Οι εκτιμήσεις για το 2019

Δημοσιεύθηκε: Ιανουάριος 6, 2019

To 2018, όπως άλλωστε σε όλα τα έτη από το 2009 και ύστερα, κυρίαρχο ρόλο στη διακύμανση των τιμών μετοχών και ομολόγων έπαιξαν οι παρεμβάσεις των Κεντρικών Τραπεζών.

Η περασμένη χρονιά χαρακτηρίστηκε από την αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων και την υποχώρηση των τιμών των ομολόγων σε δολάρια ΗΠΑ, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους εννέα μήνες του έτους. Επίσης, είδαμε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μειώνει, σταδιακά, το πρόγραμμα ποσοτικής επέκτασης και να μας προετοιμάζει για την οριστική διακοπή του.  Στις αγορές μετοχών, για πρώτη φορά μετά από εννέα χρόνια ανόδου, είδαμε έντονη μεταβλητότητα γύρω από τα τρέχοντα ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ -επίσης για πρώτη φορά- ακούστηκαν φωνές για αρχή ενός Bear Market (πτωτικής αγοράς)

Ο παράγων που ενεργοποίησε όμως την μεταβλητότητα στις αγορές δεν ήταν τα επιτόκια, αλλά οι φόβοι για την παγκόσμια ανάπτυξη εξαιτίας της εμπορικής διένεξης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Ο κίνδυνος για επιβράδυνση της οικονομίας σε τοπικό, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο εξακολουθεί να είναι υπαρκτός, αν και ίσως και να έχει υπερεκτιμηθεί.

Βρισκόμενοι, λοιπόν, σε ένα πολύπλοκο περιβάλλον, καλούμαστε να εκτιμήσουμε πώς θα μπορούσαν να  κινηθούν οι αγορές το 2019.

Η μεταβλητότητα των αγορών οφείλεται στους φόβους για την παγκόσμια ανάπτυξη, εξαιτίας της εμπορικής διένεξης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, αλλά ο κίνδυνος για επιβράδυνση της οικονομίας ίσως και να έχει υπερεκτιμηθεί.

Η μεταβλητότητα των αγορών οφείλεται στους φόβους για την παγκόσμια ανάπτυξη, εξαιτίας της εμπορικής διένεξης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, αλλά ο κίνδυνος για επιβράδυνση της οικονομίας ίσως και να έχει υπερεκτιμηθεί.

Ξεκινώντας από τις αγορές μετοχών, έχει ενδιαφέρον να δούμε τα τρέχοντα επίπεδα τιμών σε σχέση με τα επίπεδα των εταιρικών κερδών. Στο παραπάνω διάγραμμα, με την πορτοκαλί γραμμή,  αποτυπώνεται η πορεία του δείκτη S&P 500 από το 1970 έως σήμερα και, με τη σκιασμένη περιοχή, ο λόγος κερδών ανά μετοχή  προς τη τιμή  της μετοχής ( Ρ/Ε). Παρατηρούμε ότι, παρά το γεγονός ότι οι τιμές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, οι αποτιμήσεις δεν είναι σε ακραία επίπεδα. Τείνουν μάλιστα να εμφανίζουν ανοδική τάση. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα κέρδη των εταιρειών παραμένουν ικανοποιητικά, οι μετοχικοί δείκτες των ΗΠΑ μπορούν να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα τιμών. Επίσης, σε ενδεχόμενες ακραίες διορθώσεις της αγοράς, οι επενδυτές που αναζητούν αξίες, θα προσπαθήσουν να αγοράσουν μετοχές.

Σχετικά με τα εταιρικά κέρδη, ενδιαφέρον παρουσιάζει το παρακάτω γράφημα. Σε αυτό, παρατηρούμε το ποσοστό των εταιρειών με «θετική έκπληξη» στα αποτελέσματά τους. Ο δείκτης αυτός μετρά το ποσοστό των εταιρειών του δείκτη S&P 500 που ανακοίνωσαν κέρδη καλύτερα του αναμενομένου το προηγούμενο τρίμηνο. Παρατηρούμε ότι το ποσοστό αυτό είναι πάνω από 75%, ενώ,  στο δεύτερο τρίμηνο του 2018, το ποσοστό αυτό είχε ξεπεράσει το 80%.

Η FED φαίνεται να πλησιάζει στην ολοκλήρωση ενός ανοδικού κύκλου των επιτοκίων και, εάν επαληθευτεί αυτή η εκτίμηση, είναι πιθανόν να προσφέρει ένα καλό υπόβαθρο για την στήριξη της αγοράς μετοχών.

Η FED φαίνεται να πλησιάζει στην ολοκλήρωση ενός ανοδικού κύκλου των επιτοκίων και, εάν επαληθευτεί αυτή η εκτίμηση, είναι πιθανόν να προσφέρει ένα καλό υπόβαθρο για την στήριξη της αγοράς μετοχών.

Μια πρώτη εκτίμηση, λοιπόν, είναι ότι, από τα τέλη του 2018 και πιθανόν και κατά την αρχή του 2019, να βρίσκεται σε εξέλιξη μια ικανοποιητική διόρθωση των τιμών των μετοχών που θα οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες αποτιμήσεις τις μετοχές.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε μια ακόμα παράμετρο. Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του προεδρικού κύκλου.  Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, κατά τα δύο πρώτα έτη της προεδρικής θητείας, ο δείκτης S&P 500 έχει χαμηλότερη απόδοση από ό,τι τα δύο τελευταία. Το τρίτο έτος θεωρείται το πιο πιθανό να κλείσει με κερδοφορία, καθώς -από το 1931 και μετά-  μόνο ένα έτος έκλεισε με αρνητικό πρόσημο. Αυτό μάλιστα έγινε το 2015 με οριακά αρνητικό πρόσημο -0,072% . Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ποτέ δεν έκλεισε αρνητικό το τρίτο έτος της προεδρικής θητείας, όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ βρισκόταν στην πρώτη θητεία του και διεκδικούσε επανεκλογή.

Η αμερικανική Κεντρική Τράπεζα  φαίνεται να πλησιάζει στην ολοκλήρωση ενός ανοδικού κύκλου των επιτοκίων. Εάν επαληθευτεί αυτή η εκτίμηση, είναι πιθανόν να προσφέρει ένα καλό υπόβαθρο για την στήριξη της αγοράς μετοχών.   Επιπλέον , η σταθεροποίηση των επιτοκίων θα  ανακόψει την πτώση των ομολόγων. Το τρίτο τρίμηνο του 2018 και μόνο με την ήπια ρητορική από την FED  είδαμε σημαντική ανάκαμψη των κρατικών αμερικανικών ομολόγων. Στον παρακάτω πίνακα, αποτυπώνονται οι εκτιμήσεις των αναλυτών που συμμετέχουν στις δημοσκοπήσεις του Bloomberg για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων και των αποδόσεων των ομολόγων.

Στην αρχή του έτους πιθανόν οι συνθήκες να ευνοούν την ενίσχυση του ευρώ, αλλά δεν φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για πολύ μεγάλες κινήσεις, τουλάχιστον, για την ισοτιμία του ευρωπαϊκού νομίσματος έναντι του αμερικανικού δολαρίου.

Στην αρχή του έτους πιθανόν οι συνθήκες να ευνοούν την ενίσχυση του ευρώ, αλλά δεν φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για πολύ μεγάλες κινήσεις, τουλάχιστον, για την ισοτιμία του ευρωπαϊκού νομίσματος έναντι του αμερικανικού δολαρίου.

Παρατηρούμε ότι, για το 2019, αναμένουμε αύξηση του επιτοκίου της FED  κατά περίπου 0,5%, ενώ για τα κρατικά ομόλογα αναμένουν σχεδόν μηδενική μεταβολή από το μέσο του 2019 έως το 2021. Επίσης, παρατηρούμε ότι,  για την Ευρωζώνη, αναμένουν μηδενικά επιτόκια από την ΕΚΤ έως το τέλος του 2019 και μικρές αυξήσεις έως το 2021. Αναμένουν όμως αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων που πρακτικά σημαίνει πτώση των τιμών των κρατικών γερμανικών ομολόγων. Πτωτική κίνηση του Bund σίγουρα θα πιέσει όλα τα ευρωπαϊκά κρατικά και  εταιρικά ομόλογα.

Όσον αφορά τις ισοτιμίες, για την αρχή του έτους πιθανόν οι συνθήκες να ευνοούν την ενίσχυση του ευρώ, αλλά δεν φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για πολύ μεγάλες κινήσεις, τουλάχιστον, για την ισοτιμία του ευρωπαϊκού νομίσματος έναντι του αμερικανικού δολαρίου.

Να ευχηθούμε λοιπόν το 2019 να είναι μια ήρεμη χρονιά που  τα οικονομικά και χρηματιστηριακά δεδομένα θα εξελιχτούν περίπου όπως αναμένουμε, χωρίς μεγάλες αναταράξεις και γεωπολιτικές εντάσεις που θα αυξήσουν τον επενδυτικό  κίνδυνο.