Του Δημήτρη Μανακανάτα

Η πρόσφατη δημοσκόπηση του ΡΙΚ (έρευνα MRC Cypronetwork, Ιανουάριος 2026) έφερε στο φως μια εντυπωσιακή μεταστροφή στις αντιλήψεις των Ελληνοκυπρίων σχετικά με τους βασικούς τους αμυντικούς συμμάχους.

Στην ερώτηση «Μιλώντας γενικά, υπάρχει κάποια χώρα που μπορεί να στηριχθεί η Κύπρος για να ενισχύσει την άμυνά της;», το 41% των ερωτηθέντων επιλέγει τώρα το Ισραήλ (από μόλις 9,5% το Μάϊο του 2024), ενώ η Ελλάδα έπεσε στο 27% (από 45%). Η αλλαγή είναι τεράστια: σε δύο χρόνια το Ισραήλ εκτοξεύτηκε στην πρώτη θέση, αφήνοντας πίσω την Ελλάδα. Παράλληλα, οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν 16,5% (από 11%), η Ρωσία 14% (από 7%), ενώ μικρότερα ποσοστά εμπιστοσύνης καταγράφηκαν για την Ευρωπαϊκή Ένωση (13,5%), τη Γαλλία (12%) και τη Βρετανία (1,5%). Επομένως, σημειώνεται γενικότερη εκτίναξη της εμπιστοσύνης προς «νέους παίκτες» και πτώση προς τους παραδοσιακούς συμμάχους.

Σε αντίθεση με την εμφανή πίστη στην πολιτική της Αθήνας την εποχή του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Άναν, τον Απρίλιο του 2004, οι Κύπριοι πλέον «δεν μπορούν να στηριχθούν πάνω» στα λόγια των Ελλήνων ηγετών –όχι επειδή σταμάτησε η αγάπη για την Ελλάδα, αλλά επειδή «δυσκολεύονται πολύ να την εμπιστευτούν σε αυτά που λέει».

Οι αριθμοί από μόνοι τους είναι εντυπωσιακοί, αλλά η ερμηνεία τους απαιτεί βαθύτερη ανάλυση. Πώς εξηγείται ότι, ενώ τα κυπριακά μέσα παρουσίαζαν έντονα αρνητική εικόνα του Ισραήλ εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα, οι πολίτες εμπιστεύονται όλο και περισσότερο το ισραηλινό κράτος; Η απάντηση βρίσκεται σε συνδυασμό γεωπολιτικών και πολιτικών παραγόντων.

Γεωπολιτικά, η Ανατολική Μεσόγειος βιώνει ρευστότητα και αυξημένη απειλή από επιθετικές πολιτικές της Τουρκίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος προβάλλει ως ο μοναδικός σταθερός σύμμαχος του Ισραήλ στην περιοχή, προσφέροντας στρατηγικό βάθος στην ισραηλινή άμυνα.

Όπως επισημαίνει αρθρογράφος της εφημερίδας «Σημερινή», η συνεργασία Κύπρου–Ισραήλ δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά και αναγκαία διότι κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και οπλικά συστήματα αποτελούν πυλώνα ασφάλειας για ολόκληρη την περιοχή.

Σε αυτή τη λογική, το αυξημένο ενδιαφέρον της Λευκωσίας για ισραηλινή τεχνολογία και εξοπλισμούς γίνεται αντιληπτό ως επένδυση στην ίδια την ασφάλειά της.

 Αν και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει εγγυήτρια δύναμη βάσει των Συνθηκών του 1960, η εμπιστοσύνη των Κυπρίων πολιτών στο Λονδίνο, σύμφωνα τουλάχιστον με την πρόσφατη δημοσκόπηση, έχει περιοριστεί σε μόλις 1,5%.

Πράγματι, σε πρόσφατη συνάντηση του προέδρου Ν. Χριστοδουλίδη με τον πρωθυπουργό Μπ. Νετανιάχου συζητήθηκε η απόκτηση τριών νέων οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ για την αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος δήλωσε ότι η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος μέσω εξοπλισμών είναι «βασική μας προτεραιότητα». Αυτές οι ενέργειες ενισχύουν την αίσθηση ότι το Ισραήλ μπορεί να ανταποκριθεί αξιόπιστα στις αμυντικές ανάγκες της Κύπρου, ανεξάρτητα από το κλίμα στην Γάζα.

Αντίθετα, η πτώση της Ελλάδας είναι εξίσου αξιοσημείωτη και ανασταλτική για το παλιό δόγμα της ασφάλειας. Παλαιότερα, η Αθήνα θεωρείτο αδιαφιλονίκητος προστάτης των Ελληνοκυπρίων, αλλά η εμπιστοσύνη στο ρόλο αυτό έχει κατρακυλήσει από 45% σε 27%.

Οι αιτίες είναι σύνθετες: αφενός, τα τελευταία χρόνια, η ελληνική πολιτική δείχνει σημάδια εξομάλυνσης με την Τουρκία (π.χ. η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στις αρχές του 2026), κάτι που μπορεί να προκαλεί αμφιβολίες στην κυπριακή κοινή γνώμη για την ικανότητα της Ελλάδας να αμυνθεί σε ενδεχόμενη τουρκική επίθεση.

Παρά τη συχνή δημόσια στήριξη του προέδρου Εμμ. Μακρόν προς τη Μεγαλόνησο και την πρόσφατη υπογραφή διμερούς συμφωνίας, η κυπριακή εμπιστοσύνη προς τη Γαλλία μετριέται, δημοσκοπικά, σε μόλις 12%.

Οι Κύπριοι πλέον «δεν μπορούν να στηριχθούν πάνω» στα λόγια των Ελλήνων ηγετών – όχι επειδή σταμάτησε η αγάπη για την Ελλάδα, αλλά επειδή «δυσκολεύονται πολύ να την εμπιστευτούν σε αυτά που λέει». Με λίγα λόγια, η Ελλάδα «απέτυχε» -στο βαθμό που το εννοούν οι πολίτες- να εξαργυρώσει τη διαχρονική φιλία της σε πραγματικές εγγυήσεις ή έστω σε πειστική ρητορική απέναντι σε κοινές απειλές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επικοινωνιακές διαστάσεις του φαινομένου. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα, τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης στην Κύπρο κάλυπταν την κατάσταση με έντονα επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά, η εμπιστοσύνη στο Ισραήλ αυξήθηκε – ένα φαινόμενο που αποδεικνύει ότι ο δημόσιος διάλογος για την ασφάλεια της Κύπρου αποσυνδέθηκε από το συναίσθημα για τη Μέση Ανατολή. Τα δεδομένα αυτά συνηγορούν στην άποψη ότι παρακολουθούμε μια σταδιακή αλλαγή «στρατηγικής κουλτούρας» στον κυπριακό Ελληνισμό.

Ιστορικά, η Κύπρος προσέβλεπε σε σταθερούς εταίρους (Ελλάδα, Ε.Ε., ΗΠΑ για την ασφάλειά της -μία εικόνα που, πολλές φορές, αποδείχτηκε ψευδαίσθηση. Σήμερα, η νήσος συνειδητοποιεί περισσότερο ότι ζει σε ένα ταραγμένο περιβάλλον, όπου ο μοναδικός πραγματικός εγγυητής είναι η ίδια η ισχύς της. Η ρήση «η ψευδαίσθηση της σταθερότητας» περιγράφει το κλίμα ότι η Κύπρος έρχεται αντιμέτωπη με ένα καθεστώς υβριδικών απειλών και ακροτήτων (μεγάλων δυνάμεων και νεο-αναθεωρητών). Έτσι, οι πολίτες δείχνουν να εξετάζουν με άλλο πρίσμα τους παραδοσιακούς εταίρους

Η ανάδειξη Ισραήλ στην κορυφή αποτελεί -έστω και επικοινωνιακά- μήνυμα πως η παρούσα συγκυρία απαιτεί νέες συμμαχίες. Με βάση τα ευρήματα, υπάρχει πλέον μια ισχυρή πλειοψηφική προσδοκία πως η Κύπρος θα φροντίσει να ενισχύσει από μόνη της τα αμυντικά της ερείσματα. Είτε με το Ισραήλ είτε με τις ΗΠΑ και άλλους αντί να ποντάρει, αποκλειστικά, στους παλιούς «θεσμικούς προστάτες».