Ο ρόλος της Ρωσίας στη διαχείριση της κρίσης στη Συρία

Του Αριστοτέλη Παπαμετζελόπουλου
Ερευνητής του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας

1.Η ΣΥΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΤΗΣ ΡΟΛΟΣ

Η Συρία γεωγραφικά βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα, ενώ από το βορρά συνορεύει με την Τουρκία και νότια με το Λίβανο. Δυτικά συνορεύει με το Ιράκ και την Ιορδανία. Έχει συνολική έκταση 185.180 χιλιομετρικά εκτάρια. Στην τελευταία απογραφή, του 2010, ο πληθυσμός της ήταν 22.517.750, καταλαμβάνοντας έτσι τη 52η θέση στον Παγκόσμιο Χάρτη [1]. Από τη δεκαετία του ’70 είχε ως κυβέρνηση το δικτατορικό καθεστώς του Hafez Al Assad, πατέρα του σημερινού προέδρου Bashar Al Assad. Οι σχέσεις του με το Μπααθικό κόμμα του Ιράκ και τους Αλαουίτες το καθιστούν μειοψηφία στη Συρία. Αξιοσημείωτο είναι ότι το Μπααθικό κόμμα το οποίο διατηρεί δεσμούς με την οικογένεια Άσαντ ευθύνεται για το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Μετά τις λαϊκές εξεγέρσεις που ξέσπασαν, με την Αραβική Άνοιξη σε μια σειρά από χώρες της Βόρειας Αφρικής, οι αντικαθεστωτικοί εξεγέρθηκαν μιας και τις τελευταίες εκλογές το καθεστώς Άσαντ, σύμφωνα με το Συμβούλιο του Κόλπου, την Ε.Ε., τις Η.Π.Α. και τον Ο.Η.Ε., τις διεξήγαγε παράνομα[2].

Ο Συριακός εμφύλιος διαρκεί σχεδόν επτά χρόνια με τις επιπτώσεις του να τις υφίστανται όχι μόνο οι Σύροι πολίτες, αλλά και η ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου.


[1] United Nations Factbook, Syria, Geography, Location

[2] https://www.quora.com/How-would-you-explain-Syrian-crisis-to-a-layman


Στη φάση αυτή, κανείς από τους εμπλεκομένους στη Συρία δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η έκβαση του εμφυλίου. Οι βιαιότητες[1] τόσο από την πλευρά του Άσαντ, όσο και από τους μαχητές του Ισλαμικού κράτους και τους αντικαθεστωτικούς, έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους πληθυσμούς της Συρίας. Εφτά εκατομμύρια κόσμος έχει εκτοπιστεί από τα σπίτια του με τα 4 εκατομμύρια να έχουν φύγει από τη χώρα, ενώ οι υπόλοιποι να παραμένουν εντός της επικράτειας. Από τα 4 εκατομμύρια, που έχουν καταφύγει στις γειτονικές χώρες, 1.805.255 βρίσκεται στην Τουρκία, 1.172.753 στο Λίβανο,  629.128  στην Ιορδανία, 249.726 στο Ιράκ, 132.715 στην Αίγυπτο και 24.000 στην Βόρεια Αφρική σύμφωνα με στοιχεία του Ο.Η.Ε. τον περασμένο Ιούλιο.

Η εμπλοκή διεθνών δρώντων, όπως η Ρωσία και οι Η.Π.Α., έχει μετατρέψει το Συριακό εμφύλιο σε μία γεωπολιτική διαμάχη, όχι όμως σε ανοικτή, ευθεία, διεθνή στρατιωτική διένεξη των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων[2]. Παρά ταύτα, η Συρία βρίσκεται στο επίκεντρο ενός ανοικτού πολέμου και δύο επικαλυπτόμενων κρίσεων. Ο πόλεμος, είναι αυτός που διεξάγεται μεταξύ του καθεστώτος  Άσαντ και των αντικαθεστωτικών. Ωστόσο πίσω από την ξεκάθαρη αυτή εμπλοκή κρύβεται ο μυστικός πόλεμος μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας, και μεταξύ Η.Π.Α. και Ρωσίας[3].

            2α. Στόχοι και επιδιώξεις των ΗΠΑ

Τα συμφέροντα των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή καθορίζονται γύρω από το πετρέλαιο και το συμμαχικό Ισραήλ. Υπό το φόβο των αντιπάλων του Ισραήλ οι Η.Π.Α. εξόπλισαν τους αντικαθεστωτικούς στη Συρία, για να πολεμήσουν το καθεστώς  Άσαντ.


[1] http://www.bbc.com/news/world-middle-east-22798391

[2] http://www.brookings.edu/blogs/order-from-chaos/posts/2015/10/16-us-russia-iran-syrian-interests-aleksashenko

[3] http://www.reuters.com/article/us-un-assembly-obama-idUSKCN0RS1TC20150929#FHIOdQvQiMtYxBsE.97


Στοχεύουν να εμποδίσουν τους αντιπάλους του Ισραήλ, τη Συρία και το Ιράν, να υποστηρίξουν τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου και τη Χαμάς της Παλαιστίνης.

Σε σύγκριση με τη Ρωσία έχουν μειονέκτημα στη δημιουργία πολιτικών συμμαχιών. Γι’ αυτό επιδιώκουν να πείσουν το Ιράν να διακόψει τις σχέσεις του με τον Άσαντ ακόμη και αν είναι ακατόρθωτο. Ως στρατηγικός σύμμαχός της Ε.Ε. επιθυμεί λύση στον Συριακό εμφύλιο, καθώς το μεταναστευτικό πρόβλημα δημιουργεί προσφυγικές ροές που δημιουργούν τριγμούς στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Κοινός στόχος με τη Ρωσία αποτελεί η καταπολέμηση του Ισλαμικού κράτους[1]. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση το πρόβλημα της Συρίας να μετατραπεί σε μία ανοικτή διένεξη Η.Π.Α. και Ρωσίας. Χρησιμοποιεί το Ισλαμικό Κράτος για πολλαπλούς σκοπούς. Ο πρώτος είναι για να πολεμήσει τους εχθρούς των Η.Π.Α στη Μέση Ανατολή. Ο δεύτερος, για να διευκολύνει την ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό, ενώ ο τρίτος για να υποθάλψει μία ασύμμετρη απειλή για το εσωτερικό δικαιολογώντας έτσι περισσότερη παρακολούθηση.

            β. Στόχοι και επιδιώξεις του Πούτιν

Από την άλλη, η ρωσική εμπλοκή στη Συρία έχει πολλαπλούς στόχους. Πρώτα και κύρια, ο Πούτιν θέλει να αναδείξει την Ρωσία ως μία παγκόσμια υπερδύναμη που δεν φοβάται να επιχειρήσει και πιο μακριά από το «μαλακό υπογάστριο» που είναι οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως η Ουκρανία. Στην πρόσφατη συνάντηση που είχε στο Σότσι ο Ρώσος Πρόεδρος με τον Τούρκο ομόλογό του Ρ. Ερντογάν συζητήθηκαν θέματα διμερούς συνεργασίας με επίκεντρο τη Συρία. Η εμπλοκή της Ρωσίας στην Ουκρανία και στην Συρία επανατοποθετεί την εξωτερική πολιτική μιας αναδυόμενης υπερδύναμης στο παγκόσμιο χάρτη αναβαθμίζοντας τις βάσεις της Σεβαστούπολης και της Ταρτούς.


[1] http://www.globalresearch.ca/america-created-al-qaeda-and-the-isis-terror-group/5402881


Σε αντίθεση με τα λιμάνια που διατηρούσε η Σοβιετική Ένωση βόρεια της Κορέας στο Βλαδιβοστόκ και στο Μουρμάνσκ της Σιβηρίας [1]πριν το 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα, το Κρεμλίνο κάνει στροφή στην εξωτερική του πολιτική προς πιο «ζεστά νερά». Στοχεύει στη διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ και της Λιβανικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, διασφαλίζοντας τόσο την ναυτική βάση της Ταρτούς όσο και την αεροπορική βάση βορειοδυτικά της Λαττάκεια. Παράλληλα, έχει στόχο να δοκιμάσει νέα όπλα ενώ τον ενδιαφέρει να μη διαμελιστεί η Συρία, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις της Δύσης για τριχοτόμηση.

                 γ. Στόχοι και επιδιώξεις Ιράν

Το Ιράν έχει επενδύσει αρκετά λεφτά για να αναβαθμίσει το ρόλο του στην Συρία ενώ η συμφωνία που σύναψε με τις Η.Π.Α. δεν είναι αρκετή για να σταματήσει να διαδραματίζει το ρόλο του στην περιοχή. Έχει συμφέρον από την παραμονή του Άσαντ στην εξουσία καθώς προμηθεύει, μέσω της Συρίας, την Χεζμπολάχ με όπλα.

Το ενδεχόμενο της πτώσης του Άσαντ θεωρείται για την Τεχεράνη καταστροφικό για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της στη Μέση Ανατολή καθώς έχει επενδύσει πολλά στη συμμαχία με το καθεστώς  Άσαντ. Πρόκειται για μία συμμαχία με βάθος χρόνου τρείς δεκαετίες, όταν το 1979 το καθεστώς του πατέρα Άσαντ ήταν το πρώτο το οποίο αναγνώρισε την Ισλαμική Δημοκρατία Χομεϊνί στο Ιράν. Η συνεργασία μεταξύ των δύο προωθήθηκε χάριν γεωπολιτικών συμφερόντων, καθώς η ευρύτερη περιοχή της Συρίας παρέχει στο Ιράν ζωτικής σημασίας στρατηγικό βάθος με πρόσβαση στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.


[1] http://www.theatlantic.com/international/archive/2015/10/navy-base-syria-crimea-putin/408694/


Το σιϊτικό Ιράν έχει πολλαπλά πλεονεκτήματα από αυτήν την πρόσβαση, καθώς, εκτός από την προμήθεια όπλων που παρέχει στη Χεζμπολάχ, ταυτόχρονα μέσα από την δράση της στην περιοχή του Λιβάνου, το Ιράν αποκτά ισχυρά στρατιωτικά και διπλωματικά ερείσματα έναντι του Ισραήλ.

Ακόμη, με τη διάλυση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003, η Συρία και το Ιράν παρακολουθούν τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις επί ιρακινού εδάφους, καθώς και ισχυρά ερείσματα επιρροής της κυβερνήσεως της Βαγδάτης. Πρόκειται για τη συγκρότηση ενός πλέγματος γεωστρατηγικής ισχύος συμμάχων που ξεκινά από το Ιράν και την Κεντρική Ασία, διασχίζει το Ιράκ και τη Συρία και καταλήγει, μέσω της Συρίας, στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου και το Λίβανο. Το αποτέλεσμα είναι το καθεστώς  Άσαντ  να καθίσταται ο συνδετικός κρίκος της γεωστρατηγικής αυτής ευθυγραμμίσεως στη Μέση Ανατολή. Το Ιράν, επίσης, στοχεύει στην άρση των κυρώσεων που του έχουν επιβληθεί στις εισαγωγές πετρελαίου στην Ε.Ε και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

                   δ. Στόχοι και επιδιώξεις Άσαντ

Το καθεστώς Άσαντ στηρίζεται σε ομάδες στρατιωτικών που απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του, χωρίς όμως να μπορούν να ελέγξουν όλο το εύρος της Συρίας. Για το λόγο αυτό, κρίσιμος είναι ο ρόλος της ρωσικής βάσης βορειοδυτικά της Λαττάκεια καθώς και η προμήθεια όπλων από το Ιράν. Την «αντιτρομοκρατική» εκστρατεία, όπως ο Άσαντ χαρακτηρίζει τις επιθέσεις που εξαπολύουν στη Συριακή αντιπολίτευση τα στρατεύματά του, διακρίνουν βιαιοπραγίες από μαφίες που ανήκουν στους Αλαουίτες –παρακλάδι των Σιϊτών όπου ανήκει και ο Άσαντ– οι οποίες καθοδηγούνται από μέλη της οικογένειας Άσαντ. Συνεργάζονται στενά με την Χεζμπολάχ του Λιβάνου καθώς και με τους Επαναστατικούς Φρουρούς του Ιράν[1]. Μετά από επτά χρόνια πολέμου το καθεστώς θέλει να διασφαλίσει μια ειρηνική μετάβαση για την επόμενη μέρα στη Συρία.


[1] http://www.understandingwar.org/report/assad-regime


Το Ισλαμικό κράτος – Δημιουργία και χρηματοδότηση

Η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους έχει τις ρίζες στην αμερικανική εμπλοκή στο Ιράκ το 2003. Ο πόλεμος που διεξήγαγε ο Πρόεδρος Μπους στο Ιράκ αποτελεί την αφετηρία για τη δημιουργία σκληροπυρηνικών Σουνιτικών ομάδων και του Ισλαμικού Κράτους στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η εξόντωση του Σαντάμ Χουσεΐν και η αντικατάσταση του καθεστώτος του από μία Σϊιτική φιλοαμερικανική διοίκηση δημιούργησε ανεργία στις κατεχόμενες περιοχές που απετέλεσε το αίτιο της δημιουργίας επαναστατικών Σουνιτικών ομάδων στο Ιράκ που μετέπειτα συνασπίστηκαν με παρακλάδια της Αλ Κάιντα στη Συρία και ίδρυσαν το Ισλαμικό Κράτος. Πλήθος της εργατικής τάξης που ήταν Σουνιτικής καταγωγής έμεινε άνεργο ενώ οι Σουνίτες της ανώτερης τάξης έχασαν τις θέσεις τους και την επιρροή που ασκούσαν στον κρατικό μηχανισμό. Παράλληλα, οι Αμερικανοί αντί να προωθήσουν την ενότητα έκαναν ακριβώς το αντίθετο με αποτέλεσμα να εκμεταλλευτούν τις αιρετικές διακρίσεις μέλη της Αλ Κάιντα στο Ιράκ και, σε συνεργασία με μέλη στη Συρία και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, να ιδρύσουν το 2010 το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε.

Πιο συγκεκριμένα, το Ισλαμικό Κράτος έχει άμεση σχέση με τον φανατικό εξτρεμιστή και σύμμαχο του Μπιν Λάντεν, διοικητή της Αλ ΚάΪντα στο Ιράκ, τον Ιορδανό Αλ Ζαρκάουϊ . Μετά τον θάνατό του το 2006, πρωτοεμφανίζεται το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ χωρίς ισχυρά ερείσματα απέναντι στον Αραβικό Κόσμο.

Το 2010, το Ισλαμικό κράτος, ουσιαστικά, μπαίνει δυναμικά στο παιχνίδι με την αποφυλάκιση και την ανάληψη της ηγεσίας του από έναν πρώην κρατούμενο των Η.Π.Α., τον Αλ Μπαγκντάντι. Το Μάρτιο του 2013 ίδρυσε το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε με τις ηγεσίες της Αλ Κάιϊντα και της Αλ Νούσρα να μην το δέχονται, ωστόσο οι μαχητές των οργανώσεων αυτών πήγαν με το μέρος του και έτσι το Ισλαμικό κράτος εμπέδωσε την κυριαρχία του στη Συρία.

Ζωτικής σημασίας για το Ισλαμικό Κράτος θεωρείται η κατάληψη του οχυρού της Μοσούλης, τον Ιούνιο του 2014. Η κατάληψη του οχυρού της Μοσούλης ήταν στρατηγικής σημασίας νίκη για τους τζιχαντιστές, καθώς πήραν υπό τον έλεγχό τους την πρώην στρατιωτική βάση των Αμερικανών, με υπερσύγχρονο εξοπλισμό που είχε δοθεί στον Ιρακινό Στρατό, καθώς και 500 εκατομμύρια δολάρια από το παράρτημα της κεντρικής τράπεζας του Ιράκ στην πόλη.

Τα κέρδη του χαλιφάτου προέρχονται επίσης από την εξόρυξη, τη διύλιση και το εμπόριο πετρελαίου το οποίο γίνεται από τους πολίτες που είναι «φορολογικά ενήμεροι». Το πετρέλαιο που εξορρύσσεται στο Ιράκ μεταφέρεται στη Συρία όπου διυλίζεται, στη συνέχεια επιστρέφει στη Μοσούλη και από εκεί παραλαμβάνεται από τους πολίτες που το πωλούν. Η περιοχή που γίνεται η ανταλλαγή πετρελαίου είναι το τρίγωνο Συρίας, Τουρκίας και Ιράκ[1].

α. Η Βάση της Λαττάκεια και ο γεωστρατηγικός της ρόλος

Η αεροπορική βάση των Ρώσων, 20 χλμ βορειοδυτικά της Λαττάκεια, είναι στρατηγικής σημασίας για τον Πούτιν καθώς του δίνει τη δυνατότητα να εξαπολύει επιθέσεις και να πλήττει στόχους του Ισλαμικού κράτους με σχετική ακρίβεια. Δίνει ακόμη τη δυνατότητα να εξοντώνει τα κομβόι[2] με το στρατιωτικό εξοπλισμό που στέλνει η Τουρκία στους τζιχαντιστές παράνομα, αναβαθμίζοντας έτσι το ρόλο της στην περιοχή.

Η Ρωσία διαθέτει αεροπλάνα επιθετικού τύπου όπως βομβαρδιστικά Sukhoi Su-25 και ελικόπτερα επιθετικού τύπου, όπως τα Mi-24.


[1] Ημερίδα Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων με θέμα ‘’ Δομή και Οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους’’

[2] http://www.cnn.gr/news/kosmos/story/10145/rosiko- xtipima-se-toyrkiko-komvoi


β.   Η Βάση στην Ταρτούς και ο γεωπολιτικός της ρόλος

Η ναυτική βάση της Ταρτούς παραχωρήθηκε στους Σοβιετικούς το 1971 και λειτουργούσε για να μπορεί η Σοβιετική Ένωση να έχει ρόλο στην περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής[1]. Χωρίς τη βάση όμως που έχουν οι Ρώσοι στη Σεβαστούπολη της Ουκρανίας ο ρόλος της θα ήταν μειωμένος. Τα δύο αυτά λιμάνια έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας καθώς από το λιμάνι της Σεβαστούπολης μεταφέρονταν όπλα και πυρομαχικά, από τη Μαύρη Θάλασσα,  μέσω των Δαρδανελίων και του Αιγαίου, στη βάση της Ταρτούς. Η πώληση ρωσικών όπλων στη Συρία ήδη γινόταν από το 1956 και συνεχίστηκε και μετά την πτώση του Τείχους με το χρέος να φτάνει τα 26 δισεκατομμύρια μέχρι το 1991. Με την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ όμως η Ρωσία αναγκάστηκε να μειώσει τις αμυντικές της δαπάνες με συνέπεια οι στρατιωτικές επιχειρήσεις να τερματιστούν. O Συριακός εμφύλιος έδωσε την ευκαιρία στους Ρώσους να διεκδικήσουν έναν σημαντικό ρόλο στην περιοχή, στέλνοντας στρατιωτικό εξοπλισμό, πλοία του πολεμικού Ναυτικού και στρατιωτικούς συμβούλους στην Ταρτούς με σκοπό να επεκταθούν οι ναυτικές δραστηριότητες της Ρωσίας, αλλά και ο εφοδιασμός του καθεστώτος  Άσαντ.

Η δυναμική επαναφορά της Ρωσίας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο αποβλέπει εκτός των άλλων και στην αποτροπή των Δυτικών να ασκήσουν επιρροή στην περιοχή[2].

  1. Η ΡΩΣΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ

Η εμπλοκή της Ρωσίας στην Συριακή κρίση γίνεται και σε επίπεδο συνεργασίας των μυστικών της υπηρεσιών με τις αντίστοιχες της Συρίας, του Ιράν και την Χεζμπολάχ για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα στην περιοχή.


[1] http://www.themoscowtimes.com/business/article/why-russia-is-expanding-its-syrian-naval-base/531986.html

[2] http://www.huffigtonpost.com/alastair-crooke/russia-syria-isis-al-qaeda b 8259870.html


Η Ρωσική αεροπορία βομβάρδιζε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τις θέσεις αντιστασιακών που βρίσκονται κατά μήκος του αυτοκινητοδρόμου που συνδέει τη Λαττάκεια και το Αλέππο για να προστατέψει την κυκλοφορία από κατάληψη. Διασφαλίζει επίσης την ασφάλεια των ηλεκτρονικών επικοινωνιών του Συριακού στρατού, ενώ ο Πρόεδρος της Ρωσίας δικαιολογεί τους βομβαρδισμούς στην περιοχή ως μέσο επίλυσης της Συριακής κρίσης.