Tου Γιώργου Β. Μιχαλακόπουλου*

Ο τουρκικός εθνικισμός δεν προέκυψε ξαφνικά ως ένα ρεύμα καθαρά κοσμικού χαρακτήρα, αλλά διαμορφώθηκε μέσα από μία μακρά διαδικασία ιδεολογικών ζυμώσεων, πολιτικών κρίσεων και ανταγωνιστικών σχεδίων ταυτότητας. Παράλληλα, υπήρξε μια συνεχής διαπλοκή θρησκείας και πολιτικής, καθώς το Ισλάμ λειτούργησε άλλοτε ως συνεκτικός κρίκος της αυτοκρατορικής κοινωνίας και άλλοτε ως σημείο τριβής με τις νεωτερικές πολιτικές ελίτ.

Γενικά, μπορούμε να εντοπίσουμε τρία βασικά γνωρίσματα που διαφοροποιούν τον τουρκικό εθνικισμό από άλλα ευρωπαϊκά ή βαλκανικά εθνικά κινήματα:

Κρατοκεντρικός χαρακτήρας – Η προτεραιότητα του κράτους ως ύψιστης πολιτικής αξίας, αντί της κοινωνίας ή του έθνους ως λαϊκής κοινότητας.

Όψιμη εμφάνιση – Ο τουρκικός εθνικισμός άργησε να αναδυθεί σε σχέση με τα εθνικά κινήματα άλλων λαών της Αυτοκρατορίας, όπως οι Έλληνες, οι Βούλγαροι ή οι Άραβες.

Χαρακτήρας «επιβίωσης» – Προέκυψε ως άμυνα απέναντι στη διάλυση της Αυτοκρατορίας και τον κίνδυνο περαιτέρω κατακερματισμού.

Αυτά τα γνωρίσματα εξηγούν, εν μέρει, γιατί ο τουρκικός εθνικισμός είναι στενά δεμένος με τις κρατικές ελίτ και λιγότερο με μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις.

Καρτ ποστάλ του 1908, με τον Κεμάλ στο κέντρο της εικόνας, για τον εορτασμό της Δεύτερης Συνταγματικής Επανάστασης που είχε πυροδοτηθεί από τον ξεσηκωμό των Νεότουρκων.

Πρώιμος τουρκικός εθνικισμός

Από τον 19ο αιώνα, οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ) και ο εκσυγχρονισμός δημιούργησαν ένταση ανάμεσα σε δύο πόλους: τις παραδοσιακές θρησκευτικές και κοινοτικές δομές (ουλεμά, οθωμανικές ελίτ) και τις νέες κοσμικές διοικητικές επιλογές που εισήγαγαν οι δυτικοτραφείς γραφειοκράτες. Αυτή η ένταση ήταν καθοριστική, διότι υπονόμευε τη θρησκεία ως αποκλειστικό θεμέλιο νομιμοποίησης της εξουσίας, αλλά δεν έθετε ακόμα μια σαφή κοσμική ταυτότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν τρία ανταγωνιστικά σχέδια ταυτότητας:

Οθωμανισμός: πολιτική ένταξης όλων των υπηκόων σε μια κοινή υπηκοότητα, ανεξάρτητα από θρησκεία ή εθνότητα.

Ισλαμισμός: στρατηγική ανανέωσης της ενότητας των μουσουλμάνων της Αυτοκρατορίας υπό την καθοδήγηση του χαλίφη.

Τουρκισμός: η ανάδυση της ιδέας ότι οι τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι αποτελούν ιδιαίτερη εθνική κοινότητα.

Τελικά, κανένα από αυτά τα σχέδια δεν κατάφερε πλήρως να συγκρατήσει την αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας, όμως συνδιαμόρφωσαν τις βάσεις για τον μετέπειτα τουρκικό εθνικισμό.

Κεντρική μορφή του πρώιμου τουρκικού εθνικισμού υπήρξε ο κοινωνιολόγος Ζιγιά Γκιόκαλπ (απεικόνισή του σε γραμματόσημο του 2024), ο οποίος επιχείρησε να συνδέσει την τουρκική εθνική ταυτότητα με τη θρησκεία (Ισλάμ), την παράδοση και την κοινωνική ηθική, τη δυτική πρόοδο και εκσυγχρονισμό.

Κεντρική μορφή του πρώιμου τουρκικού εθνικισμού υπήρξε ο Ζιγιά Γκιόκαλπ, ο οποίος επιχείρησε να συνδέσει την τουρκική εθνική ταυτότητα με:

τη θρησκεία (Ισλάμ),

την παράδοση και την κοινωνική ηθική,

τη δυτική πρόοδο και εκσυγχρονισμό.

Για τον Γκιόκαλπ, το Ισλάμ δεν ήταν αντίπαλος του εκσυγχρονισμού, αλλά ένα στοιχείο της τουρκικής κουλτούρας το οποίο έπρεπε να ανανεωθεί και να καθαρθεί από ξένα (αραβικά ή περσικά) στοιχεία, ώστε να εξυπηρετήσει τη συγκρότηση έθνους-κράτους. Η αντίληψή του για το έθνος ως «ηθική κοινότητα» επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα συντηρητική-εθνικιστική σκέψη στην Τουρκία.

Η ιδεολογία του Γκιόκαλπ αποτελεί το πρώτο συνεκτικό ιδεολογικό υπόβαθρο του τουρκικού εθνικισμού και λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στον θρησκευτικό χαρακτήρα της Οθωμανικής κοινωνίας και τις νεωτερικές εθνικές ιδέες.

Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923, επέφερε μια θεμελιώδη ανατροπή, γιατί ο εθνικισμός, που είχε αναπτυχθεί στην ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέκτησε την ευκαιρία να γίνει κρατική ιδεολογία.

Εθνικισμός και κεμαλική ιδεολογία

Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923, επέφερε μια θεμελιώδη ανατροπή: ο εθνικισμός που είχε αναπτυχθεί στην ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέκτησε την ευκαιρία να γίνει κρατική ιδεολογία. Και μαζί με αυτό, η κεμαλική ιδεολογία πραγματοποίησε μια βαθιά ρήξη με το οθωμανικό παρελθόν, ιδιαίτερα ως προς τον ρόλο της θρησκείας.

Τα βασικά στοιχεία αυτής της ρήξης ήταν:

Η ριζική εκκοσμίκευση (κατάργηση του χαλιφάτου το 1924), η αντικατάσταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης με «κοσμικά» σχολεία, η υιοθέτηση δικαιϊκού συστήματος δυτικού τύπου, η απαγόρευση θρησκευτικών ταγμάτων και αδελφοτήτων. Η εκκοσμίκευση δεν ήταν μόνο θεσμική αλλά και συμβολική: το κράτος επιδίωξε να οικοδομήσει μια νέα ταυτότητα που βασιζόταν στην «τουρκικότητα» και όχι στη θρησκευτική κοινότητα των μουσουλμάνων.

Ο κρατικός έλεγχος της θρησκείας, συστήνοντας τη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet), η οποία αποτέλεσε μηχανισμό ενσωμάτωσης και ελέγχου του Ισλάμ στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

Η προώθηση μιας ταυτότητας εθνικού-κοσμικού χαρακτήρα που εστίαζε στην πολιτική, στη γλώσσα και στο «έδαφος», στη μη ανάμιξη της θρησκείας στην πολιτική και στην πίστη στο κράτος. Όμως δεν εξάλειψε εντελώς τις θρησκευτικές αναφορές αλλά τις μετέτρεψε σε κρατικό εργαλείο.

Παράλληλα με τον Κεμαλισμό, επιβίωσε ένα δεύτερο ρεύμα: ο τουρκο-τουρανισμός, που έδινε έμφαση στην παναντουρκική ενοποίηση (Τουρκία, Κεντρική Ασία κ.λπ.). Αυτό το ρεύμα ήταν περισσότερο εθνοτικό παρά θρησκευτικό, δεν ταυτίστηκε με την κρατική ιδεολογία και θεωρήθηκε επικίνδυνο και υπερβολικά ριζοσπαστικό. Η κορύφωση της αντίθεσης ήρθε με τις δίκες «Ρατσισμού–Τουρανισμού» του 1944, όταν σημαντικές μορφές του τουρανισμού διώχθηκαν από το κεμαλικό κράτος. Tο ρεύμα αυτό διατήρησε μια πολιτιστική μνήμη που θα επανεμφανιστεί αργότερα.

H κεμαλική «επανάσταση» δεν κατόρθωσε να εκριζώσει πλήρως τη θρησκεία από την κοινωνική και πολιτική ζωή. Έτσι, το κράτος είχε επισήμως κοσμικό χαρακτήρα, ενώ η κοινωνία εξέφραζε τη βαθιά θρησκευτική πίστη της και επικρατούσε ανωμαλία στην πολιτική ζωή με αλλεπάλληλα πραξικοπήματα. Στην πάνω φωτογραφία, ο συλληφθείς -και αργότερα εκτελεσθείς- πρωθυπουργός Αντάν Μεντερές το Μάιο του 1960 και, στη κάτω φωτογραφία, οι επί μακρόν εναλλασσόμενοι στην πρωθυπουργία και στην αξιωματική αντιπολίτευση Μπ. Ετσεβίτ (αριστερά) και Σ. Ντεμιρέλ (δεξιά), με τις συζύγους τους, σε περιορισμό μετά το πραξικόπημα του Σεπτεμβρίου 1980. 

H κεμαλική «επανάσταση» δεν κατόρθωσε να εκριζώσει πλήρως τη θρησκεία από την κοινωνική και πολιτική ζωή. Το Ισλάμ, ως κοινωνική πραγματικότητα, συνέχισε να ασκεί μεγάλη επιρροή στους αγροτικούς πληθυσμούς, στις τοπικές κοινότητες, στη συλλογική μνήμη και την καθημερινή ηθική.

Έτσι, διαμορφώθηκε μια διττή συνθήκη: από τη μια, το κράτος είχε επισήμως κοσμικό χαρακτήρα και, από την άλλη, η κοινωνία εξέφραζε τη βαθιά θρησκευτική πίστη της. Αυτή η αντίφαση εξηγεί τη μεταγενέστερη άνοδο του πολιτικού Ισλάμ (περίοδος του Ψυχρού Πολέμου), αλλά και της μετέπειτα «Τουρκοϊσλαμικής Σύνθεσης» που συνδυάζει Σουνιτικό Ισλάμ και εθνοτικό εθνικισμό. Το υπερεθνικιστικό MHP γίνεται ο κύριος θεσμικός φορέας αυτής της σύνθεσης και δημιουργείται μια εθνικιστική ρητορική που συνδέει τον «τουρκικό μύθο» με την ισλαμική ταυτότητα.

Από την κεμαλική περίοδο, υπήρχαν ήδη τέσσερις δομικοί παράγοντες που προετοίμασαν το έδαφος για την επιστροφή της θρησκείας στον εθνικιστικό λόγο: η λαϊκή βάση της θρησκείας που δεν εξαφανίστηκε παρά την εκκοσμίκευση, η εργαλειοποίηση της θρησκείας από το κράτος μέσω του Diyanet, η μνήμη του οθωμανικού παρελθόντος (που συνέχιζε να λειτουργεί ως πηγή κύρους) και η ύπαρξη περιφερειακών εθνικιστικών ρευμάτων που συνδύαζαν εθνική υπερηφάνεια με ισλαμικές αναφορές.

Το υπερεθνικιστικό MHP έγινε ο κύριος θεσμικός φορέας της «Τουρκοϊσλαμικής Σύνθεσης» που συνδυάζει Σουνιτικό Ισλάμ και εθνοτικό εθνικισμό ή, αντίστοιχα, την ισλαμική ταυτότητα με τον «τουρκικό μύθο». Το MHP ιδρύθηκε το 1969 από τον Αλπαρσλάν Τουρκές (πάντω) και, μετά το θάνατό του το 1997, τον διαδέχθηκε ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί (κάτω), συμμετέχοντας από το 2017 στον εκλογικό συνασπισμό του AKP υπό τον Ρ.Τ. Ερντογάν.

Εθνικισμός στην σύγχρονη Τουρκία

Έτσι, ο τουρκικός εθνικισμός εισήλθε στον 20ο αιώνα, κουβαλώντας μια αντίφαση: επίσημα κοσμικός, ανεπίσημα όμως συνδεδεμένος με θρησκευτικά σύμβολα και κοινωνικές πραγματικότητες. Αυτό εξηγεί γιατί στη σύγχρονη Τουρκία ο εθνικισμός μπορεί εύκολα να ενσωματώσει θρησκευτική ρητορική, χωρίς να θεωρείται ότι αντιφάσκει με το εθνικό αφήγημα.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 αποτέλεσε σημείο καμπής: το ΜΗΡ έως εκείνη τη χρονιά εστίαζε στην κρατική επιβίωση και στον αγώνα εναντίον του ΡΚΚ και η θρησκεία δεν είχε κεντρικό ρόλο στη ρητορεία του τουρκικού εθνικισμού. Όμως, μετά το 2016, ανεβαίνει σε σπουδαιότητα η έννοια της «beka» (επιβίωση) μαζί με την ισλαμική συμβολική πολιτική, την ενσωμάτωση του Ισλάμ στον εθνικιστικό λόγο και τη δημιουργία του άξονα MHP–AKP.

Το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς έκτοτε ανεβαίνει σε σπουδαιότητα η έννοια της «beka» (επιβίωση) μαζί με την ισλαμική συμβολική πολιτική, την ενσωμάτωση του Ισλάμ στον εθνικιστικό λόγο και τη δημιουργία του άξονα MHP–AKP.

Ο σύγχρονος τουρκικός εθνικισμός έχει μετασχηματιστεί σε ένα υβριδικό μοντέλο, όπου το Ισλάμ αποτελεί πλέον οργανικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Οι ορατές αλλαγές έχουν γίνει σε τέσσερις βασικούς τομείς: στην εσωτερική διακυβέρνηση, στην πολιτική «ταυτότητας», στην εξωτερική πολιτική και στο πλαίσιο των κρατικών θεσμών. Στο εσωτερικό, η αυξανόμενη χρήση θρησκευτικού λόγου ενισχύει την πολιτική νομιμότητα της κυβέρνησης, αλλά ταυτόχρονα οξύνει την πόλωση μεταξύ οπαδών του κοσμικού χαρακτήρα και συντηρητικών.

Η ισλαμική ηθική αναδεικνύεται σε εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης ενώ οι κοσμικοί θεσμοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση. Παράλληλα, αναδομείται η εθνική ταυτότητα προς μια εθνοθρησκευτική κατεύθυνση που μπορεί να αποκλείσει ομάδες που δεν συναινούν. Στην εξωτερική πολιτική, η Τουρκία υιοθετεί μια περισσότερο ισλαμικά προσανατολισμένη στάση, προβάλλοντας ηγετικό ρόλο σε ζητήματα του μουσουλμανικού κόσμου.

Η κατάσταση αυτή έχει διευρύνει τις κοινωνικές πολώσεις και έχει συρρικνώσει το θεσμικό πλουραλισμό, ενώ στην εξωτερική πολιτική, η ισλαμική ρητορική ενισχύει την επιρροή της Τουρκίας σε τμήματα του μουσουλμανικού κόσμου, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ανισορροπίες στις σχέσεις με τη Δύση, μειώνοντας τα περιθώρια διπλωματικής ευελιξίας.

Και τα κρίσιμα ερωτήματα είναι τα εξής: θα σταθεροποιηθεί αυτός ο νεο-ϊσλαμοποιημένος εθνικισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία; θα υπάρξει μερική εξισορρόπησή του εξαιτίας οικονομικών ή εξωχώριων περιορισμών; Θα οδηγηθεί η Τουρκία σε νέα ιδεολογική κατακερματισμένη φάση;

* Ο Γεώργιος B. Μιχαλακόπουλος είναι Καθηγητής στο Τμήμα Μετάφρασης και Διερμηνείας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) στο γνωστικό αντικείμενο Τουρκία: Λογοτεχνία και Πολιτισμός. Απόφοιτος του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, κατέχοντας Master και Διδακτορικό Δίπλωμα που αναφέρονται σε ζητήματα Μέσης Ανατολής και Τουρκίας. Τα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην τουρκική κοινωνία και πολιτική, στις σχέσεις που διαμορφώνονται στο τρίπτυχο Γλώσσα-Πολιτική-Κοινωνία στην Τουρκία, στον ρόλο της Λογοτεχνίας ως «καθρέφτη» της τουρκικής κοινωνίας και, τέλος, στη σχέση Λογοτεχνίας και Γλώσσας. Όλα τα ερευνητικά αποτελέσματα έχουν παρουσιασθεί μέσω της συμμετοχής του σε διεθνή συνέδρια. Επίσης έχει συμμετάσχει σε επιστημονικές επιτροπές συνεδρίων, εξεταστικές επιτροπές του ΙΚΥ, διεθνή προγράμματα ακαδημαϊκής επιμόρφωσης και είναι Επιστημονικός Υπεύθυνος στο πρόγραμμα Κατάρτισης «Κατανοώντας την Τουρκία μέσω στοιχείων Γλώσσας, Πολιτισμού και Λογοτεχνίας». Είναι διευθυντής του ΠΜΣ «Πολιτική, Γλώσσα και Διαπολιτισμική Επικοινωνία» του ΤΞΓΜΔ, ενώ έχει διατελέσει -δύο φορές- Πρόεδρος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο), καθώς και μέλος της Συγκλήτου του Ιονίου Πανεπιστημίου και διαφόρων Επιτροπών του.