«Ναυμαχία» Γαλλίας-Γερμανίας για τα νέα υποβρύχια του ΠΝ
Του Δημήτρη Μανακανάτα
Το πρόγραμμα προμήθειας νέων υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, βρίσκεται σε φάση εντατικής αξιολόγησης και σχεδιασμού, αποτελώντας κεντρικό πυλώνα του 12ετούς εξοπλιστικού πλάνου ύψους € 25 δισεκατομμυρίων. Στόχος είναι η απόκτηση τεσσάρων νέων συμβατικών υποβρυχίων με σύστημα Αναερόβιας Πρόωσης (AIP) για τη διατήρηση της στρατηγικής υπεροχής στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το συνολικό πρόγραμμα για τα τέσσερα νέα υποβρύχια εκτιμάται από € 4 δις ως € 5,5 δις ευρώ και, φυσικά, το κόστος επηρεάζεται άμεσα από τη διαμόρφωση και τις υποδομές. Η διαδικασία έχει ήδη εξελιχθεί σε μια έντονη γαλλογερμανική «ναυμαχία», με τις δύο χώρες να καταθέτουν ισχυρές τεχνικές και οικονομικές προτάσεις. Παραλλήλως, υπάρχει κινητικότητα και από άλλες χώρες (όπως η Νότια Κορέα μέσω στρατηγικών συμμαχιών με ελληνικά ναυπηγεία) που επιδιώκουν να παρουσιάσουν εναλλακτικές επιλογές.

Η Γαλλία, με τη Naval Group, προτείνει το υποβρύχιο Blacksword Barracuda. Πρόκειται για μια συμβατική έκδοση, η οποία βασίζεται στη σχεδίαση των πυρηνοκίνητων υποβρυχίων κλάσης Suffren, προσφέροντας μεγάλες δυνατότητες μεταφοράς όπλων. Η Γερμανία, με την ThyssenKrupp Marine Systems, προσφέρει το Type 212CD (οι εξελιγμένες εκδόσεις του Type 214). Το πλεονέκτημά τους βασίζεται στην ήδη υπάρχουσα τεχνογνωσία και υποδομή του Πολεμικού Ναυτικού από τα υποβρύχια κλάσης «Παπανικολής» (Type 214).
Ωστόσο, η Ελλάδα έχει θέσει κάποια βασικά κριτήρια επιλογής, όπως η εγχώρια ναυπήγηση, τα στρατηγικά όπλα και η επιχειρησιακή αυτονομία. Συγκεκριμένα, απαράβατος όρος της Αθήνας είναι η εμπλοκή των ελληνικών ναυπηγείων (Σκαραμαγκάς ή Ελευσίνα) στη ναυπήγηση και τη μετέπειτα τεχνική υποστήριξη, ώστε να επιστραφούν πόροι στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Επίσης, απαιτούνται συστήματα AIP νέας γενιάς για εκτεταμένη παραμονή σε κατάδυση, χωρίς εντοπισμό, καθώς και η δυνατότητα προσβολής στόχων ξηράς με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.

Σημειώνεται, δε, ότι τρέχουν παραλλήλως και άλλα προγράμματα που αφορούν τον υποβρύχιο στόλο του Πολεμικού Ναυτικού. Το πρώτο αφορά τον εκσυγχρονισμό μέσης ζωής (MLU) των τεσσάρων υπαρχόντων υποβρυχίων κλάσης «Παπανικολής» στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Σε φάση ολοκληρώσεως βρίσκεται το ομώνυμο σκάφος της κλάσης, το S120 «Παπανικολής». Επίσης, ένα δεύτερο πρόγραμμα αφορά την προμήθεια αυτόνομων μη επανδρωμένων υποβρυχίων όπως το BlueWhale, για αποστολές συλλογής πληροφοριών και αναγνώρισης.

Αξίζει να τονισθεί ότι η επιλογή των νέων υποβρυχίων αποτελεί επιλογή αμυντικού δόγματος και βιομηχανικής στρατηγικής, καθώς το πρόγραμμα συνδέεται άμεσα με την αναγέννηση της εγχώριας ναυπηγικής. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, η κυβέρνηση έχει θέσει ως απαράβατο όρο τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την εγχώρια ναυπήγηση. Οι τελευταίες εξελίξεις δεικνύουν έντονη κινητικότητα και επενδύσεις και έχουν ως εξής:
Ναυπηγεία Σκαραμαγκά: υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας με τη Hyundai Heavy Industries για την εκτέλεση εξειδικευμένων έργων του Πολεμικού Ναυτικού. Υπενθυμίζεται ότι τα συγκεκριμένα ναυπηγεία, διαθέτουν την καταλυτική εμπειρία στον τομέα των υποβρυχίων, από το προηγούμενο πρόγραμμα των Type 214.
Ναυπηγεία Σαλαμίνας: η Naval Group η οποία κατασκευάζει τις φρεγάτες FDI (Belharra) έχει ξεκινήσει μεταφορά τεχνογνωσίας στα Ναυπηγεία Σαλαμίνας. Συγκεκριμένα, πρόσφατα τα ελληνικά ναυπηγεία παρέδωσαν με επιτυχία τμήματα (blocks) για τη γαλλική φρεγάτα Amiral Louzeau, αποδεικνύοντας ότι η εγχώρια βιομηχανία μπορεί να ανταπεξέλθει στα γαλλικά πρότυπα παραγωγής.
Ναυπηγεία Ελευσίνας (ONEX): υπεγράφη στρατηγική συμφωνία συνεργασίας με την νοτιοκορεατική Hanwha Ocean, με τη στήριξη των ΗΠΑ, για τη δημιουργία ενός σύγχρονου αμυντικού ναυπηγικού κόμβου. Η υποδομή θα περιλαμβάνει αυτοματοποιημένες γραμμές παραγωγής.
Η «φιλοσοφία» των δύο υποβρυχίων
Η σύγκριση μεταξύ του γαλλικού Blacksword Barracuda και του γερμανικού Type 212CD αναδεικνύει δύο διαφορετικές φιλοσοφίες σχεδίασης και επιχειρησιακής αξιοποίησης υποβρυχίων.
Το Blacksword Barracuda αποτελεί μια συμβατική έκδοση σχεδιασμένη με βάση την τεχνολογία των γαλλικών πυρηνοκίνητων υποβρυχίων, δίνοντας έμφαση στην μεγάλη αυτονομία, στην υψηλή μεταφορική ικανότητα οπλισμού και στις στρατηγικές αποστολές μεγάλης ακτίνας δράσης. Αντίθετα, το Type 212CD είναι ένα υποβρύχιο νέας γενιάς με εξελιγμένη σχεδίαση χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth), χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικό κύτος τύπου «diamond shape», το οποίο μειώνει σημαντικά το ακουστικό του ίχνος και το καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο στον εντοπισμό από εχθρικά σόναρ.

Ειδικότερα, το σκάφος διαθέτει ένα επαναστατικό, γωνιώδες σχήμα το οποίο δεν μειώνει απλώς τον θόρυβο ροής, αλλά εκτρέπει τις ηχητικές δέσμες των εχθρικών ενεργητικών σόναρ (active pings), καθιστώντας το «αόρατο» στα στενά και τις έντονες αντηχήσεις του Αιγαίου.
Οι διαφορές αυτές αντανακλώνται και στο κύριο επιχειρησιακό τους πεδίο. Το Blacksword Barracuda είναι περισσότερο προσανατολισμένο στις απαιτήσεις της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι μεγάλες αποστάσεις και η ανάγκη στρατηγικής προβολής ισχύος καθιστούν πολύτιμη την μεγάλη εμβέλεια και την αυξημένη αυτονομία του.
Αντίθετα, το Type 212CD έχει σχεδιαστεί, ώστε να επιχειρεί αποτελεσματικά σε περιορισμένα και σύνθετα θαλάσσια περιβάλλοντα, όπως το Αιγαίο, όπου τα ρηχά νερά, τα πολυάριθμα νησιά και τα στενά περάσματα ευνοούν ένα υποβρύχιο με κορυφαία απόκρυψη και εξαιρετικές δυνατότητες ανθυποβρυχιακού πολέμου. Επίσης είναι σημαντικά μεγαλύτερο σε διαστάσεις και εκτόπισμα από τα ελληνικά Type 214, προσφέροντας χώρο και εργονομία για προηγμένα συστήματα διαχείρισης μάχης και αισθητήρες.

Οπλοστάσιο και ικανότητες κρούσης
Η σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορά το οπλοστάσιο και τις δυνατότητες κρούσης. Η γαλλική πρόταση υιοθετεί μια φιλοσοφία στρατηγικής αποτροπής, καθώς μπορεί να εξοπλιστεί με τους πυραύλους cruise MdCN (Naval Cruise Missile), οι οποίοι παρέχουν δυνατότητα προσβολής στόχων ξηράς σε αποστάσεις που υπερβαίνουν τα 1.000 χιλιόμετρα με υψηλή ακρίβεια.
Η δυνατότητα αυτή προσδίδει στο υποβρύχιο ικανότητα Deep Strike, μετατρέποντάς το σε στρατηγικό μέσο προβολής ισχύος και ενισχύοντας σημαντικά την αποτρεπτική ισχύ της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, διαθέτει έξι τορπιλοσωλήνες και μπορεί να μεταφέρει έως και 30 βαρέα όπλα, όπως τορπίλες F21, αντιπλοϊκούς πυραύλους Exocet, νάρκες και μεγάλα μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα (UUVs), προσφέροντας ιδιαίτερα μεγάλο επιχειρησιακό φορτίο.

Από την άλλη πλευρά, το Type 212CD έχει σχεδιαστεί με βάση τη φιλοσοφία του Hunter-Killer, δηλαδή του εξειδικευμένου «κυνηγού» εχθρικών πλοίων και υποβρυχίων. Βασίζεται στις τορπίλες DM2A4 Seehecht, οι οποίες είναι ήδη γνωστές στο Πολεμικό Ναυτικό, διαθέτουν προηγμένη ακουστική καθοδήγηση και έχουν αποδεδειγμένη αξιοπιστία σε αποστολές υποβρυχιακού πολέμου. Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιεί πυραύλους NSM (Naval Strike Missile) για προσβολή πλοίων επιφανείας και παράκτιων στόχων, αν και το βεληνεκές τους είναι σαφώς μικρότερο από εκείνο των γαλλικών MdCN.
Το συνολικό φορτίο οπλισμού είναι μικρότερο σε σχέση με το Barracuda. Η σχεδίαση του υποβρυχίου έχει βελτιστοποιηθεί, ώστε να διατηρεί εξαιρετικά χαμηλή ακουστική υπογραφή ακόμη και κατά την μεταφορά του οπλισμού.
Όμως, για τα Type 212CD, εκτός από το NSM, βρίσκεται σε εξέλιξη και η ανάπτυξη του υπερηχητικού πυραύλου 3SM Tyrfing. Προορίζεται να αποτελέσει το κύριο όπλο κρούσης των Type 212CD από τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Και τα δύο συστήματα αναπτύσσονται με επικεφαλής τη νορβηγική εταιρεία Kongsberg Defence & Aerospace, σε συνεργασία με γερμανικές αμυντικές βιομηχανίες.
Ο NSM αποτελεί πύραυλο πέμπτης γενιάς, σχεδιασμένο κυρίως για την προσβολή πλοίων επιφανείας, ενώ διαθέτει και δυνατότητα προσβολής επίγειων στόχων (Land Attack). Για τη χρήση από υποβρύχια αναπτύσσεται η έκδοση NSM-SL (Submarine Launched), η οποία θα εκτοξεύεται μέσω των τυπικών τορπιλοσωλήνων διαμέτρου 533 χιλιοστών του Type 212CD, χωρίς να απαιτείται εγκατάσταση κάθετων εκτοξευτών (Vertical Launch System).

Μετά την εκτόξευση από τον τορπιλοσωλήνα, ο πύραυλος εξέρχεται από το νερό, ενεργοποιεί τον κινητήρα του και κατευθύνεται προς το στόχο, πετώντας σε εξαιρετικά χαμηλό ύψος (sea-skimming), γεγονός που δυσχεραίνει τον έγκαιρο εντοπισμό και την αναχαίτισή του. Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του NSM είναι η ιδιαίτερα χαμηλή παρατηρησιμότητά του. Ο σχεδιασμός της ατράκτου και η χρήση σύνθετων υλικών μειώνουν σημαντικά το ίχνος του στα εχθρικά ραντάρ, ενώ για την τελική καθοδήγηση χρησιμοποιείται παθητικός αισθητήρας υπερύθρων (Imaging Infrared – IIR).
Σε αντίθεση με τους πυραύλους που βασίζονται σε ενεργό ραντάρ, ο NSM δεν εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία κατά την τελική φάση της προσβολής, δυσκολεύοντας την έγκαιρη ανίχνευσή του από τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου του αντιπάλου και αυξάνοντας την πιθανότητα επιτυχούς πλήγματος.
Σε ότι αφορά τον νέο υπερηχητικό πύραυλο 3SM Tyrfing (Supersonic Strike Missile), αποτελεί κοινό πρόγραμμα της Kongsberg Defence & Aerospace, της Diehl Defence και της MBDA Deutschland. Ο Tyrfing προορίζεται να αποτελέσει το επόμενο βήμα στην εξέλιξη των πυραύλων κρούσης μεγάλης εμβέλειας, με εκτιμώμενη ταχύτητα μεταξύ Mach 2 και Mach 3 και επιχειρησιακή εμβέλεια που αναμένεται να κυμαίνεται από 800 έως 1.000 χιλιόμετρα.

Η ανάπτυξή του αποσκοπεί στην παροχή δυνατότητας ταχύτατης προσβολής στόχων υψηλής αξίας, μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο αντίδρασης της αντίπαλης αεράμυνας και ενισχύοντας την αποτρεπτική ισχύ των γερμανικών και νορβηγικών ναυτικών δυνάμεων. Εκτός από τους πυραύλους κρούσης, η οικογένεια των υποβρυχίων Type 212 διαθέτει και εξειδικευμένες δυνατότητες αυτοπροστασίας μέσω του συστήματος IDAS (Interactive Defence and Attack System).
Το γερμανικής σχεδίασης βλήμα εκτοξεύεται από τους τορπιλοσωλήνες σε διάταξη τεσσάρων βλημάτων ανά κάνιστρο (quad-pack) και έχει σχεδιαστεί, κυρίως, για την αντιμετώπιση ελικοπτέρων ανθυποβρυχιακού πολέμου (ASW), τα οποία αποτελούν μία από τις σημαντικότερες απειλές για τα υποβρύχια. Επιπλέον, το σύστημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μικρών σκαφών επιφανείας και παράκτιων στόχων, προσφέροντας στο υποβρύχιο δυνατότητες ενεργητικής αυτοάμυνας που σπανίζουν στην συγκεκριμένη κατηγορία οπλικών συστημάτων.
Συνολικά, το οπλοστάσιο του Type 212CD συνδυάζει προηγμένα αντιπλοϊκά και στρατηγικά όπλα με εξειδικευμένα συστήματα αυτοπροστασίας, δημιουργώντας μια ιδιαίτερα ευέλικτη πλατφόρμα. Ο συνδυασμός του NSM-SL, του μελλοντικού υπερηχητικού 3SM Tyrfing και του αμυντικού συστήματος IDAS προσδίδει στο υποβρύχιο σημαντικές δυνατότητες προσβολής πλοίων επιφανείας, επίγειων στόχων και αντιμετώπισης εναέριων απειλών, ενισχύοντας ουσιαστικά την επιχειρησιακή του αξία στο σύγχρονο ναυτικό περιβάλλον.

Τεχνολογίες χαμηλής παρατηρησιμότητας και πρόωσης
Όπως προαναφέρθηκε, το Type 212CD έχει σχεδιαστεί με βασική προτεραιότητα τη μέγιστη δυνατή απόκρυψη (stealth), ώστε να παραμένει εξαιρετικά δύσκολο στον εντοπισμό από τα σύγχρονα μέσα ανθυποβρυχιακού πολέμου. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, αξιοποιείται ένας συνδυασμός προηγμένων υλικών, καινοτόμων τεχνολογιών πρόωσης και εξελιγμένων λύσεων υδροδυναμικού σχεδιασμού που μειώνουν το ακουστικό, μαγνητικό και θερμικό ίχνος του υποβρυχίου.
Το κύτος του υποβρυχίου κατασκευάζεται από ειδικά κράματα μη μαγνητικού χάλυβα, τα οποία δεν προκαλούν σημαντική παραμόρφωση του γήινου μαγνητικού πεδίου. Ως αποτέλεσμα, το Type 212CD παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλή μαγνητική υπογραφή, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά τον εντοπισμό του από τους αισθητήρες μαγνητικών ανωμαλιών (Magnetic Anomaly Detectors – MAD) που φέρουν αεροσκάφη και ελικόπτερα ανθυποβρυχιακού πολέμου. Η συγκεκριμένη ιδιότητα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της οικογένειας Type 212, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη εναέρια επιτήρηση.
Καθοριστικό στοιχείο της χαμηλής ακουστικής υπογραφής αποτελεί, επίσης, το σύστημα πρόωσης Air-Independent Propulsion (AIP), το οποίο βασίζεται σε κυψέλες καυσίμου υδρογόνου (Hydrogen Fuel Cells). Σε αντίθεση με τους συμβατικούς κινητήρες, οι κυψέλες καυσίμου λειτουργούν χωρίς μηχανικά κινούμενα μέρη, παράγοντας ηλεκτρική ενέργεια σχεδόν αθόρυβα και εξαλείφοντας ουσιαστικά τον μηχανικό θόρυβο κατά την πλεύση σε κατάδυση. Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει στο υποβρύχιο να επιχειρεί επί μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να απαιτείται η χρήση αναπνευστήρα (snorkel), μειώνοντας σημαντικά την πιθανότητα εντοπισμού του.
Το Type 212CD ενσωματώνει επιπλέον προηγμένες μπαταρίες φωσφορικού σιδήρου-λιθίου (Lithium Iron Phosphate – LFP), οι οποίες διαθέτουν υψηλότερη ενεργειακή πυκνότητα, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και αυξημένο επίπεδο ασφάλειας σε σχέση με τις συμβατικές μπαταρίες μολύβδου-οξέος. Ο συνδυασμός των μπαταριών αυτών με το σύστημα AIP επιτρέπει στο υποβρύχιο να παραμένει σε πλήρη κατάδυση για χρονικό διάστημα που μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις εβδομάδες, χωρίς να απαιτείται ανάδυση ή χρήση του αναπνευστήρα για επαναφόρτιση των συσσωρευτών. Η δυνατότητα αυτή αυξάνει θεαματικά την επιχειρησιακή αυτονομία και την επιβιωσιμότητα του υποβρυχίου.
Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στη μείωση του υδροδυναμικού θορύβου. Η νέα σχεδίαση της πρύμνης με πηδάλια διάταξης X-plane προσφέρει καλύτερο έλεγχο του σκάφους, ιδιαίτερα σε περιορισμένα και ρηχά ύδατα, ενώ παράλληλα μειώνει τις αναταράξεις της ροής του νερού. Σε συνδυασμό με την βελτιστοποιημένη σχεδίαση της προπέλας, περιορίζεται σημαντικά το φαινόμενο της σπηλαίωσης (cavitation), το οποίο αποτελεί μία από τις κυριότερες πηγές ακουστικού θορύβου στα υποβρύχια κατά την ανάπτυξη υψηλών ταχυτήτων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει δοθεί στη διαχείριση του θερμικού ίχνους του υποβρυχίου. Η θερμότητα, η οποία παράγεται από τα ηλεκτρονικά συστήματα και τα συστήματα πρόωσης, συλλέγεται, ψύχεται και διαχέεται ομοιόμορφα στο θαλάσσιο περιβάλλον, αποφεύγοντας τη δημιουργία τοπικών θερμικών ανωμαλιών που θα μπορούσαν να εντοπιστούν από σύγχρονους αισθητήρες υπερύθρων ή άλλα μέσα θερμικής ανίχνευσης.
Συνολικά, το Type 212CD αποτελεί μία από τις πλέον προηγμένες συμβατικές υποβρύχιες πλατφόρμες στον τομέα της χαμηλής παρατηρησιμότητας. Ο συνδυασμός μη μαγνητικού κύτους, αθόρυβου συστήματος πρόωσης AIP, προηγμένων μπαταριών λιθίου, εξελιγμένης υδροδυναμικής σχεδίασης και αποτελεσματικής διαχείρισης του θερμικού ίχνους δημιουργεί ένα υποβρύχιο με εξαιρετικά περιορισμένη ακουστική, μαγνητική και θερμική υπογραφή, αυξάνοντας σημαντικά την επιβιωσιμότητα και την επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα στο σύγχρονο περιβάλλον ανθυποβρυχιακού πολέμου.

Από την άλλη πλευρά, η συμβατική έκδοση του γαλλικού υποβρυχίου Barracuda, το Blacksword Barracuda (ή Orka για την Ολλανδία), μπορεί να παραμένει σε κατάδυση για χρονικό διάστημα που κυμαίνεται από 10 έως 15 ημέρες, χωρίς την ανάγκη ανάδυσης ή χρήσης αναπνευστήρα (snorkel) για επαναφόρτιση των ενεργειακών του συστημάτων.
Η επίδοση αυτή επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της ενσωμάτωσης προηγμένων μπαταριών ιόντων λιθίου (Lithium-Ion), οι οποίες αντικαθιστούν ή συμπληρώνουν τα συστήματα Air-Independent Propulsion (AIP). Οι μπαταρίες αυτές παρέχουν υψηλή ενεργειακή πυκνότητα, επιτρέποντας στο υποβρύχιο να αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες υπό την επιφάνεια της θάλασσας για αρκετές ημέρες συνεχούς επιχειρησιακής δράσης, χωρίς την ανάγκη άμεσης επαναφόρτισης.
Η μέγιστη επιχειρησιακή του εμβέλεια αγγίζει περίπου τα 15.000 ναυτικά μίλια, επιτρέποντας του να δρα σε εκτεταμένα θαλάσσια θέατρα επιχειρήσεων χωρίς συχνή ανάγκη ανεφοδιασμού. Όσον αφορά τις επιδόσεις πλεύσης, το υποβρύχιο μπορεί να αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα της τάξης των 20 κόμβων σε κατάδυση, αξιοποιώντας την υψηλή ισχύ που παρέχουν οι μπαταρίες λιθίου σε συνδυασμό με το βελτιστοποιημένο υδροδυναμικό του σχεδιασμό.
Το Κόστος Κύκλου Ζωής
Κατά την αξιολόγηση ενός νέου υποβρυχίου, το αρχικό κόστος προμήθειας αποτελεί μόνον ένα μέρος της συνολικής επένδυσης. Διεθνώς, εκτιμάται ότι το κόστος αγοράς αντιπροσωπεύει περίπου το 30% έως 40% του συνολικού κόστους κύκλου ζωής ενός υποβρυχίου, ενώ το υπόλοιπο 60% έως 70% αφορά τη συντήρηση, την τεχνική υποστήριξη, τις αναβαθμίσεις, την εκπαίδευση του προσωπικού και τις απαιτούμενες υποδομές για μια επιχειρησιακή διάρκεια που μπορεί να ξεπεράσει τα 30 έτη.
Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση μιας πρότασης δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην τιμή αγοράς, αλλά στο συνολικό κόστος ιδιοκτησίας (Total Ownership Cost) καθόλη τη διάρκεια της επιχειρησιακής ζωής του συστήματος.
Στην περίπτωση του γερμανικού Type 212CD, το συνολικό κόστος κύκλου ζωής εμφανίζεται χαμηλότερο και συνοδεύεται από μικρότερο τεχνικό και οικονομικό ρίσκο, κυρίως, λόγω της υφιστάμενης εμπειρίας του Πολεμικού Ναυτικού με τα υποβρύχια Type 214. Οι ελληνικοί Ναύσταθμοι διαθέτουν ήδη σημαντικές υποδομές, εξειδικευμένα εργαλεία, προσομοιωτές εκπαίδευσης και τεχνικό προσωπικό με πολυετή εμπειρία στη συντήρηση της συγκεκριμένης οικογένειας υποβρυχίων.
Η υφιστάμενη τεχνογνωσία μειώνει σημαντικά τις απαιτούμενες επενδύσεις σε νέες εγκαταστάσεις και περιορίζει το κόστος της εφοδιαστικής υποστήριξης (logistics).
Παράλληλα, η κοινή ανάπτυξη και παραγωγή του Type 212CD από τη Γερμανία και τη Νορβηγία δημιουργεί οικονομίες κλίμακας όσον αφορά την παραγωγή ανταλλακτικών, τη διαθεσιμότητα εξαρτημάτων και τη μακροχρόνια τεχνική υποστήριξη.
Η ύπαρξη περισσότερων χρηστών της ίδιας πλατφόρμας συμβάλλει στη μείωση του κόστους προμήθειας ανταλλακτικών και αυξάνει τη βιωσιμότητα του προγράμματος σε βάθος δεκαετιών. Επιπλέον, οι διαδικασίες γενικής συντήρησης και εργοστασιακής επισκευής (Overhaul) είναι ήδη γνωστές στα ελληνικά ναυπηγεία, γεγονός που μειώνει τόσο τον χρόνο όσο και το κόστος των προγραμματισμένων εργασιών υποστήριξης.

Αντίθετα, η γαλλική πρόταση του Blacksword Barracuda συνεπάγεται υψηλότερο αρχικό και μακροπρόθεσμο επενδυτικό κόστος. Η ένταξη ενός νέου τύπου υποβρυχίου διαφορετικής φιλοσοφίας απαιτεί τη δημιουργία νέων αλυσίδων εφοδιαστικής υποστήριξης, την ανάπτυξη εξειδικευμένων εγκαταστάσεων συντήρησης, νέων αποθηκών για τα όπλα και τα ανταλλακτικά, καθώς και την πλήρη επανεκπαίδευση του τεχνικού και επιχειρησιακού προσωπικού. Οι επενδύσεις αυτές αυξάνουν αισθητά το συνολικό κόστος εισαγωγής της νέας πλατφόρμας σε υπηρεσία.
Επιπλέον, το Blacksword Barracuda αξιοποιεί προηγμένη τεχνολογία μπαταριών λιθίου, η οποία προσφέρει επιχειρησιακά πλεονεκτήματα, όπως μεγαλύτερη ενεργειακή πυκνότητα και υψηλότερες επιδόσεις σε κατάδυση. Ωστόσο, η συγκεκριμένη τεχνολογία συνεπάγεται υψηλότερο κόστος προμήθειας, αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας και μεγαλύτερο κόστος αντικατάστασης κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του υποβρυχίου, επηρεάζοντας το συνολικό κόστος υποστήριξης της πλατφόρμας.
Συνεπώς, από καθαρά οικονομική και τεχνικοϋποστηρικτική σκοπιά, το Type 212CD παρουσιάζει σημαντικό πλεονέκτημα ως προς το κόστος κύκλου ζωής, αξιοποιώντας τις ήδη υπάρχουσες υποδομές και την εμπειρία του Πολεμικού Ναυτικού. Αντίθετα, το Blacksword Barracuda απαιτεί μεγαλύτερη αρχική επένδυση και υψηλότερο κόστος υποστήριξης.

Χρονοδιάγραμμα παραδόσεων και παράμετροι επιχειρησιακού ρίσκου
Το χρονοδιάγραμμα παράδοσης των νέων υποβρυχίων επηρεάζεται καθοριστικά από την κατάσταση των υφιστάμενων γραμμών παραγωγής, το επίπεδο τεχνολογικής ωριμότητας κάθε σχεδίου και την απαίτηση για πιθανή συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων στην κατασκευή.
Οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ της γερμανικής και της γαλλικής πρότασης, τόσο ως προς τον χρόνο παράδοσης όσο και ως προς το επιχειρησιακό ρίσκο.
Στην περίπτωση του γερμανικού Type 212CD, το πρόγραμμα βρίσκεται ήδη σε ενεργή φάση παραγωγής για τα Ναυτικά της Γερμανίας και της Νορβηγίας, γεγονός που μειώνει σημαντικά το τεχνολογικό και βιομηχανικό ρίσκο. Η ύπαρξη ώριμης γραμμής παραγωγής (hot production line) επιτρέπει ταχύτερη κλιμάκωση της κατασκευής και περιορίζει τις καθυστερήσεις που, συνήθως, συνοδεύουν την ανάπτυξη νέων ναυτικών πλατφορμών. Ως αποτέλεσμα, η πρώτη παράδοση προς έναν νέο χρήστη εκτιμάται ότι θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε χρονικό ορίζοντα περίπου 7 έως 8 ετών, από την υπογραφή της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ομαλής ένταξης στην υπάρχουσα παραγωγική διαδικασία.
Αντίθετα, η γαλλική πρόταση του Blacksword Barracuda βασίζεται στην προσαρμογή ενός αρχικού σχεδίου που είχε αναπτυχθεί ως πυρηνοκίνητη πλατφόρμα και έχει μετατραπεί σε συμβατική έκδοση με χρήση μπαταριών λιθίου και συστημάτων AIP. Παρότι η Naval Group διαθέτει ισχυρή τεχνογνωσία και προσφέρει πλήρη μεταφορά σχεδίασης, η προσαρμογή του σχεδίου στις απαιτήσεις συμβατικής πρόωσης, σε συνδυασμό με την πιθανή ταυτόχρονη ανάπτυξη νέων υποδομών σε ελληνικό ναυπηγείο, ενδέχεται να επιμηκύνει το χρονοδιάγραμμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η παράδοση του πρώτου υποβρυχίου εκτιμάται ότι μπορεί να τοποθετηθεί σε ορίζοντα 8 έως 10 ετών από την υπογραφή της σύμβασης, με αυξημένο βαθμό προσαρμοστικού ρίσκου.
Ιδιαίτερη παράμετρο αποτελεί η ανάγκη για μια ενδιάμεση λύση, καθώς τα τέσσερα παλαιότερα ελληνικά υποβρύχια Type 209 πλησιάζουν το στάδιο απόσυρσης. Το Πολεμικό Ναυτικό επιδιώκει, συνεπώς, την κάλυψη του επιχειρησιακού κενού που θα προκύψει ως την είσοδο των νέων μονάδων σε υπηρεσία. Η γερμανική πλευρά διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία σε αυτόν τον τομέα, καθώς μπορεί να προσφέρει ταχύτερες αναβαθμίσεις ή ακόμη και μεταχειρισμένα συστήματα, αξιοποιώντας τη μεγαλύτερη ποικιλία συμβατικών υποβρυχίων στον στόλο της και μεταξύ των συνεργαζόμενων ναυτικών.
Αντιθέτως, η γαλλική πλευρά δεν διαθέτει αντίστοιχη δυνατότητα παροχής μεταχειρισμένων συμβατικών υποβρυχίων, καθώς ο στόλος της αποτελείται αποκλειστικά από πυρηνοκίνητες πλατφόρμες. Ως εκ τούτου, η ενδιάμεση λύση θα πρέπει να βασιστεί κυρίως σε νέες κατασκευές ή σε εναλλακτικές επιχειρησιακές και πολιτικές διευθετήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η Γαλλία ποντάρει περισσότερο στην ισχυρή πολιτική και αμυντική συνεργασία με την Ελλάδα, η οποία έχει θεσμοθετηθεί μέσω διμερών συμφωνιών στρατηγικής εταιρικής σχέσης, προκειμένου να ενισχύσει τη συνολική ελκυστικότητα της πρότασής της παρά το αυξημένο χρονικό ρίσκο.
Στον οικονομικό τομέα, το Blacksword Barracuda εκτιμάται ότι παρουσιάζει αυξημένο κόστος, περίπου € 150 ως € 200 εκατομμύρια περισσότερο ανά μονάδα σε σύγκριση με το Type 212CD, γεγονός που οδηγεί σε συνολική διαφορά της τάξης των περίπου € 800 εκατομμυρίων για ένα πρόγραμμα πολλαπλών υποβρυχίων. Επιπλέον, η εισαγωγή του θα απαιτούσε νέες υποδομές υποστήριξης, διαφορετική εφοδιαστική αλυσίδα και εκπαίδευση προσωπικού από μηδενική βάση.
Αντίθετα, το Type 212CD προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα ως προς την ομοιοτυπία, καθώς το Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει ήδη μεγάλη εμπειρία από τη λειτουργία των υποβρυχίων Type 214. Η κοινή τεχνολογική βάση επιτρέπει ταχύτερη επιχειρησιακή ενσωμάτωση, μικρότερο κόστος υποστήριξης και ευκολότερη εκπαίδευση των πληρωμάτων και του τεχνικού προσωπικού.

Συνολικά, το Blacksword Barracuda αποτελεί μια επιλογή που δίνει έμφαση στη στρατηγική αποτροπή, στις επιχειρήσεις μεγάλης ακτίνας δράσης και στην προβολή ισχύος μέσω δυνατοτήτων πλήγματος Deep Strike, ενώ το Type 212CD εστιάζει στην απόλυτη απόκρυψη, στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο και στην κυριαρχία σε περιορισμένα θαλάσσια περιβάλλοντα, όπως το Αιγαίο. Η τελική επιλογή εξαρτάται, επομένως, από το εάν το Πολεμικό Ναυτικό επιδιώκει να ενισχύσει κυρίως τις στρατηγικές δυνατότητες κρούσης στην Ανατολική Μεσόγειο ή να διατηρήσει την υπεροχή του στον υποβρύχιο πόλεμο και την άμυνα του Αιγαίου.
Ο τουρκικός παράγοντας
Προφανώς, και η εξέλιξη του τουρκικού υποβρύχιου στόλου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη μελλοντική ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η σταδιακή ένταξη των νέων τουρκικών υποβρυχίων Reis-class (Type 214TN) μεταβάλλει ουσιαστικά το επιχειρησιακό περιβάλλον, περιορίζοντας το τεχνολογικό πλεονέκτημα που διατηρούσε μέχρι σήμερα το Πολεμικό Ναυτικό στον τομέα των συμβατικών υποβρυχίων.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, η Ελλάδα διέθετε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα χάρη στα τέσσερα υποβρύχια Type 214 τα οποία συγκαταλέγονταν μεταξύ των πλέον προηγμένων συμβατικών υποβρυχίων στην περιοχή. Ωστόσο, η Τουρκία προχωρά πλέον στην απόκτηση έξι υποβρυχίων κλάσης Reis, τα οποία βασίζονται επίσης στη σχεδίαση Type 214 και ενσωματώνουν σύστημα πρόωσης ανεξάρτητης από τον αέρα (Air-Independent Propulsion – AIP). Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, το μέχρι πρότινος ελληνικό τεχνολογικό πλεονέκτημα αναμένεται να περιοριστεί σημαντικά, καθώς και οι δύο χώρες θα διαθέτουν υποβρύχιες πλατφόρμες παρόμοιας γενιάς.
Παράλληλα, τα τουρκικά υποβρύχια θα εξοπλιστούν με εγχώρια αναπτυγμένα οπλικά συστήματα, όπως η βαρέως τύπου τορπίλη AKYA και ο αντιπλοϊκός πύραυλος ATMACA, ο οποίος εξελίσσεται και σε έκδοση εκτόξευσης από υποβρύχια.
Ο συνδυασμός αυτών των όπλων ενισχύει σημαντικά τις δυνατότητες των υποβρυχίων κλάσης Reis, παρέχοντας ικανότητα προσβολής τόσο ναυτικών μονάδων επιφανείας, όσο και επίγειων στόχων σε μεγάλες αποστάσεις, διευρύνοντας έτσι το επιχειρησιακό τους αποτύπωμα. Το ερώτημα λοιπόν, που καλείται να απαντήσει το Πολεμικό Ναυτικό, είναι πιο από τα προαναφερθέντα συστήματα, το Type 212CD ή το Blacksword Barracuda θα μπορούσε να προσφέρει στο Πολεμικό Ναυτικό ένα νέο ποιοτικό πλεονέκτημα.
Διότι η διατήρηση της ποιοτικής υπεροχής δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τον αριθμό των διαθέσιμων μονάδων, αλλά κυρίως από την απόκτηση τεχνολογιών επόμενης γενιάς που θα εξασφαλίσουν χαμηλότερη παρατηρησιμότητα, ανώτερη επίγνωση τακτικής κατάστασης και μεγαλύτερη επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα στο ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.


