Του Γιώργου Μιχαλακόπουλου*

Η Τουρκία του 2026, περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, αναδεικνύει στρατηγικά το «Λόγο» με την «Εικόνα» έτσι, ώστε αυτά να συνδιαμορφώσουν μια νοητική κατανόηση. Και αυτό γίνεται οπτικοποιώντας, με κάθε τρόπο, την «εμπειρία ισχύος» με τριπλό στόχο: τη διασταύρωση λαϊκισμού και τεχνο-εθνικισμού, την ενδυνάμωση της σχέσης εξουσία–λαός μέσα από την ανάδειξη εξωτερικών ζητημάτων και, τέλος, την προσπάθεια εσωτερικής αποπολώσεως μέσω του αφηγήματος περί «Μεγάλης Δύναμης».

Υπενθυμίζεται ότι, στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, ο όρος Λόγος μεταφράζει την αγγλική λέξη discourse, σημαίνοντας ένα οργανωμένο σύστημα σκέψης, γλώσσας και επικοινωνίας που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο.

Σε ό,τι αφορά την Τουρκία, τα εξωτερικά ζητήματα χρησιμοποιούνται για τον επαναπροσδιορισμό του κοινωνικού συμβολαίου και στρατηγικές, όπως η «αυτονομία» στο ΝΑΤΟ ή η διαμεσολάβηση σε περιφερειακές συγκρούσεις, οι οποίες παρουσιάζονται ως απαραίτητες για την εθνική επιβίωση.

Η στοχευμένη χρήση του Λόγου ενισχύει τη θετική αυτοπαρουσίαση του κράτους ως «συμπονετικής δύναμης» και, ταυτόχρονα, κατασκευάζει έναν αρνητικό «Άλλο» – είτε ως δυνάμεις της Δύσης είτε ως αποσταθεροποιητικούς παράγοντες. Έτσι, δημιουργείται ένα νοητικό μοντέλο, όπου οι εσωτερικές αντιδράσεις εμφανίζονται ως δευτερεύουσες μπροστά στην ανάγκη για ασφάλεια.

Παράλληλα, η έννοια της «Μεγάλης Δύναμης» δεν εκφράζεται μόνο λεκτικά, αλλά οικοδομείται οπτικά. Μέσω εικόνων μεγάλων υποδομών, στρατιωτικής τεχνολογίας και διαστημικών προγραμμάτων, η ισχύς παρουσιάζεται ως απτή και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.

Τα έργα αυτά απεικονίζονται με τρόπους που ενισχύουν το μεγαλείο και τη σταθερότητα, ενώ οι τεχνολογικές επιτυχίες λειτουργούν ως μη ιδεολογικοί ενοποιητές: πολίτες με διαφορετικές πολιτικές απόψεις μπορούν να ταυτιστούν με την εικόνα μιας ισχυρής και ανεξάρτητης Τουρκίας.

Μέσω εικόνων μεγάλων υποδομών, στρατιωτικής τεχνολογίας και διαστημικών προγραμμάτων, η τουρκική ισχύς παρουσιάζεται ως απτή και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.
 Μέσω εικόνων μεγάλων υποδομών, στρατιωτικής τεχνολογίας και διαστημικών προγραμμάτων, η τουρκική ισχύς παρουσιάζεται ως απτή και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.

Ο «πατερναλιστικός προστάτης» και ο «αρχιτέκτονας της στρατηγικής»

Στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας, διακρίνονται δύο συμπληρωματικά πρότυπα λόγου, όπως έχουμε γράψει. Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενσαρκώνει τον «πατερναλιστικό προστάτη», μέσω μιας ρητορείας έντονα λαϊκιστικής που προσωποποιεί τον «Άλλο» ως εχθρική δύναμη.

Μέσω υπερβολής και ηθικής πόλωσης, παρουσιάζει το κράτος ως τη μοναδική ασπίδα απέναντι σε έναν «διαλυμένο κόσμο». Με αυτόν τον τρόπο, η εσωτερική αντιπολίτευση πλαισιώνεται ως λιγότερο σημαντική ή ακόμη και ως απόσπαση προσοχής.

Αντίθετα, ο υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, προβάλλει το πρότυπο ενός «αρχιτέκτονα στρατηγικής». Ο λόγος του είναι τεχνοκρατικός και επικεντρώνεται σε συστημικές έννοιες όπως «δομική ρήξη» και «απώλεια συνοχής» της διεθνούς τάξης.

Ο «Άλλος» εδώ δεν είναι πρόσωπο, αλλά σύστημα, και η Τουρκία παρουσιάζεται ως ορθολογικός διαχειριστής της κρίσης. Μέσα από αυτή τη ρητορική, η ισχύς εμφανίζεται ως αναπόφευκτη πραγματικότητα και όχι ως πολιτική επιλογή, ενισχύοντας ένα αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας που υπερβαίνει τις κομματικές διαφορές.

Η αφήγηση της «Μεγάλης Δύναμης» λειτουργεί ως μηχανισμός αποπόλωσης, μετατοπίζοντας τον άξονα σύγκρουσης από το εσωτερικό, με τις πολιτικές ή ιδεολογικές διαφορές (φωτογραφία, από τις -κατ’ έτος- διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς), στο εξωτερικό με την προβολή του τουρκικού έθνους έναντι παγκόσμιων αντιπάλων.

Η διαφοροποίηση των δύο πολιτικών ανδρών επεκτείνεται και στον τρόπο που παρουσιάζονται. Ο Ερντογάν τοποθετείται συχνά στο κέντρο, με άμεσο βλέμμα προς το κοινό, δημιουργώντας μια σχέση εξουσίας και προστασίας.

Αντίθετα, ο Φιντάν εμφανίζεται σε πιο «οριζόντιες» συνθέσεις, παρουσιάζοντας προβλήματα και λύσεις με τεχνοκρατικό τρόπο, σαν αντικειμενικά δεδομένα προς αξιολόγηση. Έτσι, η «Μεγάλη Δύναμη» προβάλλεται είτε ως ιδανικό όραμα είτε ως απτή πραγματικότητα.

Το 2026, εκδηλώσεις, όπως το Φόρουμ Διπλωματίας της Αττάλειας και το STRATCOM, λειτούργησαν ως βασικά πεδία διαμόρφωσης αυτών των αφηγήσεων. Οι εξωτερικές κρίσεις παρουσιάστηκαν όχι απλώς ως πολιτικές προκλήσεις, αλλά ως υπαρξιακές απειλές που δικαιολογούν ισχυρότερη εσωτερική εξουσία. Ο Ερντογάν αξιοποιεί την «ηθική κρίση» της Δύσης, για να ενισχύσει τον ρόλο του ως προστάτη, ενώ ο Φιντάν χρησιμοποιεί τη «δομική παρακμή» ως επιχείρημα για ανάγκη τεχνοκρατικής διαχείρισης.

Σημαντικό και καθοριστικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη αποτελεί η έννοια του «πεδίου μάχης της πληροφόρησης», όπως διατυπώνεται στη ρητορική του Φιντάν.

Γιατί είναι γνωστό ότι οι σύγχρονες συγκρούσεις δεν περιορίζονται στο φυσικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται και σε αυτό των «αφηγήσεων», των εικόνων και στην κατασκευή της πραγματικότητας.

Για το λόγο αυτό, η χρήση από τον Φιντάν όρων όπως «θεσμοποιημένη παραπληροφόρηση» και «κρίση αλήθειας» υπογραμμίζουν ότι τα κράτη οφείλουν να προστατεύσουν όχι μόνο τα σύνορά τους, αλλά και την πληροφοριακή τους κυριαρχία. Σε αυτό το πλαίσιο, όλοι οι πολίτες παρουσιάζονται ως θύματα ενός εξωτερικού «πολέμου πληροφόρησης», γεγονός που ενισχύει τη συλλογική ταύτιση.

Το 2026, εκδηλώσεις, όπως το Φόρουμ Διπλωματίας της Αττάλειας και το STRATCOM στην Κωνσταντινούπολη, λειτούργησαν ως βασικά πεδία διαμόρφωσης των αφηγήσεων της τουρκικής ηγεσίας για υπαρξιακές απειλές που δικαιολογούν ισχυρότερη εσωτερική εξουσία.

Επιλεγόμενα

Συνολικά, η αφήγηση της «Μεγάλης Δύναμης» λειτουργεί ως μηχανισμός αποπόλωσης, μετατοπίζοντας τον άξονα σύγκρουσης από το εσωτερικό (πολιτικές ή ιδεολογικές διαφορές) στο εξωτερικό (τουρκικό έθνος έναντι παγκόσμιων αντιπάλων). Η ενότητα προβάλλεται ως αναγκαία συνθήκη επιβίωσης σε έναν ασταθή κόσμο.

Έτσι, ακόμη και οι διαφωνίες για τη διακυβέρνηση υποβαθμίζονται μπροστά στην ανάγκη συμφωνίας για την εθνική ταυτότητα: μια Τουρκία που παρουσιάζεται ως αναδυόμενος παγκόσμιος πόλος ισχύος, ο οποίος δεν μπορεί να αντέξει την εσωτερική διαίρεση. Και είμαστε βέβαιοι ότι, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, θα πράξει ό,τι περνά από το χέρι της.

* Ο Γεώργιος B. Μιχαλακόπουλος είναι Καθηγητής στο Τμήμα Μετάφρασης και Διερμηνείας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) στο γνωστικό αντικείμενο Τουρκία: Λογοτεχνία και Πολιτισμός και είναι απόφοιτος του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, κατέχοντας Master και Διδακτορικό Δίπλωμα που αναφέρονται σε ζητήματα Μέσης Ανατολής και Τουρκίας. Τα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην τουρκική κοινωνία και πολιτική, στις σχέσεις που διαμορφώνονται στο τρίπτυχο Γλώσσα-Πολιτική-Κοινωνία στην Τουρκία, στον ρόλο της Λογοτεχνίας ως «καθρέφτη» της τουρκικής κοινωνίας και, τέλος, στη σχέση Λογοτεχνίας και Γλώσσας. Είναι διευθυντής του ΠΜΣ «Πολιτική, Γλώσσα και Διαπολιτισμική Επικοινωνία» του ΤΞΓΜΔ ενώ έχει διατελέσει δύο φορές Πρόεδρος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο), καθώς, επίσης, και μέλος της Συγκλήτου του Ιονίου Πανεπιστημίου και διαφόρων Επιτροπών του.