Πώς βλέπει η Κίνα τις εξελίξεις σε Ιράν και Βενεζουέλα: Κέρδη, απώλειες και σφαίρες επιρροής που αναχαράσσονται
«Η σύλληψη του Μαδούρο αποδυναμώνει την Κίνα στη Λατινική Αμερική», γράφει το γαλλικό ειδησεογραφικό δίκτυο France24. «Η απομάκρυνση του Μαδούρο θα μπορούσε να ωφελήσει την Κίνα», σημειώνει, εκφράζοντας μια διαφορετική άποψη, η αμερικανική δεξαμενή σκέψης Atlantic Council. «Η Κίνα βλέπει κινδύνους, αλλά και ευκαιρίες», υπογραμμίζει, ισορροπώντας μεταξύ φαινομενικώς αντικρουόμενων εκτιμήσεων, το καταριανό Al Jazeera.
Η Κίνα ήταν μέχρι πρότινος ο μεγαλύτερος αγοραστής βενεζουελανικού πετρελαίου. Ωστόσο πλέον, έπειτα από την ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο και τη μεταφορά του στις φυλακές του Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη, αυτές οι εξαγωγές παγώνουν, αναθεωρούνται και ανακατευθύνονται με απόφαση των ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, το δήλωσε ξεκάθαρα, μιλώντας στο δίκτυο Fox. «Δεν θα επιτρέψουμε να γίνει η Βενεζουέλα κράτος-πελάτης της Κίνας», είπε, παραδεχόμενος όμως έτσι ότι η αμερικανική επέμβαση κατά του Μαδούρο δεν είχε να κάνει μόνο με τις κατηγορίες περί «ναρκοτρομοκρατίας» που βαρύνουν πια τον διάδοχο του Τσάβες, αλλά και με την ανάσχεση της κινεζικής επέκτασης στη Λατινική Αμερική.
Όπως προαναφέρθηκε, η Κίνα ήταν μέχρι πρότινος ο μεγαλύτερος αγοραστής βενεζουελανικού πετρελαίου και ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Βενεζουέλας (κάτω από τις ΗΠΑ).
Τις περασμένες περίπου δυόμισι δεκαετίες, κυρίως έπειτα από το 1999 και την άνοδο του Ούγκο Τσάβες στην εξουσία, υπέγραψε συνολικά εκατοντάδες συμφωνίες με το Καράκας κι έριξε δάνεια συνολικού ύψους πολλών δεκάδων δισ. δολ. στη βενεζουελανική οικονομία.
Υπό αυτό το πρίσμα, η υπό διαμόρφωση αμερικανική επικυριαρχία της Βενεζουέλας – όπως αυτή επιβάλλεται πια μέσα από την ανατροπή του Μαδούρο, τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας και τον έλεγχο της πετρελαϊκής παραγωγής – δεν μπορεί παρά να αποτελεί όντως, σε πρακτικό επίπεδο, πλήγμα για την Κίνα και τη θέση της στη Λατινική Αμερική. Πόσο βαρύ είναι, όμως, αυτό το πλήγμα για το Πεκίνο. Ως προς αυτό, οι απόψεις διίστανται.
«Θα είναι τώρα πιο δύσκολο για την Κίνα να προωθήσει τα συμφέροντά της στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής», γράφει το δίκτυο France24, υπογραμμίζοντας ότι η Βενεζουέλα λειτουργούσε επί σειρά ετών ως «πύλη» για την επέκταση της κινεζικής επιρροής στη Νότια Αμερική.
Σύμφωνα με το τουρκικό δίκτυο Anadolu ωστόσο από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο είχε αρχίσει εδώ και περίπου μια δεκαετία να στρέφεται σε άλλους Λατινοαμερικανούς εταίρους (το Περού, τη Χιλή, τον Ισημερινό, τη Βραζιλία), ενώ η ροή των κινεζικών δανείων προς τη Βενεζουέλα μειώθηκε σημαντικά μετά το 2015 και τα κινεζικά δάνεια, που είχαν τω μεταξύ δοθεί, έχουν πια στο μεγαλύτερο μέρος τους αποπληρωθεί. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, πολλά από τα πρότζεκτ που προωθούσαν οι Κινέζοι στη Βενεζουέλα δεν προχώρησαν όπως επιθυμούσε το Πεκίνο.
Αντιθέτως, οι Κινέζοι θα άρχιζαν εν τω μεταξύ να βλέπουν σειρά από προβλήματα, σχετικά με τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα του κρατικού τομέα, τις επιβληθείσες από τις ΗΠΑ κυρώσεις και τη μαζική φυγή Βενεζουελανών μηχανικών στο εξωτερικό.
Ειρήσθω εν παρόδω, υπενθυμίζεται ότι η βενεζουελανική παραγωγή πετρελαίου μειώθηκε κατακόρυφα τα τελευταία περίπου 15 χρόνια.
«Η Κίνα δεν μπόρεσε να αναζωογονήσει τη βιομηχανία πετρελαίου της Βενεζουέλας παρά τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων», γράφει η Μέλανι Χαρτ στον ιστοχώρο του Atlantic Council.
«Η Κίνα είναι εδώ και καιρό ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες του πετρελαίου της Βενεζουέλας. Ωστόσο, η κινεζική δίψα για αυτό το πετρέλαιο μειώνεται, αφού το Πεκίνο πλέον ανεβάζει ταχύτητα αποκτώντας προβάδισμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα ηλεκτρικά οχήματα», γράφει η Ελα Νίλσεν στο CNN.
Η Κίνα συνεχίζει, βέβαια, προς το παρόν να είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής πετρελαίου στον κόσμο. Ωστόσο, δεν προμηθεύεται πετρέλαιο μόνο από τη Βενεζουέλα και, ως εκ τούτου, δεν εξαρτάται από αυτήν. Αντιθέτως, αγοράζει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες από τη Ρωσία, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράν και το Ιράκ, μεταξύ άλλων.
Ακόμη και με όλα αυτά ως δεδομένα ωστόσο, η κινεζική παρουσία στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ δεν μπορεί παρά να απειλείται από το νέο δόγμα Μονρόε ή «Ντονρόε» (συνδυασμός των λέξεων Ντόναλντ και Μονρόε) που προωθεί πια η διοίκηση Τραμπ με το βλέμμα στραμμένο στο δυτικό ημισφαίριο.
Τι μας λέει αυτό το δόγμα; Ότι οι ΗΠΑ του Τραμπ «δικαιούνται» να θέσουν υπό τη δική τους σφαίρα επιρροής ολόκληρο το δυτικό ημισφαίριο, από τη Γροιλανδία έως και τη Νότια Αμερική.
Εάν, όμως, οι ΗΠΑ προσεγγίζουν πια τη διεθνή σκηνή ως ένα μωσαϊκό από διαφορετικές σφαίρες επιρροής, τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την Κίνα και τις διεκδικήσεις που εγείρει το Πεκίνο στη δική του γειτονιά, έναντι της Ταϊβάν κι όχι μόνο;
«Η σύλληψη του Μαδούρο αποτελεί πλήγμα για την Κίνα, αλλά στα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαιρετίζεται ως πρότυπο που θα μπορούσε να ακολουθηθεί από την Κίνα στην Ταϊβάν», σημειώνει το CNN. «Οι ΗΠΑ δίνουν στην Κίνα μια νέα ευκαιρία να επιβάλει την κυριαρχία της στη δική της πίσω αυλή, συμπεριλαμβανομένων των κινεζικών διεκδικήσεων έναντι της αυτοδιοικούμενης Ταϊβάν», υπογραμμίζει στο ίδιο πνεύμα, σε δική του ανάλυση, το Al Jazeera.
Η λογική των «σφαιρών επιρροής» θα μπορούσε, με άλλα λόγια, να ευνοήσει κάθε μεγάλη δύναμη στην «αυλή» της, πράγμα στο οποίο δεν θα έλεγε «όχι» το Πεκίνο. Ο Σι Τζινπίνγκ υπενθύμισε, άλλωστε, στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του τον στόχο της «ένωσης» με την Ταϊβάν.
Παράλληλα δε, η Κίνα θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί υπέρ της και την εικόνα ενός Τραμπ ο οποίος παρουσιάζεται πια «αναξιόπιστος» και «ανταγωνιστικός» στα μάτια των δικών του νατοϊκών συμμάχων. Οσοι νιώσουν ότι απειλούνται από τις ΗΠΑ, θα μπορούσαν ενδεχομένως να αναζητήσουν αντισταθμίσματα στις αγκάλες του Πεκίνου.
Το Ιράν πάντως από την άλλη πλευρά, έχει πια μεγαλύτερη «αξία» για την Κίνα από όση μπορεί να είχε τη Βενεζουέλα, όχι μόνον ενεργειακά, ως προμηθευτής υδρογονανθράκων, αλλά και διπλωματικά, ως εφαλτήριο διπλωματικής επιρροής στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Αναφορικά με αυτό το διπλωματικό σκέλος, υπενθυμίζεται επί παραδείγματι η συμφωνία για την αποκατάσταση των διπλωματικών δεσμών μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας που είχε επιτευχθεί την άνοιξη του 2023 έπειτα από κινεζική διαμεσολάβηση.
Έκτοτε, συνέβησαν βέβαια πολλά, ειδικά στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ειδικά η περίοδος 2024-2025 ήταν μια διετία απανωτών πληγμάτων για το Ιράν και τον άλλοτε καλούμενο «άξονα της αντίστασης».
Στον απόηχο αυτών των πληγμάτων, η ιρανική Ισλαμική Δημοκρατία κλονίζεται πια από έναν νέο κύκλο διαμαρτυριών στο εσωτερικό, με «σημείο ρήξης» κυρίως τον καλπάζοντα πληθωρισμό και την ακραία υποτίμηση του ιρανικού νομίσματος.
Όπως στο παρελθόν έτσι και τώρα, πολλοί σπεύδουν να δουν το «τέλος» των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, την «κατάρρευση των μουλάδων» κ.ά. Επί του πρακτέου ωστόσο, το Ιράν ακόμη δεν φαίνεται να έχει φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο, ενώ ακόμη κι αν επέλθουν ανατροπές ή μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της ιρανικής Ισλαμικής Δημοκρατίας το προσεχές διάστημα, αυτές ενδέχεται να μην είναι «αντικινεζικές».