Οι «τρίτοι» που περιμένουν «με ενδιαφέρον» την παράδοση των F-35 στην Τουρκία
Περίπου δύο εβδομάδες έπειτα από τη νατοϊκή Σύνοδο της Αγκυρας, η Τουρκία παραμένει αποκλεισμένη από το πρόγραμμα των F-35 ως «αντίπαλος της Αμερικής» («America’s Adversary»). Ο Ρ. Τ. Ερντογάν μπορεί να κέρδισε τη μάχη των εντυπώσεων ως οικοδεσπότης της νατοϊκής Συνόδου, πλην όμως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν το μαχαίρι και το καρπούζι.
Με την στάση της, η διοίκηση Τραμπ έχει όντως στείλει μηνύματα που γεννούν προσδοκίες (στην τουρκική πλευρά) περί επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 από το οποίο η Άγκυρα αποκλείστηκε όταν απέκτησε τους ρωσικούς S-400. Εδώ και καιρό, κυκλοφορούν άλλωστε σενάρια πιθανής παράκαμψης των ρωσικής προέλευσης εμποδίων.
Είχε ακουστεί, για παράδειγμα, ότι οι S-400 θα μπορούσαν να αποσυναρμολογηθούν, να καταστραφούν εν μέρει ή να τεθούν υπό αμερικανικό έλεγχο εντός της Τουρκίας και, έτσι, να βγουν από τη μέση αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για τουρκικές πτήσεις με F-35 (τουλάχιστον τα έξι τέτοιου τύπου αεροσκάφη που η Τουρκία έχει πληρώσει, αλλά δεν παρέλαβε).
Πιο πρόσφατα, κυκλοφόρησαν σενάρια περί πώλησης ή μεταφοράς των S-400 σε κάποια άλλη χώρα (στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για παράδειγμα σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της Wall Street Journal ή στο Κατάρ σύμφωνα με τη προηγούμενο δημοσίευμα της τουρκικής Hurriyet), σενάρια τα οποία παρουσιάζονται πια ως πιθανά και υλοποιήσιμα.
Το αν θα υπάρξουν εξελίξεις το προσεχές διάστημα στο μέτωπο των «τουρκικών» F-35 είναι κάτι το οποίο μένει να φανεί.
Ο Ντέρεκ Γκρόσμαν, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (University of Southern California – USC), υπογραμμίζει, ωστόσο, σε ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy, ότι οι αποφάσεις που θα λάβει η αμερικανική ηγεσία σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση πρόκειται να έχουν επιπτώσεις που θα εκτείνονται πέρα από την Τουρκία και το όρια των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Οσα εμπεριέχονται στη νομοθεσία CAATSA για την «αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων» (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act) «είχαν ως στόχο να αναγκάσουν τις χώρες να επιλέξουν μεταξύ ρωσικών όπλων και στενότερων δεσμών ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες», εξηγεί ο Γκρόσμαν, υπενθυμίζοντας ότι μιλάμε για έναν νόμο που πέρασε από το Κογκρέσο με μεγάλη διακομματική στήριξη προτού υπογραφεί από τον Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας στην προεδρία των ΗΠΑ, το 2017.
Ο νόμος CAATSA δημιουργεί αυτό που ουσιαστικά αποτελεί ένα καθεστώς δευτερογενών κυρώσεων. Επιτρέπει στον πρόεδρο των ΗΠΑ να τιμωρεί ξένες κυβερνήσεις, εταιρείες, τράπεζες και άτομα που εμπλέκονται σε «σημαντικές συναλλαγές» με τους τομείς άμυνας ή πληροφοριών της Ρωσίας, συνεχίζει ο Ντέρεκ Γκρόσμαν, υπενθυμίζοντας ότι με βάση ακριβώς αυτόν τον νόμο οι ΗΠΑ το 2018 επέβαλαν κυρώσεις στο Τμήμα Ανάπτυξης Εξοπλισμού (Equipment Development Department) της κινεζικής Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής (Central Military Commission) και τον τότε διευθυντή του, Λι Σανγκφού, για την αγορά ρωσικών μαχητικών αεροσκαφών Su-35 και ρωσικών συστημάτων αεράμυνας S-400. Στο ίδιο πλαίσιο, το 2020 επέβαλαν κυρώσεις στην τουρκική αρχή αμυντικών βιομηχανιών για την αγορά των S-400.
Και οι δύο αυτές υποθέσεις κατέδειξαν ότι ο νόμος CAATSA μπορούσε να τιμωρήσει άμεσα κυβερνητικούς οργανισμούς που είναι υπεύθυνοι για την αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων, σημειώνει ο Γκρόσμαν στην ανάλυσή του.
Ωστόσο πλέον, η κυοφορούμενη μεταστροφή του Τραμπ έναντι της Τουρκίας υποδηλώνει ότι η αμερικανική αποφασιστικότητα σε σχέση με την επιβολή τέτοιου τύπου κυρώσεων μπορεί να μην πια τόσο έντονη όσο ήταν στο παρελθόν.
Στα μάτια των τρίτων, ο νόμος CAATSA θα μπορούσε να πάψει να θεωρείται ένας σταθερός κανόνας και να αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως ένα εργαλείο επιλεκτικής άσκηση πιέσεων, πάντοτε σε συνάρτηση με τις πολιτικές προτεραιότητες που θα έχει σε κάθε περίοδο η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με την ανάλυση του Foreign Policy.
Εάν η Τουρκία του Ερντογάν «ξαφνικά» απαλλαγεί από τις κυρώσεις που της είχαν επιβληθεί από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο του νόμου CAATSA, αυτό θα μπορούσε να ιδωθεί ως ενθαρρυντική εξέλιξη αφενός για τη Ρωσία που «πουλάει» και αφετέρου για τις χώρες του Ινδο-Ειρηνικού που θα ήθελαν να συνεχίσουν να αγοράζουν οπλικά συστήματα από τη Μόσχα.
Ποιες είναι αυτές; Η Ινδονησία, το Βιετνάμ, η Μαλαισία, το Μπαγκλαντές, η Σρι Λάνκα και, προφανώς, η Ινδία οι σχέσεις της οποίας με τις ΗΠΑ έχουν πια εισέλθει σε τροχιά κρίσης καθώς η διοίκηση Τραμπ προσεγγίζει το Πακιστάν.
«Η απόφαση του Τραμπ να πάρει πίσω τις κυρώσεις CAATSA στην περίπτωση της Τουρκίας δίνει σε αυτές τις χώρες ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους με το Κρεμλίνο και ενδεχομένως, μόλις η Ρωσία αποκαταστήσει την εξαγωγική της ικανότητα που έχει περιοριστεί λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, να τις αυξήσουν», σχολιάζει ο Γκροσμαν.