Οι παγίδες του Μ. Νίμιτς και οι νάρκες στην Ε.Ε.

Δημοσιεύθηκε: Φεβρουάριος 3, 2018

Του Αλέξανδρου Τάρκα

Η αντίδραση της κοινής γνώμης στην Ελλάδα και οι εσωτερικές αντιθέσεις στην ΠΓΔΜ (μαζί με τις δικαιολογημένες αμφιβολίες για τις πραγματικές προθέσεις της -φαινομενικά μόνον- μετριοπαθούς κυβέρνησης Ζάεφ) οδηγούν στο καταρχήν συμπέρασμα ότι, πιθανότητα, λύση στην πολυετή διαμάχη δεν θα βρεθεί ούτε στο πρώτο εξάμηνο του 2018.

Ωστόσο, επειδή στην πολιτική και τη διπλωματία οι εκπλήξεις και ανατροπές είναι συχνές, ο εν εξελίξει διάλογος Αθήνας-Σκοπίων μπορεί να οδηγήσει σε νέο σκηνικό. Ιδίως, αν επικρατήσουν οι εισηγήσεις για «κλιμακωτή» επίτευξη λύσης με ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και παράλληλη πρόοδο των ενταξιακών συνομιλιών της με την Ε.Ε., χωρίς προηγούμενη επίλυση των διαφορών της με την Ελλάδα. Μια τέτοια εξέλιξη θα είναι καταστροφική για τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ελληνικά συμφέροντα, αφού η Αθήνα θα έχει προσφέρει σχεδόν τα πάντα, χωρίς να λάβει τίποτα.

Και στην περίπτωση όμως που, τελικά, η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ δεν πετύχει το σκοπό της προσέγγισης ή ένταξης στους ευρωατλαντικούς θεσμούς, το δυσάρεστο είναι ότι το περιεχόμενο και οι υποχωρήσεις της παρούσας φάσης διαλόγου θα χρησιμοποιηθούν ως σημείο εκκίνησης την επόμενη φορά. Αυτό, δυστυχώς, έχει συμβεί επανειλημμένα στο Κυπριακό από την εποχή της «δέσμης ιδεών Γκάλι» το 1993 μέχρι και το 2017, οπότε οι ισορροπίες άλλαξαν χάρη στην επιτυχημένη ελληνική πρόταση για την κατάργηση του αναχρονιστικού  καθεστώτος ασφάλειας και εγγυήσεων.

  • Η Ευρωπαϊκή Ένωση

H ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί την, επί της αρχής, ορθή πολιτική πλήρους αποδοχής και υποστήριξης της ευρωπαϊκής προοπτικής των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων με την ελπίδα σταθεροποίησης και οικονομικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής μας. Πρόκειται για μια πολιτική που δοκιμάστηκε με επιτυχία μετά τους πολέμους του 1991-99 στην πρώην Γιουγκοσλαβία και επισφραγίστηκε κατά την άσκηση της Ελληνικής Προεδρίας στην Ε.Ε. το 2003 (Διάσκεψη της Θεσσαλονίκης), αλλά, τα τελευταία χρόνια, έχει εισέλθει σε νέα φάση, αφού οι ενδιαφερόμενες υποψήφιες χώρες ακολουθούν, για ποικίλους λόγους, πολύ αργούς ρυθμούς στην υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων. Ουραγός όλων η ΠΓΔΜ που, ασφαλώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί ότι αιτία των δικών της καθυστερήσεων είναι η εκκρεμότητα του ονοματολογικού, κρύβοντας τα πραγματικά αίτια της διαφθοράς και των συγκρούσεων μεταξύ της σλαβικής και αλβανικής κοινότητας.

Η Αθήνα έχει προαναγγείλει τη στήριξή της στη συμμετοχή της ΠΓΔΜ στην Πρωτοβουλία Ιονίου-Αδριατικής και στην έγκριση της δεύτερης φάσης της ενταξιακής διαδικασίας της. Οι ελληνικές αυτές χειρονομίες καλής θέλησης, που είναι άγνωστο αν και πώς θα αντισταθμιστούν, προαναγγέλλονται ενόψει μιας περιόδου ανανέωσης της πολιτικής διεύρυνσης της Ε.Ε. Αν και ούτε τα ισχυρά μέλη της Ε.Ε. ούτε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι υπέρ της υποδοχής νέων εταίρων στο ορατό μέλλον, ευνοούν την πρόοδο σε όλες τις προπαρασκευαστικές διαδικασίες και μέτρα σύγκλισης με συγκεκριμένα ορόσημα: – α) εντός του Φεβρουαρίου, θα γίνει η επίσημη «Ανακοίνωση της Κομισιόν για τη Στρατηγική της Ε.Ε. για τα Δυτικά Βαλκάνια», – β) τον Απρίλιο, θα γίνουν γνωστές λεπτομέρειες για το Διευρυνσιακό Πακέτο, – γ) το Μάιο, θα συγκληθεί  η Σύνοδος Κορυφής Ε.Ε.-Δυτικών Βαλκανίων (στην οποία επιθυμεί να προσκληθεί και ο Τούρκος πρόεδρος Ρ.Τ. Ερντογάν) και – δ) τον Ιούνιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα υιοθετήσει τα επίσημα συμπεράσματα για τη Διεύρυνση και τη Διαδικασία Σταθεροποίησης-Σύνδεσης.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, η Τουρκία έχει μεταφέρει στην ελληνική πλευρά την ανησυχία της ότι η Γαλλία και η Γερμανία θα προωθήσουν «πακέτο» τις υποψηφιότητες μόνον των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και η δική της υποψηφιότητα θα ανασταλεί. Ωστόσο το ακριβές είναι ότι ούτε και οι αυτές οι υποψηφιότητες θεωρούνται ώριμες με την εξαίρεση της Σερβίας και του Μαυροβουνίου στην περίπτωση μόνον που αμφότερες πείσουν για τις μεταρρυθμίσεις ως προς το κράτος δικαίου και, ειδικά το Βελιγράδι, ως προς την πρόοδο στο διάλογο με την Πρίστινα. Κατά τις ίδιες πηγές, τα Σκόπια όχι μόνον δεν έχουν επιδείξει βήματα προόδου, αλλά φέρεται να προβάλλουν εμπόδια ακόμα και σε θέματα ήσσονος πολιτικής σημασίας, όπως οι αρμοδιότητες και το νομικό καθεστώς της αποστολής της FRONTEX-Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και των στελεχών της που θα εργάζονται στο έδαφος της ΠΓΔΜ για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής-προσφυγικής κρίσης. Οι αντιδράσεις της ηγεσίας και της υπηρεσιακής γραφειοκρατίας των Σκοπίων κατά της FRONTEX θυμίζουν τις παλαιές αντιδράσεις της ελληνικής Αριστεράς που φώναζε «Έξω οι βάσεις του θανάτου» και αργότερα νοστάλγησε τη σημασία τους για τις τοπικές κοινωνίες και, φυσικά, για τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας έναντι της Τουρκίας.

Παράλληλα άλλο ένα σημείο που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι ότι, σε αντίθεση με την ελληνική τακτική πλήρους εξομάλυνσης των σχέσεων με τον αλβανικό παράγοντα (λόγω και της επιρροής του στο Κόσοβο και στην ΠΓΔΜ), αρκετά μέλη της Ε.Ε. προτιμούν να δοθεί προτεραιότητα στο Βελιγράδι και στην Ποντγκόριτσα και να υπάρξει καθυστέρηση έναντι των Τιράνων. Η Ε.Ε. εμμένει σε αυτήν την τακτική διαχωρισμού, ενώ η Αθήνα (με δεδομένη την πίεση για το κλείσιμο διαφόρων διμερών ανοικτών μετώπων) στηρίζει τα αιτήματα των Τιράνων, αν και η κυβέρνηση του κ. Ε. Ράμα έχει πράξει ελάχιστα για την προστασία των μειονοτήτων, τον περιορισμό της διαφθοράς και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Πέραν των ζητημάτων που αφορούν την ελληνική στάση έναντι της πολιτικής διεύρυνσης της Ε.Ε. και των συσχετισμών μεταξύ των κρατών-μελών της, μείζονα σημασία έχουν και τα κριτήρια προσαρμογής των Σκοπίων προς τις απαιτήσεις των Βρυξελλών. Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, η πρόοδος που έχει επιτελέσει η ΠΓΔΜ είναι περιορισμένη.

Συγκεκριμένα, λίγες εβδομάδες μετά την ανάδειξή του στην πρωθυπουργία στα τέλη Μαΐου 2017, ο πρωθυπουργός Ζ. Ζάεφ διαβεβαίωνε τους αρμόδιους αξιωματούχους της Ε.Ε. ότι η κυβέρνησή του θα προωθούσε το σχέδιο μεταρρυθμίσεων εντός λίγων μηνών και σε όλα τα επίπεδα. Αν και οι αρμόδιοι της Ε.Ε., λόγω της μακράς πείρας τους στα Βαλκάνια, συμβούλευσαν ότι ήταν καλύτερο να επιδιωχθούν λίγα και σίγουρα παρά πολλά και αμφίβολα, ο κ. Ζάεφ επέμεινε στη γραμμή και τις υποσχέσεις του. Δεν πέρασαν λίγες εβδομάδες και ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ μετέβαλε άποψη, διαμηνύοντας στις Βρυξέλλες ότι θα ήταν πιο ρεαλιστικό να μεταφερθούν τα πάντα για την περίοδο μετά τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2017.

Έκτοτε ελάχιστα έχουν γίνει στα σημαντικότερα κεφάλαια των απαιτήσεων της Ε.Ε. που αφορούν το κράτος δικαίου, τη δημόσια διοίκηση, την ελευθερία του Τύπου και, γενικότερα, τη χρηστή διακυβέρνηση, ενώ παραμένουν και οι σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη δέσμευσή του για καλές γειτονικές σχέσεις στα Βαλκάνια. Παρόμοια ερωτηματικά διατηρούνται και ως προς τη στάση του κ. Ζάεφ έναντι της απαίτησης των κομμάτων της αλβανικής κοινότητας για πλήρη υλοποίηση της Συμφωνίας της Αχρίδας, κυρίως, ως προς τη χρήση της γλώσσας. Ενώ μέχρι τον περασμένο Οκτώβριο ο πρωθυπουργός της γειτονικής χώρας διαβεβαίωνε ότι το θέμα θα επιλυθεί μετά τις δημοτικές εκλογές και όντως προχώρησε στην παρουσίαση νομοσχεδίου, δεν είναι έτοιμος να ξεπεράσει τις αντιρρήσεις του προέδρου Γκ. Ιβάνοφ.

  • Η στάση Γερμανίας-Βρετανίας

Ανεξάρτητα από τις τελικές αποφάσεις στις Βρυξέλλες, σημαντικό στοιχείο είναι και το ότι η Γερμανία και η Βρετανία οριστικοποίησαν τη συμφωνία τους για τη σύγκληση της φετινής διάσκεψης του Berlin Process, στο δεύτερο εξάμηνο του 2018, στο Λονδίνο. Πρόκειται για τη διαδικασία που εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 2014 με τη διοργάνωση στο Βερολίνο ειδικής συνόδου με τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων (Αλβανία, Βοσνία, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, ΠΓΔΜ και Σερβία), κατά παράκαμψη κάθε έννοιας κοινοτικής αλληλεγγύης, αφού όλες οι σχετικές επαφές θα έπρεπε να διεξάγονται στις Βρυξέλλες. Η καγκελάριος Αγκ. Μέρκελ δεν προσκάλεσε ποτέ, ούτε επί κυβέρνησης Σαμαρά ούτε επί κυβέρνησης Τσίπρα, την Ελλάδα στο «Berlin Process». Αντίθετα, προσκάλεσε τις (ελεγχόμενες) Κροατία και Σλοβενία, τη σταθερή φίλη Αυστρία και, στο πνεύμα κάποιου ανοίγματος στην Ε.Ε., εξασφάλισε τη συμμετοχή και της Γαλλίας και της Ιταλίας (αντίστοιχα, οι σύνοδοι του 2016 και του 2017 συγκλήθηκαν στο Παρίσι και στην Τεργέστη).

Η φετινή σύγκλιση της συνόδου στο Λονδίνο αποτελεί συνειδητή προσπάθεια του Βερολίνου να δείξει  ότι δεν πρόκειται πλέον για αμιγώς γερμανική πρωτοβουλία, αλλά για σχήμα ευρύτερης μορφής με μακρύ μέλλον. Θα χρησιμεύσει, επίσης, ως απόδειξη του επιχειρήματος της κυβέρνησης Μέι και του Φόρεϊν Όφις ότι, με το Brexit, «φεύγουμε από την Ε.Ε., αλλά όχι από την Ευρώπη» και, επίσης, θα επαναφέρει το ενδιαφέρον της Βρετανίας για τα Βαλκάνια, για πρώτη φορά από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991-1992 και τον πόλεμο στο Κόσοβο το 1999. Αν, μάλιστα, η εξέλιξη αυτή συνδυαστεί με τις νέες αμυντικές δομές της Ε.Ε. μετά το Brexit (και σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ), τότε πολλοί συσχετισμοί αλλάζουν. Μια τέτοια εξέλιξη, αν και αιφνιδιαστική, δεν είναι απαραίτητα αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά οπωσδήποτε θα απαιτήσει κάποιους ανασχεδιασμούς.

  • Το πλαίσιο ιδεών Νίμιτς

Στο μεταξύ, οι αδιανόητες -για έναν αντικειμενικό μεσολαβητή- δηλώσεις του ειδικού εκπροσώπου του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς περί «μακεδονικού έθνους» δείχνουν τη μεγάλη δυσκολία της επικείμενης διαπραγμάτευσης και διαλύουν τις ψευδαισθήσεις περί εύκολης και γρήγορης λύσης.

Είναι πολύ λογικό να προκαλούνται απορίες για την παρούσα στάση του κ. Νίμιτς που είναι παλαιός γνωστός της ελληνικής διπλωματίας. Ως ανώτερος σύμβουλος του Στέητ Ντηπάρτμεντ και μετέπειτα υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, το 1977-1980, είχε θετική συμβολή στις περίπλοκες διαβουλεύσεις για την επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, διεξάγοντας τίμιες συνομιλίες με τους Γ. Ράλλη, Ευ. Αβέρωφ, Κων. Μητσοτάκη και την τουρκική ηγεσία. Επίσης, το 1994-95, ως ειδικός εκπρόσωπος του προέδρου Κλίντον (πριν αναλάβει τη θέση του στον ΟΗΕ το 1999), περιόριζε τις εξαλλοσύνες του βοηθού υπουργού Εξωτερικών και πανίσχυρου επί Δημοκρατικών, Ρ. Χόλμπρουκ, που αναστάτωνε ολόκληρα τα Βαλκάνια.

Τα ερωτηματικά πολλαπλασιάζονται λόγω της απουσίας αντίδρασης της ελληνικής κυβέρνησης. Από τη στιγμή που δεν αξιώνει την αντικατάσταση του κ. Νίμιτς, οφείλει να επιμείνει στην επαναφορά του στην τάξη μέσω του γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών Αντ. Γκουτέρες που, εδώ και μήνες, έχει υποσχεθεί την προσωπική του βοήθεια στη διαδικασία λύσης του ονοματολογικού.  Άλλωστε ο κ. Γκουτέρες διατηρεί άριστη προσωπική σχέση με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών και έχει διαπιστώσει το ρεαλισμό και την ακρίβεια των εκτιμήσεων-προειδοποιήσεων του για τα θέματα εγγυήσεων και ασφάλειας στις δύο διασκέψεις του 2017 για το Κυπριακό.

Ωστόσο μεγαλύτερη σημασία από τις δηλώσεις Νίμιτς έχουν οι πολλές διπλωματικές παγίδες που περιέχει η δέσμη ιδεών του, η οποία παρουσιάστηκε στους διαπραγματευτές της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ στις 17 Ιανουαρίου, εξετάστηκε καταρχήν από τους πρωθυπουργούς Αλ. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ σήμερα στο Νταβός στις 24 Ιανουαρίου και πέρασε στην αρμοδιότητα των υπουργών Εξωτερικών Ν. Κοτζιά και Ν. Ντιμιτρόφ από τις 30 και 31 Ιανουαρίου.

Σύμφωνα με ξένες πηγές που γνωρίζουν τις τρέχουσες εξελίξεις και με ελληνικές πηγές που είχαν άμεση εμπλοκή σε παλαιότερες πρωτοβουλίες του κ. Νίμιτς (επιβεβαιώνοντας το γενικότερο πνεύμα των προτάσεών του που τώρα, εν μέρει, επαναλαμβάνονται) οι παγίδες του νέου σχεδίου λύσης εντοπίζονται στα εξής σημεία:

  1. Το σύνθετο όνομα (όποιο κι αν, τελικά, προκριθεί μεταξύ των Nova Makedonija, Άνω Μακεδονία ή Βόρεια Μακεδονία κ.λπ.) συνοδεύεται από αναγκαστική διευκρίνιση της εθνικότητας των πολιτών αυτής της χώρας με περιφραστική περιγραφή της, αλλά και με μονολεκτικό επιθετικό προσδιορισμό.  Η περίφραση, για όσους δέχονται το σύνθετο όνομα, ίσως δεν εμφανίζει ιδιαίτερα προβλήματα, αφού θα αναφέρεται στον  «πολίτη της Νέας (ή Άνω) Μακεδονίας». Αντίθετα, ο μονολεκτικός προσδιορισμός αφορά μόνον τον «Μακεδόνα» παρά τη συνοδευτική φόρμουλα ταυτόχρονης διπλής αναφοράς σε «Makedonsko/Macedonian», η οποία είναι προφανέστατο ότι θα καταλήξει μόνο στο δεύτερο σκέλος. Όπως προ 15 ετών ο τότε πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Τομ Μίλερ καλούσε off the record την ελληνική πλευρά να βρει λύση «επειδή οι γείτονές σας δεν είναι δυνατόν να αποκαλούνται FYROMians σαν εξωγήινοι», είναι βέβαιο ότι κανείς δεν θα χρησιμοποιεί διεθνώς το σλαβικό Makedonsko (που είναι και γνωστό δημοτικό τραγούδι στην ΠΓΔΜ από το 1960), αλλά το αγγλικό Macedonian. Και, δυστυχώς, αν η Ελλάδα συναινέσει, οι πολλοί Macedonians θα συγκροτούν «μακεδονικό έθνος».
  1. Όσον αφορά τον ορισμό της επίσημης γλώσσας της σημερινής ΠΓΔΜ, που θα πρέπει να συνυπογράψει η Ελλάδα σε περίπτωση τελικής συμφωνίας, η λογική Νίμιτς ακολουθεί το προαναφερθέν μοντέλο για τους πολίτες. Η Ελλάδα καλείται να αποδεχθεί τη γλώσσα Makedonski/Macedonian που δεν υπήρχε ποτέ και δεν υπάρχει! Η γλώσσα που προβάλλει η γειτονική χώρα από το 1991-92 δεν μπορεί να συγχέεται με τη σλαβοβουλγαρική ή σλαβομακεδονική. Ιδιαίτερα με την τελευταία που, ως ιδίωμα, χρησιμοποιούσαν ελάχιστοι Έλληνες δίγλωσσοι και τα Σκόπια επικαλούνταν για την ύπαρξη δήθεν «μακεδονικής μειονότητας» στη βόρεια Ελλάδα. Σχετική παράγραφος είχε παρεισφρήσει στην Έκθεση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στέητ Ντηπάρτμεντ του 1991, αλλά -για πρώτη φορά στην ιστορία των ΗΠΑ- είχε ανασκευαστεί με επίσημη επιστολή του τότε πρέσβη στην Αθήνα Μάϊκλ Σωτήρχος. Δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα το 2018 να πέσει στην παγίδα γλώσσας-έθνους-μειονότητας και να διευκολύνει τον αλυτρωτισμό που οι ΗΠΑ απέρριψαν 27 χρόνια νωρίτερα.
  1. Η έσχατη γραμμή ελληνικής άμυνας με το erga omnes (χρήση ονόματος έναντι όλων) αναγνωρίζεται επί της αρχής στις ιδέες Νίμιτς με υποχρεωτική αποδοχή του ονόματος στον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. και σε πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις. Δεν είναι όμως σαφές αν θα αναιρέσει (είτε μεσολαβήσει ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είτε όχι) τις αναγνωρίσεις της ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα από δεκάδες χώρες. Δυστυχώς και σε αυτό το σημείο, που είναι από τα βασικά ελληνικά κίνητρα επίσπευσης του συμβιβασμού ώστε να αναιρεθεί η παγιωμένη διεθνής πρακτική, ο μεσολαβητής του ΟΗΕ κλίνει προς την πλευρά των Σκοπίων με ιδέες περί απλών «συστάσεων» από το Συμβούλιο Ασφαλείας και όχι περί υποχρέωσης των  γειτόνων μας να συμφωνήσουν με τρίτες χώρες στη χρήση του νέου επίσημου ονόματος.
  1. Η απαράδεκτη «διπλή ονομασία» (αυτοκτονική ιδέα της κυβέρνησης Μητσοτάκη του Μαΐου 1992) αναπαράγεται, καθώς ο κ. Νίμιτς επιμένει στη δυνατότητα εσωτερικής χρήσης της. Το επιχείρημα του 1992 «ας αποκαλούνται στο εσωτερικό όπως θέλουν» είναι φαιδρό, γιατί απαιτείται ελληνική συνυπογραφή. Αν η Αθήνα αναγνωρίσει «εσωτερική» ύπαρξη «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», διευκολύνει όλη την αλυτρωτική προπαγάνδα που ο κ. Τσίπρας διαβεβαιώνει ότι δεν θα την επιτρέψει.
  1. Αν και καμία ελληνική ή ξένη διπλωματική πηγή δεν είναι κατηγορηματική, ο κ. Νίμιτς φέρεται να επιμένει ότι ορισμένα σημαντικά ζητήματα, όπως η υιοθέτηση μέτρων αμοιβαίου σεβασμού της πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε πλευράς και συμφωνιών μη αποκλειστικότητας του όρου «Μακεδονία» για εμπορικές και άλλες χρήσεις, μπορούν να μετατεθούν σε μεταγενέστερο χρόνο και πάντως μετά την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ή και την Ε.Ε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Ντιμιτρόφ, σε πρόσφατη συνέντευξή του, μίλησε περί μη αποκλειστικότητας, ενώ ευτυχώς ο κ. Κοτζιάς είχε προειδοποιήσει ότι όλες οι εκκρεμότητες, που συνδέονται με την ΠΓΔΜ, πρέπει να λυθούν ταυτόχρονα, χωρίς μεταθέσεις στο αόριστο μέλλον. Ελπίζεται πως, παρά την επιμονή Νίμιτς στη λεγόμενη «κλιμακωτή λύση», δεν θα υπάρξει υποχώρηση από τη γραμμή αυτή.

Το πλαίσιο ιδεών Νίμιτς είναι, βέβαια, ακόμα στην αρχική του μορφή, αποτελώντας βάση διαπραγμάτευσης και όχι οριστικό επίσημο κείμενο. Από τη στιγμή πάντως που ήδη υπάρχουν σημάδια ετεροβαρούς συμφωνίας είναι αμφίβολο αν μπορεί να βρεθεί λύση με τη συμπεριφορά της ηγεσίας της ΠΓΔΜ και με την αναζωπύρωση της πολιτικής έντασης στη χώρα μας.