠΑ απέναντι στο Ισραήλ, τους υπέρογκους αμερικανικούς δασμούς στην Ινδία κ.ά.) τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν (εύλογο) προβληματισμό (και) στην ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ από την πλευρά του, έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει πως θα ήθελε να δει και τη Σαουδική Αραβία να προσχωρεί κι εκείνη στις Συμφωνίες του Αβραάμ εξομαλύνοντας στις σχέσεις της με το Ισραήλ. Υπό το βάρος ωστόσο όσων μεσολαβήσει από τον Οκτώβριο του 2023 και έπειτα, η προοπτική μιας τέτοιας προσχώρησης δείχνει πια να έχει πάει αρκετά βήματα πίσω.

Ακόμη και τα Εμιράτα, τα οποία αποτελούν μέρος των Συμφωνιών του Αβραάμ ήδη από το 2020, τώρα αναγκάζονται (λόγω Παλαιστινιακού) να πάρουν αποστάσεις από το Ισραήλ, το οποίο για παράδειγμα απέκλεισαν από το Dubai Airshow και τώρα απειλούν με διπλωματικά αντίποινα (ανάκληση του Εμιρατινού πρέσβη, υποβάθμιση διπλωματικών σχέσεων) εάν προχωρήσει στην προσάρτηση της Δυτικής Όχθης.

Πέρα από την κυβέρνηση Νετανιάχου ωστόσο, συγκρατημένο προβληματισμό προκαλεί πια στους Σαουδάραβες και ο ίδιος ο Τραμπ. Ήδη από τις επιθέσεις που είχαν σημειωθεί κατά σαουδαραβικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων το 2019, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, πολλοί υποστηρίζουν ότι οι αραβικές ηγεσίες δεν μπορούν πια να βασίζουν την ασφάλειά του στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως άλλοτε.

Αυτό το σκεπτικό επιστρέφει πια δυναμικά στο προσκήνιο έπειτα από το ισραηλινό πλήγμα της 9ης Σεπτεμβρίου στη (σύμμαχο των ΗΠΑ) Ντόχα το οποίο, ακόμη κι αν ιδωθεί ως κάτι το μεμονωμένο, εκ των πραγμάτων δημιουργεί προηγούμενο.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι Σαουδάραβες διατηρούν ανοιχτούς τους διαύλους με το Ιράν (με το οποίο απεκατέστησαν τις σχέσεις τους το 2023 έπειτα από κινεζική διαμεσολάβηση), συνάπτουν νέες συμφωνίες με το Πακιστάν, συνεχίζουν να επενδύουν στην Κίνα (την οποία επισκέφθηκε προ εβδομάδων ο Σαουδάραβας υπουργός Επενδύσεων Χαλίντ Αλ Φαλίχ) και αναλαμβάνουν νέες διπλωματικές πρωτοβουλίες στη διεθνή σκηνή μαζί με τη Γαλλία του Μακρόν για το Παλαιστινιακό, πρωτοβουλίες τις οποίες όμως επικρίνουν οι κ.κ. Τραμπ και Νετανιάχου (βλ. για παράδειγμα την «Υψηλού Επιπέδου Διεθνή Διάσκεψη για την Ειρηνική Επίλυση του Ζητήματος της Παλαιστίνης και την Εφαρμογή της Λύσης των Δύο Κρατών»).