Ο ενεργειακός χάρτης της Μέσης Ανατολής αναδιαμορφώνεται
Νέα δίκτυα -στρατιωτικά, ενεργειακά, εφοδιαστικά- χαράσσονται πια στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, αποτυπώνοντας επί χάρτου τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι χώρες της περιοχής προκειμένου αφενός να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους και αφετέρου να ανταποκριθούν σε μια σειρά από νέα δεδομένα όπως είναι μεταξύ άλλων εκείνα: της επιδεινωθείσας ενεργειακής ανασφάλειας, των γεωγραφικά διευρυμένων ιρανικών αντιποίνων, της αποδυνάμωσης του OPEC, του οξυνόμενου ισραηλινοτουρκικού ανταγωνισμού και των αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας παλαιών συμμαχικών ή εταιρικών σχημάτων.
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που ήρθε ως συνέπεια του πολέμου στο Ιράν, γέννησε μια σειρά από νέες, πολύ πρακτικές ανάγκες παράκαμψης της συγκεκριμένης οδού από την οποία, πριν από τον πόλεμο, περνούσε καθημερινά περίπου το 25% με 30% του δια θαλάσσης παγκοσμίως διακινούμενου πετρελαίου, ένα ποσοστό το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Πριν από τον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, το συγκεκριμένο πέρασμα αποτελούσε τον κεντρικό κόμβο εξόδου για τις αραβικές πετρελαϊκές εξαγωγές.
Όταν όμως αυτή η κομβική αρτηρία έκλεισε εν μέσω πυρών, οι εξαγωγές αυτές υποχώρησαν δραματικά, συμπαρασύροντας προς τα κάτω τα πετρελαϊκά έσοδα των αραβικών μοναρχιών που είχαν βασίσει σε ακριβώς αυτά τα έσοδα τις οικονομίες τους, αλλά και τα πλάνα της διαφοροποίησης/ μερικής απεξάρτησης αυτών των οικονομιών από το πετρέλαιο.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου υποχώρησαν σε χαμηλό εννιαετίας τον περασμένο Αύγουστο. Στον αντίποδα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα -τα οποία υπενθυμίζεται ότι επέλεξαν τον περασμένο Μάιο να αποχωρήσουν από τον OPEC έπειτα μια περίοδο 59 ετών- κατάφεραν να κρατήσουν σε ικανοποιητικά επίπεδα τις δικές τους εξαγωγές μέσω της Φουτζέιρα.
Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο και για το Ιράκ, το Κουβέιτ και το Κατάρ που προς το παρόν δεν έχουν καταφέρει να επαναφέρουν τις δικές τους εξαγωγές στα προπολεμικά επίπεδα.
Συνολικά, οι αποστολές αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων μέσω των Στενών του Ορμούζ μειώθηκαν από 21,6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Οκτώβριο-Δεκέμβριο του 2025, σε 14,9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Ιανουάριο-Μάρτιο του 2026 και από εκεί ακόμη χαμηλότερα, σε 4,9 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο-Ιούνιο της χρονιάς που διανύουμε.
«Οι ενεργειακές μας εξαγωγές, το εμπόριο και η οικονομική μας δραστηριότητα δεν πρόκειται να γίνουν όμηροι (σ.σ. του πολέμου στο Ιράν). Η ασφάλειά μας είναι η πρώτη μας προτεραιότητα.
Όταν όμως εξαρτόμαστε αποκλειστικά από άλλους, δεν μπορούμε να υποθέτουμε ότι η ασφάλειά μας θα είναι πάντοτε και δική τους προτεραιότητα», δήλωσε την περασμένη Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου, ο Ανουάρ Γκάργκας, προεδρικός σύμβουλος των ΗΑΕ, υπογραμμίζοντας, από το βήμα του Hili Forum που πραγματοποιήθηκε στο Άμπου Ντάμπι, ότι η χώρα του επεκτείνει τη χωρητικότητα των λιμένων στις ανατολικές της ακτές και παράλληλα αναπτύσσει αγωγούς, σιδηροδρόμους και εναλλακτικές εμπορικές οδούς.
Μιλώντας στο πλαίσιο του ιδίου φόρουμ αυτήν την εβδομάδα, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Κατάρ, Ματζέντ αλ-Ανσάρι, παραδέχθηκε ότι «η παρουσία διεθνών δυνάμεων στην περιοχή και η συμμαχία με τις ΗΠΑ είναι μεν πολύ σημαντικές, αλλά δεν αρκούν».
«Οι εξαγωγείς του Κόλπου αναγνωρίζουν πια ότι η υπερβολική εξάρτηση από μόνο μία διαδρομή (βλ. Ορμούζ) είναι ένα ρίσκο που δεν μπορούν να αναλάβουν», έγραφε προ εβδομάδων η η Λίζα Φρίντμαν στους New York Times, με το βλέμμα στραμμένο στις αραβικές μοναρχίες που «κατασκευάζουν ή επεκτείνουν αγωγούς και άλλες υποδομές που δύνανται να παρακάμπτουν το Ορμούζ».
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Σαουδάραβες «εμπλουτίζουν» για παράδειγμα τον πετρελαιαγωγό Ανατολής-Δύσης (East-West Pipeline) που διασχίζει την Αραβική Χερσόνησο συνδέοντας τον Κόλπο (Αμπκάικ) με την Ερυθρά Θάλασσα (Γιανμπού). Ο λόγος για έναν αγωγό που είχε σχεδιαστεί με φόντο τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ τη δεκαετία του 1980.
Με παρόμοια διάθεση απεξάρτησης από το Ορμούζ, οι Εμιρατινοί «απλώνουν» επί του παρόντος στη Φουτζέιρα στον Κόλπο του Ομάν μια δεύτερη γραμμή μεταφοράς πετρελαίου δίπλα τον υπάρχοντα πετρελαιαγωγό που παραλαμβάνει αεργό από το Άμπου Ντάμπι και εξετάζουν σχέδια για τη δημιουργία μιας νέας εγκατάστασης εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στις ακτές στα ανατολικά, στον Κόλπο του Ομάν.
Παράλληλα, όπως σημειώνουν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, συζητήσεις για νέα ενεργειακά πρότζεκτ (αγωγούς κ.ά.) διεξάγονται και στους άξονες Κουβέιτ-Σαουδικής Αραβίας, Ιορδανίας-Ιράκ και Ιράκ-Συρίας.
Ειδικότερα, η Συρία της μετά-Άσαντ εποχής παρουσιάζεται πια να θέλει να εξελιχθεί σε μεσανατολικό κόμβο εκμεταλλευόμενη κατά βάση δύο δεδομένα: την άρση των κυρώσεων που της είχαν επιβληθεί από τη διεθνή κοινότητα επί Άσαντ και την κρίση που προκάλεσε στον Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ ο πόλεμος στο Ιράν.
Πιο συγκεκριμένα, η Συρία παρουσιάζεται πια να προσφέρει έναν χερσαίο διάδρομο διέλευσης για τα αυξημένα σε αριθμό φορτηγά που κάνουν τη διαδρομή από το νότιο Ιράκ και τη Βασόρα προς το συριακό μεσογειακό λιμάνι της Μπανιγιάς και πίσω, συνδέοντας έτσι τον βόρειο Κόλπο με την ανατολική Μεσόγειο.
Υπενθυμίζεται δε, ότι ήδη από τον περασμένο Ιούλιο η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζεται να στηρίζει το πλάνο της λειτουργίας ενός νέου πετρελαιαγωγού που θα ακολουθεί τη διαδρομή από τη Βασόρα ως την Μπανιγιάς, «Αυτός ο μήκους 1.000 μιλίων (περίπου 1.600 χλμ.) και κόστους 5,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων αγωγός θα χρειαστεί τουλάχιστον δυόμισι χρόνια για να κατασκευαστεί», εξηγεί η Post, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ένα έργο πίσω από το οποίο βρίσκεται η αμερικανική Chevron.