Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων ήρθε ξαφνικά, τον περασμένο Οκτώβριο, να εμφυσήσει νέα πνοή… κινητικότητας και (συγκρατημένων) προσδοκιών στο μέτωπο του Κυπριακού, έπειτα από μια μακρά περίοδο αποτελμάτωσης.

Οι συνομιλίες στο Κραν Μοντανά κατέρρευσαν το 2017· ο «αδιάλλακτος» Ερσίν Τατάρ εξελέγη στην «προεδρία» των Τουρκοκυπρίων το 2020, παίρνοντας τη θέση του μετριοπαθούς Ακιντζί· η πλευρά Ερντογάν άρχισε, εν τω μεταξύ, να υιοθετεί πολύ πιο σκληρή ρητορική, ενάντια στη ΔΔΟ· οι κατοχικές δυνάμεις έστησαν σειρά από φιέστες, κυρίως με φόντο το Βαρώσι· και, μέσα σε όλα αυτά, το Κυπριακό βρέθηκε να υποτροπιάζει εκ νέου, υπό το βάρος «νέων πραγματικοτήτων», απομακρυνόμενο (ξανά) από κάθε προοπτική επίλυσης.
Το βράδυ της 19ης Οκτωβρίου ωστόσο, ο Ελληνας ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης πανηγύριζε.

«Η βούληση των Τουρκοκυπρίων να αναδείξουν ως νέο ηγέτη τους τον Τουφάν Ερχιουρμάν ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο ελπίδας και προσδοκίας για την επανένωση του νησιού στη βάση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών», ανέφερε ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας σε εκείνη την πρώτη μετεκλογική δήλωσή του.

Συγκριτικά, ο Κύπριος πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης ήταν εμφανώς πιο συγκρατημένος στη δική του πρώτη δήλωση. «Επαναλαμβάνω την ετοιμότητα, τη σταθερή πολιτική βούληση και την αποφασιστικότητά μου να συνεχίσω να συμβάλλω στην προσπάθεια για την επανέναρξη των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού, από το σημείο που διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά», ανέφερε χαρακτηριστικά, αφού προηγουμένως συνεχάρη τον νέο ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας Τουφάν Ερχιουρμάν για την εκλογή του.

Επισήμως, η πλευρά Ερντογάν στήριζε την προσπάθεια επανεκλογής του Τατάρ. Ωστόσο ανεπισήμως, μάλλον είχε προετοιμαστεί για την αλλαγή φρουράς, στην οποία μπορεί και να συνέβαλε παρασκηνιακά, θεωρώντας ότι ο Τατάρ έχει πια «καεί» και/ή ότι η επιστροφή ενός μετριοπαθούς πολιτικού, τύπου Ερχιουρμάν, θα μπορούσε ίσως να αξιοποιηθεί με άλλους τρόπους – εξωραϊστικούς της τουρκικής επιρροής – εντός αλλά και εκτός των κυπριακών συνόρων, στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.

Οι «νάρκες» του Κυπριακού δεν περιορίζονται ωστόσο, πια, μόνον σε όσα κάνει ή δεν κάνει η τουρκική πλευρά. Αντιθέτως, απλώνονται ως την Αθήνα και τις Βρυξέλλες από τη μία πλευρά, και ως το Ισραήλ, το Ιράν και τα κεντρικά του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη από την άλλη, με βάση μια σειρά από νέα δεδομένα. Ποια είναι αυτά;

Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, οι σχέσεις μεταξύ των κυβερνήσεων σε Αθήνα και Λευκωσία δεν είναι στην παρούσα όσο αρραγείς θα περίμενε κανείς λαμβάνοντας υπόψη τις κοινές προκλήσεις που αναδύονται μέσα από τις ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Καλά ενημερωμένες πηγές υποστηρίζουν, στον αντίποδα, ότι αυτές οι σχέσεις είναι μάλλον κακές στην παρούσα φάση. Κάποιοι φτάνουν στο σημείο να τις χαρακτηρίσουν ακόμη και «χείριστες».

Οι διαφωνίες μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, που είδαν το φως της δημοσιότητας αναφορικά με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI, ήταν -και είναι- ενδεικτικές. Πηγές με γνώση του παρασκηνίου υποστηρίζουν ότι υπάρχουν ισχυροί κύκλοι στις τάξεις των Ελληνοκυπρίων που δεν επιθυμούν να προχωρήσει αυτό το έργο, όχι επειδή αντιδρά η Τουρκία, αλλά επειδή θα θιγούν επιχειρηματικά συμφέροντα στην Κύπρο…

Screenshot

Ο ΟΗΕ, υπό την ομπρέλα του οποίου διεξάγονται οι συνομιλίες για το Κυπριακό, καλείται στην παρούσα φάση να αντιμετωπίσει άλλες -δικές του- προκλήσεις, οικονομικής φύσης αλλά και ευρύτερες (σχετικές για παράδειγμα με τη διοίκηση Τραμπ και τις συναλλακτικού τύπου ad hoc προσεγγίσεις που προωθεί στις διεθνείς σχέσεις).

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών καλείται πια να προχωρήσει σε εσωτερικές αναδιαρθρώσεις και σημαντικές περικοπές εξόδων που απειλούν να «περιορίσουν» όμως παράλληλα και την παρουσία του στην Κύπρο, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη για την κινητικότητα ή την ακινησία στο Κυπριακό.

Όσο για τη Μαρία Άνχελα Ολγκίν Κουεγιάρ, εκείνη αξίζει να σημειωθεί ότι είναι «απλώς» η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών… κι όχι μια νέα ειδική σύμβουλος των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο…

Η Κυπριακή Δημοκρατία παρουσιάζεται να προωθεί ως στόχο την ένταξή της στον χώρο Σένγκεν. Για να προχωρήσει όμως μια τέτοια ένταξη και να γίνει αποδεκτή από τα άλλα κράτη μέλη, θα πρέπει αυτά θα θεωρήσουν ότι το νέο εξωτερικό σύνορο που θα δημιουργηθεί, θα είναι ασφαλές, ελεγχόμενο και εξασφαλισμένο.

Τι θα μπορούσε να σημαίνει, όμως, αυτό για την Πράσινη Γραμμή (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, στρατιωτικοποιείται ακόμη περισσότερο); Θα μπορούσε να γίνει αυτή -τυπικά ή άτυπα- το νέο σύνορο; Κι αν ναι, δεν θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί ένα βήμα προς την παγίωση της διχοτόμησης;

Αλλά και στο μέτωπο του δημογραφικού, τα δεδομένα επίσης αλλάζουν επηρεάζοντας τις εσωτερικές ισορροπίες (που έχουν όμως αντίκρισμα και στις σχέσεις με το εξωτερικό), με την έλευση το τελευταίο διάστημα συνολικά δεκάδων χιλιάδων νέων «μονίμων κατοίκων» από το εξωτερικό, είτε μιλάμε για υπερορθόδοξους Εβραίους στον νότο (σε περιοχές όπως η Λάρνακα για παράδειγμα), είτε για Ιρανούς στον βορρά…

Κι όλα αυτά, μόλις λίγους μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές που αναμένονται στην Κύπρο τον Μάιο του 2026, εκλογές στις οποίες, εάν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις, το ΕΛΑΜ μπορεί να διπλασιάσει ή ακόμη και να υπερδιπλασιάσει τα ποσοστά του…