Οι πολεμικές επιχειρήσεις στον Περσικό και η πορεία των αγορών
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, στις οποίες εμπλέκεται και μια υπερδύναμη, συνήθως λειτουργούν ως καταλύτης αυξημένης αβεβαιότητας για τις αγορές.
Η παγκόσμια οικονομία, στις αρχές του 2026, βρισκόταν σε κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας, αλλά με θετικές προοπτικές για την ανάπτυξη και εκτιμήσεις για ελεγχόμενο πληθωρισμό. Η ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο και οι συνέπειες στην αγορά ενέργειας λειτούργησαν ως καταλύτης που ανέτρεψε τις προβλέψεις. Δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά από εμάς στην κρισιμότητα της περιοχής για την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης και της Ασίας.
Όμως, μια ματιά στην οικονομική και στρατιωτική ιστορία του 20ου αιώνα θα μας θυμίσει τη διαχρονική κρισιμότητα της περιοχής για την παγκόσμια οικονομία και τη διαχρονική παρουσία και παρέμβαση των εκάστοτε μεγάλων δυνάμεων.
Στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρύτερη περιοχή του Περσικού ήταν πεδίο σύγκρουσης μεταξύ της Βρετανικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την έναρξη του πολέμου, οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν στη χερσόνησο του Φάο (Fao) και κατέλαβαν τη Βασόρα. Ο κύριος στόχος ήταν να προστατεύσουν τις εγκαταστάσεις της Αγγλο-Περσικής Πετρελαϊκής Εταιρείας (σημερινή BP) στο Αμπαντάν του Ιράν. Οι Βρετανοί κατέλαβαν τη Βαγδάτη το 1917 και, ύστερα από τη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυριάρχησαν στην περιοχή της Μεσοποταμίας.
Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά από ένα φιλο-ναζιστικό πραξικόπημα το 1941 στη Βαγδάτη, οι Βρετανοί εισέβαλαν στο Ιράκ, για να εξασφαλίσουν την πρόσβαση στο πετρέλαιο και στις αεροπορικές βάσεις, αποτρέποντας ταυτόχρονα την επιρροή του Άξονα. Την ίδια χρονιά, η Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση εισέβαλαν ταυτόχρονα στο ουδέτερο Ιράν για να δημιουργήσουν τον «Περσικό Διάδρομο» (Persian Corridor). Αυτός ο δρόμος ήταν ζωτικής σημασίας για τη μεταφορά πολεμικού υλικού από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία προς τη Σοβιετική Ένωση, για να αντιμετωπιστεί η γερμανική προέλαση. Ο Περσικός Διάδρομος είναι ίσως η πιο υποτιμημένη, αλλά καθοριστική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Χωρίς αυτόν, η σοβιετική αντεπίθεση στο Ανατολικό Μέτωπο θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής, αν όχι αδύνατη.
Το 1973, παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος Γιομ Κιπούρ διεξήχθη μόνον μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου-Συρίας, οι αραβικές χώρες του Κόλπου επέβαλαν εμπάργκο στις χώρες που στήριζαν το Τελ Αβίβ (κυρίως στις ΗΠΑ και την Ολλανδία), με αποτέλεσμα η τιμή του βαρελιού να τετραπλασιαστεί σχεδόν αμέσως.
Η πετρελαϊκή κρίση επαναλήφθηκε το 1979 με την Ιρανική Επανάσταση και τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ την επόμενη χρονιά. Μετά την πτώση του Σάχη, το Ιράν διέκοψε τις εξαγωγές πετρελαίου προς τις ΗΠΑ , την Ιαπωνία και τη Δυτική Ευρώπη, ενώ το 1980, η επίθεση της Βαγδάτης στην Τεχεράνη έθεσε στο στόχαστρο τις πετρελαϊκές υποδομές και των δύο χωρών. Οι δύο χώρες άρχισαν να βυθίζουν τα αντίπαλα τάνκερ στον Κόλπο για να στερήσουν έσοδα από τον αντίπαλο. Το αποτέλεσμα ήταν η τιμή του πετρελαίου να υπερδιπλασιαστεί και η παγκόσμια οικονομία, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, να οδηγηθεί σε ύφεση.
Μετά το 1980, ο Περσικός Κόλπος βίωσε τρεις σημαντικές πολεμικές επιχειρήσεις που επηρέασαν την παγκόσμια οικονομία και προκάλεσαν μεταβλητότητα στα χρηματιστήρια.
Το 1990, η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ ήταν η πιο «καθαρή» πετρελαϊκή σύγκρουση, καθώς το κίνητρο ήταν ο άμεσος έλεγχος των αποθεμάτων. Με την κατάληψη του Κουβέιτ, ο Σαντάμ Χουσεΐν ήλεγχε ξαφνικά το 20% της παγκόσμιας παραγωγής και εάν προχωρούσε και στη Σαουδική Αραβία, όπως φοβόντουσαν οι ΗΠΑ , θα ήλεγχε πάνω από το 40%. Μετά την εισβολή στο Κουβέιτ, η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύτηκε από τα $ 15 στα $ 42 μέσα σε λίγους μήνες. Τα χρηματιστήρια κατέγραψαν πτώση από 15% έως 20% λόγω της αβεβαιότητας, ενώ η απότομη αύξηση του κόστους ενέργειας οδήγησε τις ΗΠΑ και την Ευρώπη σε μια σύντομη, αλλά αισθητή ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
To Μάρτιο του 2003 έγινε η αμερικανοβρετανική εισβολή στο Ιράκ (Επιχείρηση «Ιρακινή Ελευθερία») την οποία όμως η αγορά υποδέχτηκε με ανακούφιση. Παρά το γεγονός ότι το 2002 ήταν μια κακή χρονιά για τις μετοχές λόγω του φόβου του πολέμου, την ημέρα της εισβολής τα χρηματιστήρια σημείωσαν άνοδο, καθώς η αβεβαιότητα έδωσε τη θέση της σε ένα συγκεκριμένο στρατιωτικό πλάνο. Οι τιμές του πετρελαίου δεν εκτινάχθηκαν όπως το 1990, αλλά ξεκίνησαν μια μακροχρόνια ανοδική πορεία που κράτησε έως το 2008, καθώς η παραγωγή του Ιράκ έμεινε εκτός αγοράς για μεγάλα διαστήματα λόγω της εσωτερικής αστάθειας.
Μια μικρότερη, αλλά απ’ ότι έδειξε το μέλλον όχι τυχαία κρίση, ήταν οι επιθέσεις στην Aramco το 2019. Αν και δεν πρόκειται για έναν «παραδοσιακό» πόλεμο με μέτωπο συγκρούσεων, περιλάμβανε επιθέσεις με drones και κατασχέσεις πλοίων. Παρόλο που διήρκεσε μόλις λίγα λεπτά, οι συνέπειές της κρίσης τρόμαξαν την παγκόσμια οικονομία. Τα ξημερώματα της 14ης Σεπτεμβρίου 2019, ένα σμήνος από 25 drones και πυραύλους κρουζ έπληξε δύο κρίσιμες εγκαταστάσεις στο ανατολικό τμήμα της Σαουδικής Αραβίας. Η επίθεση στις εγκαταστάσεις της Aramco, εκείνο το μήνα, θεωρείται η πιο «χειρουργική» και αποτελεσματική, έως τότε, επίθεση σε ενεργειακές υποδομές. Επλήγησαν συγκεκριμένα και κρίσιμα σημεία των εγκαταστάσεων, γεγονός που έδειχνε το σχολαστικό σχεδιασμό της.
Μετά την επίθεση, η Σαουδική Αραβία αναγκάστηκε να περιορίσει την παραγωγή κατά 5,7 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Αυτό αντιστοιχούσε στο 50% της παραγωγής της χώρας και περίπου στο 5% της παγκόσμιας προσφοράς, αποτελώντας τη μεγαλύτερη μεμονωμένη διακοπή εφοδιασμού στην ιστορία και ξεπερνώντας ακόμα και τις απώλειες κατά την Ιρανική Επανάσταση του 1979.
Με το άνοιγμα των αγορών, το Brent σημείωσε άλμα 19% μέσα σε λίγα λεπτά, φτάνοντας τα 71$ το βαρέλι. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ημερήσια ποσοστιαία άνοδος από το 1988. Οι μετοχικοί δείκτες δεν αντέδρασαν ιδιαίτερα, αλλά οι μετοχές των αεροπορικών εταιρειών και των μεταφορικών έπεσαν κατακόρυφα λόγω του αναμενόμενου κόστους καυσίμων. Αντίθετα, οι μετοχές ενεργειακών εταιρειών όπως οι ExxonMobil, Chevron και Shell σημείωσαν άνοδο.
Για την ιστορία, οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης που βρίσκονταν σε πόλεμο με τη Σαουδική Αραβία ανέλαβαν, την ευθύνη της επίθεσης. Οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία όμως απέρριψαν τον ισχυρισμό των Χούθι, υποστηρίζοντας ότι τα όπλα ήταν ιρανικής κατασκευής και ότι η επίθεση έγινε από τον βορρά και όχι από τον νότο. Το Ιράν αρνήθηκε τότε κάθε ανάμειξη. Η δε Aramco μέσα σε 15 ημέρες είχε καταφέρει να επιδιορθώσει τις κρίσιμες υποδομές επαναφέροντας τη παραγωγή στα επίπεδα πριν την επίθεση.
Με το άκουσμα λοιπόν της έναρξης των αεροπορικών επιθέσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου 2026 τα χρηματιστήρια αντέδρασαν με διόρθωση στις τιμές των μετοχών αλλά και των ομολόγων.
Η αντίδραση της αγοράς μετοχών (κόκκινο χρώμα) , ομολόγων (μαύρο χρώμα) , εμπορευμάτων (κίτρινο χρώμα) και αμερικανικού δολαρίου (γκρι χρώμα).
Οι αμερικανικοί δείκτες έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 7,5% στο διάστημα από 27 Φεβρουαρίου έως 27 Μαρτίου 2026 , ενώ για το ίδιο διάστημα ο γερμανικός δείκτης DAX υποχώρησε κατά 11,80%, δείχνοντας πόσο πιο ευάλωτη είναι η ευρωπαϊκή οικονομία στη τρέχουσα ενεργειακή κρίση.
Όπως και το 2019, ο κλάδος των αερομεταφορών και των logistics δέχθηκε τη μεγαλύτερη πίεση. Η εκτίναξη της τιμής των καυσίμων, σε συνδυασμό με την ανάγκη για επαναδρομολόγηση των πτήσεων μακριά από τη ζώνη της σύρραξης, οδήγησε σε μείωση των περιθωρίων κέρδους. Αντίστοιχα, ο κλάδος της βαριάς βιομηχανίας στην Ευρώπη και την Ασία βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα νέο κύμα ενεργειακού κόστους, περιορίζοντας και για αυτές το περιθώριο κερδοφορίας του.
Στον αντίποδα, οι μετοχές των εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά μέσο όρο σημείωσαν άνοδο 12% το διάστημα 2 έως 27 Μαρτίου 2026. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου δημιούργησε προσδοκίες για πλεονάζουσα ρευστότητα και αυξημένα μερίσματα από τις αμερικανικές, κυρίως, εταιρίες .
Ο κύριος παράγοντας αβεβαιότητας, που βλέπει αυτή τη στιγμή η αγορά, είναι η διάρκεια του πολέμου και το μέγεθος των ζημιών στις παραγωγικές μονάδες, καθώς αυτά θα καθορίσουν και τη χρονική διάρκεια των υψηλών τιμών του πετρελαίου και φυσικού αερίου. Κατά την τρέχουσα κρίση η μείωση της προσφοράς πετρελαίου ανά ημέρα υπολογίζεται στα 18,5 εκατομμύρια βαρέλια, σχεδόν τρείς φορές περισσότερα από ότι στην επίθεση στην Aramco το 2019.
Μια παρατεταμένη περίοδος ανατιμήσεων στην ενέργεια θα δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις ικανές να ωθήσουν τις Κεντρικές Τράπεζες σε αλλαγή την νομισματικής τους πολιτικής. Η πιθανότητα να δούμε αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα έως τον Ιούνιο του 2026, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, αγγίζει το 100%.
Για τις ΗΠΑ αναμένουμε αλλαγή στην ηγεσία της FED στις 15 Μαΐου, οπότε θα περιμένουμε να δούμε το αποτύπωμα του νέου Προέδρου της. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη ανακοινώσει τον Kevin Warsh ως την επιλογή του, για να διαδεχθεί τον Powell. Ο Warsh είναι πρώην μέλος του Συμβουλίου της Fed και θεωρείται, από πολλούς, ως μία επιλογή που θα ευθυγραμμιστεί περισσότερο με την οικονομική πολιτική του Λευκού Οίκου.
Ασφαλώς, προβλέψεις για το μέλλον του πολέμου δεν μπορούμε να κάνουμε. Το παρελθόν μας έχει δείξει ότι η αγορά δεν θέλει αβεβαιότητα και χρόνια προβλήματα. Εάν η κρίση συνεχιστεί και οι οικονομίες μπουν σε φάση στασιμότητας και πληθωρισμού, δεν θα είναι εύκολες εποχές για τα χρηματιστήρια μετοχών αλλά ούτε για τις αγορές ομολόγων. Η σύρραξη στον Περσικό Κόλπο το 2026 υπενθύμισε στις αγορές ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος δεν μπορεί ποτέ να αγνοηθεί. Οι μετοχές μπορεί να λέμε ότι προσφέρουν μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και τα ομόλογα σταθερότητα, αλλά σε περιόδους πολεμικών κρίσεων η ρευστότητα και η διαφοροποίηση είναι τα μόνα εργαλεία επιβίωσης.



