Ραντάρ (Αντι)Πυροβολικού: αστάθμητος παράγοντας στο πεδίο μάχης

Του δρος Μανούσου Εμμ. Καμπούρη 

Η παρατήρηση ότι τα ραντάρ μπορούσαν να εντοπίσουν βλήματα πυροβολικού έγινε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πιθανότατα στην απόβαση στο Άντζιο, αλλά τα πρώτα αξιόπιστα μοντέλα αναπτύχθηκαν στη δεκαετία του ’70 και έγιναν επιχειρησιακά την επόμενη. Σήμερα, ενοποιείται η κατηγορία αυτή με ραντάρ τακτικής αεράμυνας και εξελίσσεται τόσο προς ραντάρ τακτικής αντιβαλλιστικής άμυνας, όσο και προς ραντάρ ελέγχου αντιβληματικού πυρός («αντι-ΟΡΟ» από τα αρχικά των λέξεων Όλμοι, Ρουκέτες, Οβίδες).

Ιστορία και εξέλιξη

Οι χειριστές ενός αμερικανικού ραντάρ αεράμυνας νέου τύπου, του SCR-584, διαπίστωσαν ότι λάμβαναν επιστροφές από βλήματα πυροβολικού, με αποτέλεσμα μια σμικρυμένη και βελτιστοποιημένη έκδοση του ραντάρ για ρόλο αντιπυροβολικού, την   AN/MPQ-10 του 1951, που εξελίχθηκε επί βραχύ στο AN/KPQ-1 το οποίο ακολουθήθηκε πολύ σύντομα (1958) από το πολύ βελτιωμένο AN/MPQ-4 που υπηρέτησε με διάκριση στο Βιετνάμ. Σχεδόν ταυτόχρονα, οι Βρετανοί ανέπτυξαν πρώτα το Blue Diamond  και κατόπιν, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, το Green Archer-παρόμοιο σε σύλληψη και επιδόσεις με το MPQ-4A.  Τερματικό σημείο της εξέλιξης ήταν το CYMBELINE, πιθανώς κορυφαίο μοντέλο με συμβατική κεραία.

Όμως οι Αμερικανοί, πρωτοπόροι στις σχετικές τεχνολογίες, είχαν ήδη στραφεί σε διαφορετική εξελικτική οδό: η έλευση των ψηφιακών ηλεκτρονικών και η κεραία  παθητικής ηλεκτρονικής σάρωσης (γνωστή ως κεραία διάταξης φάσης) κατέστησαν το MPQ-4 παρωχημένο, μπροστά σε διαδόχους που χρησιμοποιούσαν αυτή τη νεοφανή τεχνολογία. Ήταν τα Firefinder της Hughes, παθητικής ηλεκτρονικής σάρωσης που διατίθεντο σε δύο εκδόσεις: τη μικρή, TPQ -36, και την μεγάλη, TPQ -37, σε κλίμακα 3:2 σε κάθε μεραρχία. Αυτή η τεχνολογία εισερχόταν ήδη σε υπηρεσία με το MPQ-53 του χερσαίου ΑΑ συστήματος Patriot (Martin Marietta) και με το SPY-1 του ναυτικού ΑΑ συστήματος Aegis. 

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ «Α&Δ» ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ.