Τις μέρες αυτές, σκεφτόμουν  τι θα μπορούσα να γράψω σχετικά με τον Χένρι Κίσινγκερ, πέραν των συνήθων αναλύσεων για τη συμβολή του στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και το ρόλο του στα θέματα άμεσου ελλαδικού και κυπριακού ενδιαφέροντος.

Δεν μπορώ να ισχυρισθώ ότι κατέχω τα μυστικά του κυβερνοχώρου. Τούτο, όμως δεν με εμποδίζει  να ισχυριστώ  ότι, σήμερα, για την Ελλάδα η κυβερνοασφάλεια  πρέπει να είναι ο βασικός μας στόχος και η πρώτη προτεραιότητα στην  πολιτική  εθνικής ασφάλειας. Είναι θετικό, συνεπώς, το γεγονός ότι η κυβέρνηση λαμβάνει διοικητικά μέτρα και νομοθετεί προς την κατεύθυνση αυτή.

Ως διπλωμάτης, ως κρατικός λειτουργός δηλαδή,  είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω -άλλοτε εγκαίρως και άλλοτε ετεροχρονισμένα- ότι η ασφάλεια των εμπιστευτικών επικοινωνιών, ακόμη και με άριστο σύστημα αυτόματης κρυπτογράφησης και κωδικοποίησης των μηνυμάτων, αποτελεί στην εποχή μας ουτοπία. Δεν υπολογίζονται και δεν υπάρχουν φιλίες και συμμαχίες. Υπάρχει η απόλυτη ανάγκη, o εθισμός και η  εξάρτηση από τη «δίψα» για την κατανάλωση της λεγόμενης «intelligence». Η συγκομιδή πληροφοριών, εκτός δηλαδή των  προσδιορισμένων από τις διεθνείς συνθήκες πλαισίων των καθηκόντων των διπλωματικών αποστολών, η ανάγκη με άλλα λόγια της με κάθε μέσο γνώσης των προθέσεων, των σκέψεων, των προτάσεων, των δυνατοτήτων, των σχεδίων, της ψυχολογικής κατάστασης του άλλου (αδιάφορα αν είναι φίλος, σύμμαχος, αντίπαλος ή εχθρός), είναι, αναμφίβολα, μια βασική σύγχρονη εφαρμογή της κυβερνοτεχνολογίας. Οι παντός  είδους υποκλοπές αποτελούσαν,  πάνω από 100 χρόνια, τη συνήθη μέθοδο.

Πέρα από τις -παραδοσιακού τύπου- δημοσιογραφικές επιτυχίες ή τις σκόπιμες διαρροές εγγράφων, στον ανταγωνισμό των κρατών, η ασφάλεια των εμπιστευτικών επικοινωνιών και εγγράφων, ακόμη και με άριστο σύστημα αυτόματης κρυπτογράφησης και κωδικοποίησης των μηνυμάτων, αποτελεί στην εποχή μας ουτοπία.

Όμως δεν είναι πλέον η μόνη. Σε έναν ιδανικό κόσμο -ανύπαρκτο δηλαδή- θεωρείται ως ασύμβατη και έκνομη -κατά το διεθνές  διπλωματικό τυπικό- ενέργεια που κλονίζει την εμπιστοσύνη στις διακρατικές σχέσεις. Τουλάχιστον, εκεί όπου ρεαλιστικά θα  έπρεπε να υπάρχει, μεταξύ συμμάχων, εταίρων και φίλων. Ωστόσο, η πραγματικότητα, η παγκόσμια πραγματικότητα είναι διαφορετική.  Πληροφορείσαι, για παράδειγμα,  ότι μία μεγάλη  συμμαχική και φιλική χώρα συστηματικά υποκλέπτει, εν καιρώ ειρήνης, το σύνολο σχεδόν της κρυπτο-αλληλογραφίας. Δεν υπάρχουν κράτη που να μην προσπαθούν να αντλήσουν πληροφορίες, για να ικανοποιήσουν τη «δίψα» των καταναλωτών της που εύλογα υποθέτω ότι υπάρχει – κυρίως, για πληροφόρηση και εκτιμήσεις προερχόμενες από «απόλυτα ασφαλείς πληροφορίες».

Στις περιπτώσεις των σχέσεων χωρών που έχουν απόκλιση ή σύγκρουση συμφερόντων, η -μέσω ειδικών μέσων- κτήση και κατοχή της «πληροφορίας» ή της απόρρητης εκτίμησης βάσει πληροφοριών  (intelligence estimate) είναι ο κανόνας. Κανόνας και μάλιστα χρυσός είναι και στις χώρες, όπου η δομή και η αποστολή των μυστικών υπηρεσιών εκτιμάται περισσότερο από τη συμβολή των λοιπών κρατικών λειτουργιών. Η έκθεση μιας μυστικής υπηρεσίας, που βασίζεται στην παράτυπη και παράνομη συλλογή (υποκλοπή στην πραγματικότητα) πληροφοριών, αποκτά  σαφώς μεγαλύτερη βαρύτητα σε σύγκριση, για παράδειγμα, των προτάσεων και επισημάνσεων διπλωματών και πρεσβειών. Έχουμε συγκεκριμένες και χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις στο βαλκανικό μας  περίγυρο.

Σήμερα, όμως, οι επιχειρήσεις αυτές έχουν γνωρίσει μια, άνευ προηγουμένου, επέκταση, εμβάθυνση και πολλαπλασιαστικές δράσεις, χωρίς δυνατότητα αντίδοτου και φραγμού, χάρις στις εφαρμογές της τεχνολογίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εύκολη συλλογή με κάθε είδους ηλεκτρονικό μέσο πληροφοριών έχει οδηγήσει Υπηρεσίες Πληροφοριών  να αυτοστερηθούν του πλέον αξιόπιστου και πολύτιμου εργαλείου συλλογής και αξιολόγησης: τις πληροφορίες που προέρχονται από επαφές με φυσικά πρόσωπα (HUMAN INTELLIGENCE). Σε περιόδους εντάσεων και κρίσεων, υστερείς καταφανώς του αντιπάλου αν δεν έχεις τη δυνατότητα να διασταυρώνεις, πρόσωπο με πρόσωπο, την κρίσιμη πληροφορία. Η ψυχολογία είναι καίριος παράγων. Απουσιάζει δε, κατά κανόνα, από τον απύθμενο όγκο  πληροφοριών που συλλέγονται καθημερινά με ηλεκτρονικά μέσα.

Δεν υπολογίζονται και δεν υπάρχουν φιλίες και συμμαχίες. Υπάρχει η απόλυτη ανάγκη, o εθισμός και η εξάρτηση από τη «δίψα» για την κατανάλωση της λεγόμενης «intelligence». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως προέκυψε από διαρροές εγγράφων στα Wikileaks τον Ιούνιο του 2015, οι παρακολουθήσεις του Γάλλου προέδρου Φρ. Ολάντ (και προκατόχων του) και της Γερμανίδας καγκελαρίου, Αγκ. Μέρκελ, από την αμερικανική NSA.

Σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία δεν υπάρχει η λεγόμενη παιδεία  της  ασφάλειας των επικοινωνιών  -όλοι συνομιλούν για όλα τα θέματα μέσω κινητών, χωρίς καμία προστασία ή κρυπτογράφηση-  η πρόληψη είναι πάντοτε προτιμότερη του -συνήθως, εκ των υστέρων-   «πυροσβεστικού» ελέγχου της ζημιάς (damage control). Επιπλέον, με αφορμή και την  επιχειρούμενη  τώρα επιτάχυνση της μετάβασης του δημοσίου τομέα στον κυβερνοχώρο είναι αναγκαίο -και συνάμα απαραίτητο- να επιβληθεί και να επεκταθεί η χρήση της κρυπτογραφημένης ενδοεπικοινωνίας και ηλεκτρονικής  αλληλογραφίας. Για παράδειγμα, στα αφορώντα στην ενέργεια, στην οικονομία και στις επενδύσεις ζητήματα.  Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, είτε εμπιστευτικό είτε άκρως απόρρητο χαρακτηρίσεις ένα ηλεκτρονικό  μήνυμα, στην πράξη είναι σαν να διαβάζεις ανοικτή εφημερίδα προσιτή σε όλους.  Όπως επίσης οποιοδήποτε κείμενο ή μη κρυπτογραφημένο ηλεκτρονικό μήνυμα γράφουμε στον υπολογιστή  μας. Δεν χρειάζεται να εξειδικεύσω.

Για πολλά πράγματα αναγνωρίζεται  και ταυτόχρονα κατηγορείται ο Χένρι Κίσινγκερ. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να προσάψει στον -εκλιπόντα πρόσφατα- κορυφαίο στρατηγιστή ότι ήταν μετριόφρων και ταπεινόφρων. Θεωρούσε ότι, για μισό αιώνα, κρατούσε κατ’ αποκλειστικότητα τη μαγική ράβδο της ορθοτομής της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος και συνεργασίας στην βάση του συμφέροντος -και όχι στη βάση αρχών ή αξιών-  του Διευθυντηρίου των ισχυρών. Για τη μοναδικότητα και αποκλειστικότητα  της αυθεντίας του, θέλησε  να επηρεάσει -όχι αναγκαστικά με επιτυχία- όλους τους, μετά τον Νίξον, Αμερικανούς προέδρους.

Για τη μοναδικότητα και αποκλειστικότητα της αυθεντίας του, ο Χένρι Κίσινγκερ θέλησε να επηρεάσει -όχι αναγκαστικά με επιτυχία- όλους τους, μετά τον Ρ. Νίξον, Αμερικανούς προέδρους. Στις φωτογραφίες, από αριστερά προς τα δεξιά, με τους Τζ. Φορντ, Τζ. Κάρτερ, Ρ. Ρέιγκαν, Τζ. Μπους, Μπ. Κλίντον, Τζ. Μπους τον νεότερο, Μπ. Ομπάμα, Ντ. Τραμπ και Τζ. Μπάιντεν.

Το πλέον ολοκληρωμένο, κατά την κρίση μου, βιβλίο του Κίσινγκερ, το “World Order” (Παγκόσμια Τάξη), επισημαίνει ότι η απειλή συγκρούσεων  έχει κλιμακωθεί σήμερα λόγω της ασυδοσίας και της ανεξέλεγκτης φύσης του κυβερνοχώρου. Η απειλή αυτή, κατά τον κορυφαίο Αμερικανό στρατηγιστή, είναι σήμερα μεγαλύτερη συγκρινόμενη ακόμη και με την πυρηνική απειλή. Ο κυβερνοχώρος  είναι πρόκληση. Η απειλή εξαρτάται από τη χρήση του. Καταγράφω συνοπτικά  ορισμένα καίρια συμπεράσματα του Κίσινγκερ:

  1. Η διαδικτυακή τεχνολογία έχει εξοβελίσει τη στρατηγική ή το στρατηγικό δόγμα. Μεμονωμένα άτομα, με αμφίβολα κίνητρα, έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν μείζονα διεθνή προβλήματα.
  2. Δεν υφίστανται διμερείς ή διεθνείς δεσμευτικές συμφωνίες για την αντιμετώπιση των κυβερνοαπειλών. Επίσης, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν, δεν υπάρχει «σύστημα επιβολής» τους. Ένας χειριστής φορητού  υπολογιστή μπορεί να προκαλέσει  μείζονα κρίση διμερών ή παγκοσμίων διαστάσεων.
  3. Ο κυβερνοχώρος είναι στρατηγικά απαραίτητος. Σήμερα, άτομα, κράτη και επιχειρήσεις, βασίζονται, κυρίως, στη δική τους κρίση (γνώμη), προωθώντας τις δράσεις τους. Είναι αδύνατον να σκεφθούμε τη διατήρηση της παγκόσμιας τάξης (επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι, προσωπικά, θα προτιμούσα τους όρους παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια) ενόσω ο κυβερνοχώρος -ο χώρος, δηλαδή, από τον οποίο εξαρτάται η πρόοδος και η επιβίωση κρατών- έχει αφεθεί στην τύχη και στα χέρια μονομερών αποφάσεων.
  4. Η -βασισμένη στην αποτροπή- πολιτική της ισορροπίας του τρόμου και των καταστρεπτικών δυνατοτήτων των πυρηνικών όπλων δεν είναι δυνατόν, κατ’ αναλογίαν, να εφαρμοσθεί στην προερχόμενη από τον κυβερνοχώρο απειλή. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος στον κυβερνοχώρο συνίσταται, ακριβώς, σε μια άνευ προειδοποίησης αιφνιδιαστική επίθεση, η οποία δεν θα γίνει αντιληπτή παρά μόνο, αφού η απειλή υλοποιηθεί. Άρα, έχει μηδενισθεί ο κρίσιμος και χρήσιμος χρόνος μεταξύ της εκδήλωσης της επίθεσης και επίτευξης-υλοποίησης του στόχου. Επιπλέον, στην περίπτωση του κυβερνοχώρου και των κυβερνοεπιθέσεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της αρχής της συμμετρικής ανταπόδοσης (symmetrical retaliation), όπως συνέβαινε -και προφανώς ισχύει ως δόγμα ακόμη και σήμερα- στην περίπτωση χρήσης πυρηνικών όπλων.
  5. Σήμερα, η ασυμμετρία και μια μορφή εγγενούς παγκόσμιας ανισορροπίας και έλλειψης τάξης οικοδομούν τις σχέσεις μεταξύ των κυβερνο-δυνάμεων τόσο σε διπλωματικό, όσο και σε στρατηγικό επίπεδο. Η σημασία και το εύρος της έντασης πολλών στρατηγικών ανταγωνισμών έχει κυριαρχήσει στο πεδίο της πληροφορίας, στη συλλογή και στο διεμβολισμό του διαδικτύου και των δικτύων επικοινωνίας και, βέβαια, στη χειραγώγηση της ψυχολογίας των παικτών.
  6. Στο επίπεδο της στρατηγικής ανάλυσης και εκτίμησης, υπογραμμίζει τους κινδύνους από την «έτοιμη» και «μασημένη» πληροφορία του διαδικτύου. Χωρίς, βέβαια, να έχει υπόψη και την ελληνική πρακτική  σκέψης και ανάλυσης που, επί μακρόν, χαρακτηρίσθηκε από την έλλειψη θεσμικής συνέχειας, επισημαίνοντας τον κίνδυνο που περιέχει η προσπάθεια ανάλυσης των πληροφοριών και των τρεχουσών εξελίξεων, χωρίς την αναδρομή στην ιστορία. «Το διαδίκτυο χαρακτηρίζεται από την τάση υποβάθμισης της ιστορικής μνήμης» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κίσινγκερ.
  7. Στο επίπεδο του προσωπικού χρήστη -ας μου επιτραπεί η προσθήκη- και της προσωπικότητας του χρήστη, σημειώνεται ότι, παρέχοντας τόσο μεγάλη ποσότητα πληροφοριών, η τεχνολογία της επικοινωνίας απειλεί να εξασθενίσει την ατομική ικανότητα και δυνατότητα. Την ικανότητα να κρίνει, να διακρίνει και, κυρίως, να σκεφθεί και να αποφασίζει ορθολογικά. Ολοένα και περισσότερο εξαρτώμεθα από την τεχνολογία σαν «μεσάζοντα, διεκπεραιωτή και μεσολαβητή» της σκέψης. Ειδικά δε, της σκέψης των ηγετών. Στη σημερινή εποχή, η πληροφορία και η ανάλυσή της είναι προετοιμασμένες, ώστε να προσαρμόζονται και να ταιριάζουν με την προσωπικότητα και το πορτραίτο του χρήστη, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέσα και από το διαδίκτυο. Έχουμε ήδη προεπιλογές που βασίζονται «σε αυτά που μας αρέσουν» και στα «νέα που μας ταιριάζουν».
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εύκολη συλλογή με κάθε είδους ηλεκτρονικό μέσο πληροφοριών έχει οδηγήσει Υπηρεσίες Πληροφοριών να αυτοστερηθούν του πλέον αξιόπιστου και πολύτιμου εργαλείου συλλογής και αξιολόγησης: τις πληροφορίες που προέρχονται από επαφές με φυσικά πρόσωπα (HUMAN INTELLIGENCE). Σε περιόδους εντάσεων και κρίσεων, υστερείς καταφανώς του αντιπάλου αν δεν έχεις τη δυνατότητα να διασταυρώνεις, πρόσωπο με πρόσωπο, την κρίσιμη πληροφορία.

Επέλεξα, ως τελικό απόσπασμα από τις επισημάνσεις του Χένρι Κίσινγκερ, μια αναφορά  η οποία, καίτοι έχει γραφεί για τις ΗΠΑ και τους πολιτικούς ταγούς της,  έχει ειδική σημασία και για την Ελλάδα. Συνδέει την ικανότητα αντίληψης των εξελίξεων και των πραγμάτων με την παιδεία. «Η σοφία και η διορατικότητα», γράφει, «απαιτούνται, για ν’ αποφύγουμε ατυχήματα στα οποία θα μπορούσε να μας οδηγήσει η σημερινή τεχνολογική εποχή. Επίσης, για την καλύτερη αντίληψη της αμεσότητας του σήμερα με την καλύτερη κατανόηση της ιστορίας και της γεωγραφίας. Η κοινωνία πρέπει να προσαρμόσει την εκπαιδευτική της πολιτική για την εξυπηρέτηση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της χώρας και για την ανάπτυξη των δικών της αξιών».

Αυτό το μήνυμα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο με αποδέκτες στην Ελλάδα εκείνους που -ακόμη και σήμερα- αδυνατούν να συμβιβαστούν με οτιδήποτε έχει σχέση με την αριστεία και την άμιλλα για διάκριση. Η πολιτική αυτή θέση όχι μόνο δυσχεραίνει την αντίληψη και  ορθή κατανόηση των όσων σήμερα συμβαίνουν, αλλά στερεί την επόμενη γενιά από το σημαντικότερο εφόδιο της ζωής: την παιδεία.

Το πλέον ολοκληρωμένο βιβλίο του Κίσινγκερ, το “World Order” (Παγκόσμια Τάξη), επισημαίνει ότι η απειλή συγκρούσεων έχει κλιμακωθεί σήμερα λόγω της ασυδοσίας και της ανεξέλεγκτης φύσης του κυβερνοχώρου. Η απειλή αυτή, κατά τον κορυφαίο Αμερικανό στρατηγιστή, είναι σήμερα μεγαλύτερη συγκρινόμενη ακόμη και με την πυρηνική απειλή.