Του Βασίλειου Σύρου*

Οι τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως η πολεμική σύγκρουση μεταξύ αφενός των ΗΠΑ και του Ισραήλ και αφετέρου του Ιράν, καταδεικνύουν με ανάγλυφο τρόπο ότι η κύρια πρόκληση που αντιμετωπίζει πια η παγκόσμια κοινότητα δεν είναι απλά η αποφυγή στρατιωτικών αντιπαραθέσεων, αλλά η διαχείριση ενός πολυπαραγοντικού διεθνούς περιβάλλοντος. Λόγω της αυξανόμενης αλληλεξάρτησης και διασύνδεσης, η παγκόσμια σταθερότητα εξαρτάται από τον αποτελεσματικό συντονισμό συμμάχων και εταίρων και τη δυνατότητά τους να αποτρέπουν τη μετατροπή περιφερειακών κρίσεων σε ευρύτερες συστημικές διαταραχές.

Τα ζητήματα αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο διεξοδικής ανάλυσης στο 3ο Metis Strategic Foresight Workshop “Challenges to the Rule–Based International Order”, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 16 και 17 Φεβρουαρίου του 2026, από το Metis Institute for Strategy and Foresight του Πανεπιστημίου των Ενόπλων Δυνάμεων της Γερμανίας (Μόναχο) και το Πανεπιστήμιο του Plymouth (Ηνωμένο Βασίλειο), σε συνεργασία με τη Σχολή Εθνικής Άμυνας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην έννοια της προνοητικότητας (“foresight”) και τη σύνδεσή της με τη συμπεριφορά των μεσαίων και περιφερειακών δυνάμεων.

Η προνοητικότητα υποδηλώνει το στρατηγικό σχεδιασμό και την προπαρασκευή βάσει πρόβλεψης μελλοντικών γεγονότων. Διαφέρει από την απλή πρόγνωση (“forecast”), όπως ακριβώς ισχύει για την πρόγνωση των καιρικών συνθηκών σε σύγκριση με την ανάληψη συγκεκριμένων μέτρων εν αναμονή ενός καιρικού φαινομένου (π.χ. το να μεριμνήσει κανείς να έχει μαζί του ομπρέλα, γνωρίζοντας είναι πολύ πιθανό να βρέξει).

Το πάνελ “Future Regional Security Challenges in Asia and Latin America”, το οποίο είχα την τιμή να συντονίσω, εστίασε στο πώς θα εκτυλιχθεί το μέλλον της περιφερειακής ασφάλειας σε περιοχές, όπως η Ινδία, η Νότια Κορέα και η Βραζιλία, καθώς προκύπτουν σύνθετες προκλήσεις από γεωπολιτικές αντιπαλότητες, οικονομική αβεβαιότητα και τεχνολογικές ανατροπές και απειλές, όπως η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή.

Διαθέτοντας την ικανότητα σχεδιασμού και κατασκευής πολεμικών πλοίων, η Ινδία έχει ναυπηγήσει περισσότερες από 100 μονάδες επιφανείας (συμπεριλαμβανομένου του εικονιζόμενου αεροπλανοφόρου INS Vikrant) και πυρηνικά υποβρύχια.

Η Ινδία και η στρατηγική αυτονομία

Η στρατηγική αυτονομία συνιστά θεμελιώδη έκφανση της κρατικής κυριαρχίας. Αντανακλά την ικανότητα ενός κράτους να λειτουργεί με γνώμονα τα εθνικά του συμφέροντα, χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς. Στο πλαίσιο της διεθνούς αλληλεξάρτησης, η έννοια αυτή δεν μεταφράζεται σε απόλυτη ανεξαρτησία, αλλά στην ύπαρξη βαθμών ελευθερίας και ευελιξίας σε ό,τι αφορά τη χάραξη αυτόνομης πολιτικής και λήψης αποφάσεων. Η στρατηγική αυτονομία εξισορροπεί τους επιθυμητούς στόχους και τις πραγματικές δυνατότητες μιας χώρας μέσω στοχευμένων πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών πρωτοβουλιών.

Στην περίπτωση της Ινδίας, η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας ανάγεται στην περίοδο ύστερα από την ανεξαρτησία της, το 1947. Ήταν συνυφασμένη με το δόγμα της μη ευθυγράμμισης (non-alignment) και την αποφυγή εμπλοκής στις στρατιωτικές συμμαχίες του Ψυχρού Πολέμου.

Στη μεταψυχροπολεμική περίοδο, οι παραδοσιακές συμμαχίες αντικαταστάθηκαν εν μέρει από ευέλικτες στρατηγικές συνεργασίες με συγκλίνοντα συμφέροντα. Ενώ ο 20ος αιώνας χαρακτηριζόταν από ιδεολογικά χρωματισμένες συμμαχίες, στον 21ο αιώνα προκρίνονται συναλλακτικά σχήματα συνεργασιών με οικονομικό προσανατολισμό.

Η στρατηγική αυτονομία της Ινδίας ανάγεται στην περίοδο ύστερα από την ανεξαρτησία της, το 1947, με το δόγμα της μη ευθυγράμμισης (non-alignment) και την αποφυγή εμπλοκής στις συμμαχίες του Ψυχρού Πολέμου, ενώ τον 21ο αιώνα προκρίνονται συναλλακτικά σχήματα συνεργασιών με οικονομικό προσανατολισμό. Στη φωτογραφία, η πρωθυπουργός Ίντιρα Γκάντι ανάμεσα στον πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας, Στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο (αριστερά), και στον Αιγύπτιο ομόλογό του, Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (δεξιά), σε συνέντευξη Τύπου, στο Νέο Δελχί, στις 25 Οκτωβρίου 1966.

Η προσέγγιση της Ινδίας αμφισβητεί διπολικές λογικές ευθυγράμμισης και της επιτρέπει να αρθρώνει αυτόνομες στρατηγικές. Η χώρα καταγράφει σημαντικές επιδόσεις στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας και διαθέτει προηγμένα διαστημικά και πυρηνικά προγράμματα. Έχει επιδείξει αυτονομία σε κρίσιμες συγκυρίες, όπως στη διάρκεια της πανδημίας COVID–19, όταν αντιστάθηκε σθεναρά σε πιέσεις από φαρμακευτικές εταιρείες και παρήγαγε δικά της εμβόλια. Η Ινδία διατήρησε ουδέτερη στάση στη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας.

Βρίσκεται σε προνομιακή θέση για την καλλιέργεια σχέσεων με τις περισσότερες από τις μεγάλες οικονομικές ενώσεις και χώρες του κόσμου. Από τις αρχές του 2025, έχει συνάψει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με το Ηνωμένο Βασίλειο, τα ΗΑΕ, τη Νέα Ζηλανδία και την Ε.Ε., ενώ πρόσφατα ανακοινώθηκε και μία ακόμα με τις ΗΠΑ.

Στον ενεργειακό τομέα, η Ινδία βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και κρίσιμα ορυκτά. Οι πρωτοβουλίες “Make in India” και οι πράσινες πολιτικές αποβλέπουν στην αύξηση των εγχώριων βιομηχανικών δυνατότητων, μειώνοντας την εξάρτηση από τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Ινδία διαθέτει δύο από τα πέντε μεγαλύτερα ηλιακά πάρκα στον κόσμο. Διαθέτει, επίσης, την ικανότητα σχεδιασμού και κατασκευής πολεμικών πλοίων και έχει ναυπηγήσει περισσότερες από 100 μονάδες επιφανείας (συμπεριλαμβανομένου ενός αεροπλανοφόρου) και πυρηνικά υποβρύχια.

Ο Ινδο–Ειρηνικός και ο διεθνής ανταγωνισμός

Ο γεωπολιτικός χώρος του Ινδο-Ειρηνικού υφίσταται μια βαθιά δομική μεταβολή, η οποία δεν περιορίζεται στην ένταση του ανταγωνισμού, αλλά αφορά τον χαρακτήρα και τη διάδοση των απειλών. Έως το 2035, η ασφάλεια της περιοχής θα καθορίζεται από την αλληλεπίδραση πολλαπλών παραγόντων, όπως η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, ο υβριδικός εξαναγκασμός και η πυρηνική στρατηγική.

Από τη σκοπιά της Νότιας Κορέας, αυτή η «ζώνη επικάλυψης» δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά απτή πραγματικότητα. Η Κορεατική Χερσόνησος, το Στενό της Ταϊβάν και η Ανατολική Σινική Θάλασσα δεν μπορούν πλέον να εκληφθούν ως διακριτά θέατρα επιχειρήσεων.

Από τη σκοπιά της Σεούλ, η Κορεατική Χερσόνησος, το Στενό της Ταϊβάν και η Ανατολική Σινική Θάλασσα δεν μπορούν πλέον να εκληφθούν ως διακριτά θέατρα επιχειρήσεων και ένας εσφαλμένος υπολογισμός μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Ένας εσφαλμένος υπολογισμός ή τυχόν κλιμάκωση σε έναν γεωγραφικό χώρο μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η διασυνδεσιμότητα θέτει υπό αμφισβήτηση τις συμβατικές προσεγγίσεις διαχείρισης κρίσεων, οι οποίες προϋποθέτουν σαφή γεωγραφικά όρια.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, σε αυτά τα συμφραζόμενα, ο ρόλος του εξαναγκασμού, ο οποίος λειτουργεί σε διαστρωματωμένες μορφές: υβριδικές πιέσεις με χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, αιφνίδια κλιμάκωση και διάχυση στρατηγικών επιταχυντών. Αυτά τα στοιχεία προξενούν διαρκή πίεση στο κατώφλι μιας πολεμικής αντιπαράθεσης. Επιπλέον, αυξάνουν την πιθανότητα ταχείας και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και προβάλλουν μια διττή πρόκληση, δηλαδή την αντιμετώπιση χαμηλών εντάσεων και, συνάμα, την προετοιμασία για κρίσεις υψηλής ταχύτητας σε περιορισμένο χρόνο λήψης αποφάσεων.

Αυτός ο μετασχηματισμός καθιστά εμφανείς ορισμένες δομικές ευπάθειες με σοβαρές συνέπειες για τους συμμάχους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανόμενης και της Ν. Κορέας. Ο χρόνος λήψης αποφάσεων συρρικνώνεται, ενώ η πολυπλοκότητα ταυτόχρονων κρίσεων αυξάνεται.

Η αλληλεπίδραση ανθρώπου-μηχανής γεννά νέους κινδύνους ασυμφωνίας. Οι προωθημένες δυνάμεις εμπλέκονται νωρίτερα σε κρίσεις απ’ ό,τι προβλέπεται. Αυτές δεν είναι υποθετικές προκλήσεις — αποτελούν αναδυόμενες πραγματικότητες και αποκαλύπτουν πόσο ανεπαρκείς είναι οι παραδοσιακές τεχνικές της πολιτικής. Η ασυμμετρία, μεταξύ ταχύτητας και ελέγχου, αναγκάζει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να επιλέξουν μεταξύ άμεσης αντίδρασης και προσεκτικού σχεδιασμού.

Με το 2035 ως χρονικό ορίζοντα, ο συντονισμός σε πραγματικό χρόνο, υπό συνθήκες ταχύτητας και αβεβαιότητας, συνιστά θεμελιώδες πρόταγμα. Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στα αμυντικά συστήματα θα πρέπει να προωθηθεί με διαφάνεια και επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες και μηχανισμούς ελέγχου, ώστε να αποτραπεί η ακούσια κλιμάκωση. Χώρες, όπως η Κορέα, οφείλουν να συμβάλλουν ενεργά στα διεθνή πρότυπα και πρωτόκολλα σχετικά με τον υβριδικό εξαναγκασμό και τον πόλεμο με την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης, αντί να συμμορφώνονται παθητικά με αυτά.

Η Βραζιλία ως περιφερειακή δύναμη

Σε ένα διεθνές σύστημα, που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη πόλωση και κατακερματισμό, η Βραζιλία αναδεικνύεται ως σημαντικός περιφερειακός παίκτης. Φιλοδοξεί να διαχειριστεί τις παγκόσμιες εντάσεις, διατηρώντας την αυτονομία της, θωρακίζοντας την περιφερειακή σταθερότητα και προάγοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Η στρατηγική της εδράζεται στην αντίληψη ότι η επιρροή της θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να εξισορροπεί ανταγωνιστικές συνεργασίες, δίχως να αποκλίνει από τις βασικές αρχές που διέπουν την εξωτερική της πολιτική ή να τις απεμπολήσει.

Η Νότια Αμερική αποτελεί το άμεσο στρατηγικό περιβάλλον της Βραζιλίας. Πρόκειται για μια περιοχή που παρουσιάζει ευκαιρίες, αλλά και εγγενείς αδυναμίες. Οι άφθονοι ορυκτοί πόροι, η ακμαία αγροτική παραγωγή, η ύπαρξη μεγάλων αστικών κέντρων και η αύξηση του πληθυσμού της προσδίδουν μεγάλη οικονομική και γεωπολιτική βαρύτητα.

 Η Βραζιλία (στη φωτογραφία, ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα) έχει στρατηγική ευελιξία που της επιτρέπει να αποκομίζει οικονομικά και διπλωματικά οφέλη, μειώνοντας την εξάρτηση και διαφυλάσσοντας την αυτονομία της στη λήψη αποφάσεων.

Ωστόσο, η έλλειψη πολιτικής συνοχής, οι κοινωνικές ανισότητες, το οργανωμένο έγκλημα και η διακίνηση ναρκωτικών υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα των θεσμών και τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Ως η μεγαλύτερη χώρα της Νότιας Αμερικής, η Βραζιλία φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για το κατά πόσον η περιοχή θα πορευτεί προς βαθύτερη ολοκλήρωση και συλλογική ευημερία ή θα παραμείνει δέσμια των κοινωνικών διαφορών και της θεσμικής αστάθειας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Βραζιλία είναι εκτεθειμένη στις πιέσεις που απορρέουν από τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, ειδικά των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι ΗΠΑ παραμένουν κεντρικός διπλωματικός και αμυντικός της συνομιλητής.

Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, έχει καταστεί κρίσιμος εταίρος στους τομείς του εμπορίου, των υποδομών και των ενεργειακών επενδύσεων. Επίσης, η Ε.Ε. διαδραματίζει καίριο ρόλο μέσω εμπορικών συμφωνιών και πολιτικής συνεργασίας. Αντί να ευθυγραμμίζεται αποκλειστικά με κάποιον δρώντα, η Βραζιλία επιδιώκει διαφοροποιημένες συνεργασίες. Η στρατηγική ευελιξία της επιτρέπει να αποκομίζει οικονομικά και διπλωματικά οφέλη, μειώνοντας την εξάρτηση και διαφυλάσσοντας την αυτονομία της στη λήψη αποφάσεων.

Ως μία από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες οικονομίες, με πληθυσμό περίπου 215 εκατομμυρίων, η Βραζιλία διαθέτει υπολογίσιμο δημογραφικό και οικονομικό αποτύπωμα.

Η επικράτειά της περιλαμβάνει το τροπικό δάσος του Αμαζονίου, καθώς και εκτεταμένες θαλάσσιες ζώνες πλούσιες σε βιοποικιλότητα και υπεράκτιους πόρους. Επιπλέον, η Βραζιλία κατέχει πλούσια αποθέματα ορυκτών που είναι κρίσιμα για την παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση. Αυτοί οι φυσικοί πόροι την τοποθετούν στο επίκεντρο των συζητήσεων για τη βιωσιμότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και την κλιματική διακυβέρνηση.

Η εξωτερική πολιτική της Βραζιλίας διαπνέεται από τέσσερις αρχές: τη μη επέμβαση, τη στρατηγική αυτονομία, την πολυμερή συνεργασία και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ο σεβασμός της κυριαρχίας παραμένει κεφαλαιώδους σημασίας και προτάσσει τον διάλογο αντί για τον εξαναγκασμό.

Η στρατηγική αυτονομία διευκολύνει συνεργασία με διάφορους εταίρους, χωρίς άκαμπτες ευθυγραμμίσεις. Ο πολυμερισμός λειτουργεί τόσο ως κανονιστική δέσμευση, όσο και ως εργαλείο επίδρασης μέσω διεθνών θεσμών. Η βιώσιμη ανάπτυξη συγκεράζει την περιβαλλοντική προστασία με την οικονομική ανάπτυξη.

Οι στρατηγικές προτεραιότητες της Βραζιλίας περιστρέφονται γύρω από την ενίσχυση της περιφερειακής ολοκλήρωσης, την προώθηση βιώσιμων και πράσινων οικονομικών πρωτοβουλιών, τη διαφοροποίηση των συνεργασιών και την ενδυνάμωση της αμυντικής αυτονομίας μέσω της επέκτασης της τεχνολογικής και βιομηχανικής της βάσης.

Ως περιφερειακός σταθεροποιητής και μέσω της ενεργούς συνεισφοράς στην περιβαλλοντική διακυβέρνηση και παγκόσμια φόρα, η Βραζιλία μπορεί να μετατρέψει τη συστημική πόλωση σε ευκαιρία. Σε μια ρευστή διεθνή σκηνή, το συγκριτικό πλεονέκτημα της Βραζιλίας έγκειται στη μετρημένη εμπλοκή.

Μία από τις κύριες προτεραιότητες της Βραζιλίας είναι η ενδυνάμωση της αμυντικής αυτονομίας της μέσω της επέκτασης της τεχνολογικής και βιομηχανικής της βάσης.

Η μετάβαση προς ένα πολυκεντρικό σύστημα

Η παγκόσμια σκακιέρα βρίσκεται σε μια φάση μετάβασης προς ένα πολυκεντρικό σύστημα, στο οποίο οι παραδοσιακές ισορροπίες ισχύος τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι μεσαίες δυνάμεις αποκτούν ουσιαστικό ρόλο στη ροή των διεθνών εξελίξεων και ενδέχεται να αποτελέσουν καθοριστική μεταβλητή για τη σταθερότητα -ή αστάθεια- στον 21ο αιώνα. Κράτη όπως η Ινδία, η Νότια Κορέα και η Βραζιλία δύνανται να ενισχύσουν την αξιοπιστία και παρουσία τους στα διεθνή τεκταινόμενα, λειτουργώντας ως διαμεσολαβητικοί και εξισορροπητικοί παράγοντες σε ένα πλέγμα πολυδιάστατων συνεργασιών με πολλαπλά κέντρα ισχύος και όχι μια κυρίαρχη (υπερ)δύναμη.

Δεδομένου ότι οι διεθνείς οργανισμοί και συμμαχίες χάνουν έδαφος υπό το βάρος των εθνικών συμφερόντων, οι μεσαίες δυνάμεις καλούνται να πλοηγήσουν σε πολύπλοκες συνθήκες με στρατηγική συνέπεια, δίχως να διακυβεύσουν την αυτονομία τους.

  •  Ο καθηγητής Βασίλειος Σύρος δραστηριοποιείται, ως επίτιμος εντεταλμένος εταίρος, στο National Maritime Foundation, την πιο σημαντική δεξαμενή σκέψης και προβληματισμού της Ινδίας στον τομέα της ναυτικής πολιτικής.