Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει την τάση να επαναλαμβάνεται. Τα τελευταία 24ωρα χαρακτήρισε «χάρτινη τίγρη» το Ιράν και φοβέρισε εκ νέου τους Ευρωπαίους, των Βρετανών συμπεριλαμβανομένων.

«Θα το θυμόμαστε», είπε, αναφερόμενος σε όσους δεν ανταποκρίθηκαν στην έκκληση για βοήθεια που είχε νωρίτερα απευθύνει επικαλούμενος την ανάγκη διασφάλισης της απρόσκοπτης ροής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Την ίδια φράση είχε, όμως, χρησιμοποιήσει και τον περασμένο Ιανουάριο, στο πλαίσιο της ομιλίας του στο Νταβός. «Μπορείτε να πείτε “ναι” και θα το εκτιμήσουμε ιδιαίτερα· ή μπορείτε να πείτε “όχι” και θα το θυμόμαστε», είχε αναφέρει στις 21 Ιανουαρίου από την Ελβετία, απευθυνόμενος και πάλι στους Ευρωπαίους.

Τότε, τους ζητούσε να του παραχωρήσουν τη Γροιλανδία. Τώρα, τους ζητάει να τον βοηθήσουν να απαλύνει τις επιπτώσεις ενός πολέμου που ο ίδιος αποφάσισε χωρίς καμία προηγούμενη διαβούλευση με τους νατοϊκούς συμμάχους των ΗΠΑ τη συνδρομή των οποίων πλέον αξιώνει.

Αλλά και τη φράση «χάρτινη τίγρη», ο Τραμπ την είχε ξαναχρησιμοποιήσει τον Σεπτέμβριο του 2025, απαξιώνοντας τότε ως αδύναμη τη Ρωσία του Πούτιν… η οποία όμως τώρα βλέπει τα έσοδά της από τις πωλήσεις πετρελαίου να «ενισχύονται» σημαντικά ακριβώς λόγω του ενεργειακού βραχυκυκλώματος που προκάλεσε ο πόλεμος που κήρυξε ο Τραμπ στην Τεχεράνη.

Τι ακριβώς προσπαθεί να επιτύχει ο Αμερικανός πρόεδρος;

Οσα ακολούθησαν μετά τις 28 Φεβρουαρίου, στη σκιά της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Επική Οργή» που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν, ανέδειξαν κατά βάση δύο δεδομένα: αφενός το γεγονός ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν ανάγκη από (νατοϊκούς) συμμάχους (ικανούς να τους προσφέρουν στρατιωτικές βάσεις και στρατιωτική συνδρομή) και αφετέρου το γεγονός ότι μέσα σε έναν εμπορικά, ενεργειακά και τεχνολογικά διασυνδεδεμένο κόσμο, όπως είναι ο σημερινός, κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο.

Ο Τραμπ μας υπενθύμισε τις περασμένες εβδομάδες ότι οι ΗΠΑ είναι καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου. «Δεν μας επηρεάζει πραγματικά. Έχουμε τόσο πολύ πετρέλαιο.

Έχουμε τρομερά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, πολύ περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε», δήλωσε στις 9 Μαρτίου, στην προσπάθεια να πείσει ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν τον αγγίζει, χρησιμοποιώντας όμως ένα επιχείρημα που αναιρεί όσα ο ίδιος έλεγε και έκανε τους περασμένους μήνες σε σχέση με τη Βενεζουέλα.

Εάν οι ΗΠΑ δεν έχουν ανάγκη τα πετρέλαια του Ιράν, τότε γιατί να έχουν ανάγκη τα πετρέλαια της Βενεζουέλας; Επειδή εκείνη είναι γεωγραφικά δίπλα τους;

Οι ΗΠΑ έχουν όντως στη διάθεσή τους μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου από εκείνες που καταναλώνουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια κρίση στα διεθνή δίκτυα τροφοδοσίας (βλ. Στενά του Ορμούζ) δεν μπορεί να ανεβάσει τις τιμές της ενέργειας ακόμη και εντός των ΗΠΑ, όπως όντως έγινε τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

Αλλά και από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η Κίνα ήταν άλλοτε ο καλύτερος πελάτης της ιρανικής βιομηχανίας υδρογονανθράκων, δεν σημαίνει ότι επρόκειτο να υπομείνει, μόνη εκείνη και κατ’ αποκλειστικότητα, όλες τις αρνητικές επιπτώσεις της τρέχουσας κρίσης. Αντιθέτως, όταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο (που είναι η Κίνα) κάνει αλλαγές στις γραμμές της τροφοδοσίας του, από επιλογή ή από ανάγκη, τότε οι επιπτώσεις θα είναι ευρύτερες.

Ο πόλεμος στο Ιράν ήταν σίγουρο, από την στιγμή που κλιμακώθηκε κι έγινε υπαρξιακός για το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, ότι θα προκαλούσε φουρτούνες στα νερά μιας – κρίσιμης για τις διεθνείς ροές υδρογονανθράκων – θαλάσσιας οδού πλάτους μόλις 33 χιλιομέτρων όπως είναι εκείνη των Στενών του Ορμούζ.

Ξαφνικά, όχι μόνο το Ιράν αλλά και οι Άραβες εταίροι των ΗΠΑ, χώρες που έβγαζαν χρήματα από τις εξαγωγές ενέργειας αλλά και – τα τελευταία χρόνια – από τον τουρισμό και τον κλάδο των υπηρεσιών, βρέθηκαν να υφίστανται τις οικονομικές συνέπειες ενός πολέμου που θα προτιμούσαν να είχε αποφευχθεί ή περιοριστεί.

Κάπως έτσι, ο Τραμπ βρέθηκε, περίπου έναν χρόνο έπειτα από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, να πρωταγωνιστεί σε έναν πόλεμο με δυνητικά ανεξέλεγκτες επιπτώσεις.

Το πώς θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος, την τρίτη εβδομάδα του οποίου ήδη διανύουμε, δεν είναι καθόλου σαφές. Αυτό που είναι σαφές ωστόσο, είναι ότι ο Τραμπ θα ήθελε να έχει αποδεσμευθεί από το πολεμικό μέτωπο του Ιράν μέσα σε διάστημα ολίγων εβδομάδων.

Το ταξίδι που είχε προγραμματίσει στο Πεκίνο για το διάστημα μεταξύ 31 Μαρτίου και 02 Απριλίου είναι πια στο αέρα και ενδέχεται να αναβληθεί, ενώ οι ΗΠΑ έχουν μέχρι στιγμής χάσει στα πεδία των στρατιωτικών επιχειρήσεων γύρω από το Ιράν τουλάχιστον 13 στρατιώτες και τέσσερα πολεμικά αεροσκάφη (τρία F-15E και ένα KC-135), χωρίς να συνυπολογίσει κανείς το διόλου ευκαταφρόνητο οικονομικό (και συνάμα πολιτικό) κόστος που έχει ένας τέτοιου τύπου πόλεμος σε μια χρονιά εκλογική όπως είναι για τις ΗΠΑ η τρέχουσα λόγω των επερχόμενων ενδιάμεσων για τις πλειοψηφίες στα δύο σώματα του αμερικανικού Κογκρέσου.

Ο Τραμπ θα ήθελε, λοιπόν, να δηλώσει νικητής και να αποσυρθεί από αυτό το μέτωπο όσο το δυνατόν συντομότερα. Πώς θα μπορούσε να το καταφέρει, ακόμη δεν είναι σαφές. Αυτό που έδειξε, πάντως, τις τελευταίες εβδομάδες είναι πως όταν «ζορίζεται» θυμάται ότι έχει συμμάχους τους οποίους και επιχειρεί κάπως να «χώσει» φορτώνοντας με ευθύνες.

«Αν δεν υπάρξει απάντηση ή αν η απάντηση είναι αρνητική, νομίζω ότι αυτό θα είναι πολύ κακό για το μέλλον του ΝΑΤΟ», δήλωσε στους FT, αναφερόμενος στους νατοϊκούς συμμάχους των ΗΠΑ που θα αρνηθούν να συνδράμουν με δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις στο «άνοιγμα» των Στενών του Ορμούζ. Μέχρι στιγμής, οι Ευρωπαίοι (Βρετανοί, Γερμανοί, Γάλλοι, Έλληνες, Ιταλοί κ.ά.) παρουσιάζονται απρόθυμοι να ανταποκριθούν σε μια τέτοια αποστολή.

Εάν όμως η κρίση συνεχιστεί επί μακρόν ή επιδεινωθεί, τότε ίσως αναγκαστούν να αναλάβουν δράση. Οι ΗΠΑ του Τραμπ δεν αποκλείεται, άλλωστε, να έχουν εν τω μεταξύ αποχωρήσει.