Ιράν και Ιράκ λειτουργούν παλαιόθεν ως συγκοινωνούντα γεωπολιτικά δοχεία. Η πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ ενάντια στις δυνάμεις του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ είχε σαν αποτέλεσμα να ενισχυθεί η περιφερειακή επιρροή του Ιράν και των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).

Ο επονομαζόμενος «άξονας της αντίστασης», όπως καλούνταν ατύπως το άλλοτε διαβόητο περιφερειακό δίκτυο των φιλοϊρανικών proxies, άρχισε να ενισχύεται σημαντικά μετά το 2003 – σε μεγάλο βαθμό ακριβώς λόγω της αναδιαμόρφωσης των συσχετισμών ισχύος που (επ)έφερε στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.

Είκοσι χρόνια μετά (2003-2023), οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου έμελλε να αποτελέσουν μια νέα καμπή στον ρου των εξελίξεων, αυτήν τη φορά όμως ενάντια στην περιφερειακή επιρροή των Ιρανών Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης που είχε εν τω μεταξύ ενισχυθεί. Από τα τέλη του 2023 κι έπειτα, οι proxies του Ιράν υπέστησαν βαριά πλήγματα κυρίως στη Συρία (πτώση Άσαντ) και στον Λίβανο (δολοφονία Νασράλα), βαριά πλήγματα που θα ακολουθούνταν από πρωτοφανείς επιχειρήσεις κατά στόχων εντός του Ιράν το 2024 (δολοφονία Χανίγια), το 2025 (πόλεμος των 12 ημερών) και το 2026 (επιχειρήσεις «Επική Οργή» και «Λιοντάρι που Βρυχάται»).

Το Ιράν βρέθηκε κατ’ επανάληψη υπό πολιορκία το τελευταίο διάστημα. Δεν εκλήθη, βέβαια, να αντιμετωπίσει μια μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή όπως είχε κληθεί να κάνει το Ιράκ πριν από δεκαετίες, πλην όμως δέχθηκε μπαράζ επιθέσεων.

Αυτήν τη φορά ωστόσο, καθώς το Ιράν «αιμορραγούσε», ήταν η σειρά του Ιράκ να δει την περιφερειακή αξία του να ενισχύεται.

Ισραηλινοί, Αμερικανοί, Τούρκοι, Ιρανοί, Κούρδοι και Άραβες «παρακολουθούν» πια με «αναζωπυρωμένο» ενδιαφέρον όσα συμβαίνουν εντός των ιρακινών συνόρων, προφανώς όχι ως απλοί θεατές αλλά ως ανταγωνιστές και επίδοξοι «τοποτηρητές» ή συνδιαμορφωτές των εξελίξεων.

Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα (New York Times, Wall Street Journal), οι Ισραηλινοί είχαν στήσει πριν από τον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, μία ή δύο μυστικές στρατιωτικές βάσεις εντός των ιρακινών συνόρων, στη δυτική επαρχία Ανμπάρ που συνορεύει με τη Συρία, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία. Από εκεί φέρονται να πραγματοποιούσαν επιχειρήσεις κατά στόχων που σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με το Ιράν.

Η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων του Ιράκ επιχείρησε, από την πλευρά της, να υποβαθμίσει το θέμα, αποκηρύσσοντας τα σχετικά δημοσιεύματα ως «υπερβολικά». Σύμφωνα με την επίσημη ιρακινή γραμμή, εάν όντως υπήρξε παρουσία ξένων ενόπλων δυνάμεων, ισραηλινών εν προκειμένω, εντός των ιρακινών συνόρων τους τελευταίους μήνες, αυτή είχε διάρκεια μόνον ολίγων ωρών.

Με άλλα λόγια, οι μυστικοί εισβολείς, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, ήρθαν, έμεινα για λίγο και έφυγαν, σύμφωνα πάντοτε με τους ιδίους τους Ιρακινούς. Στον αντίποδα, σύμφωνα με τα δυτικά δημοσιεύματα, Ισραηλινοί στρατιώτες δρούσαν για καιρό εντός του Ιράκ προτού γίνουν αντιληπτοί.

Ειρήσθω εν παρόδω, το Ισραήλ και το Ιράκ δεν έχουν διπλωματικούς δεσμούς. Το ιρακινό κοινοβούλιο έχει μάλιστα περάσει νόμο ήδη από το 2022 που ποινικοποιεί την εξομάλυνση των σχέσεων με το ισραηλινό κράτος. Η ισραηλινή ηγεσία προφανώς δεν επιβεβαίωσε την ανάπτυξη δικών της δυνάμεων εντός του Ιράκ.

Είναι σαφές, ωστόσο, ότι οι Ισραηλινοί θα ήθελαν να έχουν πρόσβαση στα εδάφη μιας χώρας όπου έχουν πρόσβαση και βάσεις, επίσημες ή μη, άλλοι όπως εν προκειμένω οι Τούρκοι (αυτοπροσώπως) και οι Ιρανοί (δια αντιπροσώπων).

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ιστοχώρος Al-Monitor επικαλούμενος ως πηγή διπλωμάτες και Ιρακινούς αξιωματούχους, το μεγαλύτερο μέρος των επιθέσεων που δέχθηκε η Σαουδική Αραβία έπειτα από τις 28 Φεβρουαρίου προήλθε όχι από το Ιράν αλλά από το Ιράκ και πιο συγκεκριμένα από σιιτικές πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη.

«Η σαουδαραβική κυβέρνηση εκτιμά ότι σχεδόν όλες οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους που δέχθηκε προήλθαν από το Ιράκ, όχι από το Ιράν. Περίπου το 50% του συνόλου των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εξαπολύθηκαν ενάντια σε χώρες του Κόλπου προήλθε από το Ιράκ», δηλώνει χαρακτηριστικά Ιρακινός αξιωματούχος, μιλώντας στο Al-Monitor υπό τον όρο της ανωνυμίας. Υπό αυτό το πρίσμα, αποκτά όμως νόημα και το δημοσίευμα του πρακτορείου Reuters σύμφωνα με το οποίο η Σαουδική Αραβία βομβάρδισε τους περασμένους μήνες στόχους που συνδέονταν με υποστηριζόμενες από το Ιράν σιιτικές πολιτοφυλακές εντός του Ιράκ.

Στο Ιράκ όμως αναλάμβανε μονομερή στρατιωτική δράση, ήδη από τη δεκαετία του 1990, και η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με το βλέμμα στραμμένο κυρίως στο Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) και στην παράταξη PUK (Πατριωτική Ένωση Κουρδιστάν).

Εν έτει 2026 πια, εάν εξαιρέσει κανείς το θέμα του PKK, η Αγκυρα προσεγγίζει το Ιράν ως πηγή πετρελαίου και ως εφαλτήριο ενίσχυσης του δικού της ρόλου ως κόμβου διαμετακόμισης ενέργειας και αγαθών, με το βλέμμα στραμμένο σε αγωγούς πετρελαίου (Κιρκούκ-Τσεϊχάν, Μπάσρα-Χαντίθα-Τσεϊχάν) και άλλα μεγαλεπήβολα έργα (Development Road project). Διόλου τυχαία, ο πρωθυπουργός της Κουρδικής Περιφερειακής Κυβέρνησης του βορείου Ιράκ, Μασρούρ Μπαρζανί συναντήθηκε προ εβδομάδων στην Κωνσταντινούπολη με τον Τούρκο υπουργό Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ.