O πόλεμος του Γιομ Κιπούρ Αραβική «νίκη», ισραηλινός θρίαμβος

Δημοσιεύθηκε: Οκτώβριος 6, 2018

Ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ (6-26 Οκτωβρίου του 1973) έλαβε χώρα στη χερσόνησο του Σινά και στα υψώματα του Γκολάν. Ο πόλεμος ξέσπασε όταν η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν ταυτόχρονα κατά του Ισραήλ με στόχο την απελευθέρωση της χερσονήσου του Σινά και των υψωμάτων του Γκολάν, εδάφη τα οποία είχε καταλάβει το Ισραήλ κατά τον πόλεμο των Έξι Ημερών (Ιούνιος του 1967). Τερματίστηκε κατ’ εφαρμογή του Ψηφίσματος No.338 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και οδήγησε στο Συνέδριο της Γενεύης, όπου Άραβες και Ισραηλινοί συζήτησαν τις μεταξύ τους διαφορές.

Ο δρόμος προς τη νέα σύγκρουση (1967-1973)

Ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ ήταν ο τέταρτος κατά σειρά πόλεμος μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων. Είχαν προηγηθεί ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας (Νοέμβριος του 1947-Μάρτιος του 1949), η κρίση του Σουέζ (Οκτώβριος του 1956-Μάρτιος του 1957) και ο πόλεμος των Έξι Ημερών, κατά τον οποίο το Ισραήλ κατέλαβε τη Γάζα και τη χερσόνησο του Σινά (από την Αίγυπτο), την Ανατολική Ιερουσαλήμ, τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη ποταμού (από την Ιορδανία) και τα υψώματα του Γκολάν (από τη Συρία). Από το 1968 έως το 1971, το Ισραήλ δαπάνησε σχεδόν $ 1 δις (τιμές 1968) για την οχύρωση του Σινά (κατά μήκος της ανατολικής όχθης του καναλιού, γνωστής και ως “Γραμμή Μπαρ Λεβ”) και των υψωμάτων του Γκολάν. Λίγο πριν, στις 19 Ιουνίου του 1967, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Ισραήλ είχε ψηφίσει ομόφωνα υπέρ της επιστροφής του Σινά στην Αίγυπτο και των υψωμάτων του Γκολάν στη Συρία με αντάλλαγμα την ειρήνη. Σύμφωνα με την ισραηλινή πρόταση, τα υψώματα του Γκολάν θα παρέμεναν αποστρατικοποιημένη ζώνη, τα ισραηλινά εμπορικά πλοία θα είχαν ελεύθερη πρόσβαση στη διώρυγα του Σουέζ, ενώ Ισραήλ και Ιορδανία θα άρχιζαν διαπραγματεύσεις για το οριστικό καθεστώς της Δυτικής Όχθης.

Η Αίγυπτος και η Συρία επιθυμούσαν την επιστροφή των χαμένων εδαφών, πλην όμως οι μνήμες από την πρόσφατη ήττα ήταν νωπές για να συμφωνήσουν σε μια μόνιμη συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ. Μάλιστα την 1η Σεπτεμβρίου του 1973, στο Χαρτούμ του Σουδάν, οκτώ αραβικά κράτη, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος και η Συρία, διακήρυξαν τα “τρία όχι”, δηλαδή όχι ειρήνη με το Ισραήλ, όχι αναγνώριση του Ισραήλ, όχι διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1973, το Ισραήλ απέσυρε την πρότασή του.

Στην Αίγυπτο, ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ πέθανε το Σεπτέμβριο του 1970 και ο διάδοχός του, Ανουάρ Σαντάτ, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο της πολιτικής του την επιστροφή του Σινά στην Αίγυπτο. Το 1971, δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να ξεκινήσει ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισραηλινές δυνάμεις θα αποχωρούσαν από το Σινά και τη Γάζα. Το Ισραήλ δεν αποδέχθηκε την πρόταση του Σαντάτ.

Η αποτυχία της διπλωματίας έπεισε τον Σαντάτ ότι το status quo της περιοχής θα μπορούσε να αλλάξει υπέρ των αιγυπτιακών συμφερόντων με μια, έστω και περιορισμένη, στρατιωτική ήττα του Ισραήλ. Την εκτίμηση αυτή συμμερίστηκε και ο Πρόεδρος της Συρίας Χαφέζ αλ-Άσαντ. Ο Άσαντ πίστευε ότι μια συνδυασμένη επίθεση της Συρίας και της Αιγύπτου κατά του Ισραήλ θα είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση των Αράβων και την πολυπόθητη επιστροφή των χαμένων εδαφών. Το πρόβλημα για τη Συρία ήταν ότι, από τον πόλεμο των Έξι Ημερών, η στρατιωτική υποδομή της χώρας είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα και έπρεπε να αναδημιουργηθεί σχεδόν εκ του μηδενός. Πράγματι, η Συρία άρχισε να εφαρμόζει ένα φιλόδοξο σχέδιο αναδιοργάνωσης και επανεξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεών της. Στην Αίγυπτο, ο Σαντάτ είχε να αντιμετωπίσει δύο πολύ σημαντικά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας. Από τη μια, η οικονομία βρισκόταν σε ύφεση, ενώ από την άλλη χρειάζονταν επειγόντως χρήματα για την στρατιωτική ενίσχυση και αναβάθμιση της χώρας. Ο Σαντάτ πίστευε ότι για να αποδώσουν οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που σχεδίαζε να εφαρμόσει, πρώτα θα έπρεπε να αποκαταστήσει το κύρος της αιγυπτιακής κυβέρνησης στα μάτια των πολιτών, το οποίο είχε καταρρακωθεί από την πρόσφατη συντριβή. Μια νίκη κατά του Ισραήλ, πίστευε ο Σαντάτ, θα τον καθιστούσε δημοφιλή ηγέτη στο εσωτερικό και έτσι οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα εφαρμόζονταν αποτελεσματικότερα και με λιγότερη δυσαρέσκεια από τα λαϊκά στρώματα.

TΟ ΠΛΗΡΕΣ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ «Α&Δ» ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ.