Ο Ντόναλντ Τραμπ μάς έχει ήδη «πει», σε γενικές γραμμές, όσα ο ίδιος θα ήθελε το επόμενο διάστημα να γίνουν πράξη στη «νέα» Μέση Ανατολή. 

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν το έχει κρύψει ότι θα ήθελε να δει: τη γεωγραφική επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ μέσα από την ένταξη νέων χωρών, την πλήρη αθώωση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου (σε βάρος του οποίου υπενθυμίζεται ότι εκκρεμούν υποθέσεις διαφθοράς), τον εξοβελισμό του Παλαιστινιακού από την ατζέντα όσων καθορίζουν τις μεσανατολικές εξελίξεις, την «αποπυρηνικοποίηση» του Ιράν και τη μετατροπή της «μετά-παλαιστινιακής» Γάζας σε «ριβιέρα». 

Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει βέβαια να εννοηθεί ότι θα ήθελε να του απονείμουν κι ένα βραβείο, όπως το Νόμπελ Ειρήνης, εκφράζοντας έτσι μια επιθυμία η οποία όμως επηρεάζει τις προθέσεις του.     

Το σχέδιο που είχε παρουσιάσει ο Τραμπ έχοντας στο πλευρό του τον Μπενιαμίν Νετανιάχου κατά την πρώτη προεδρική θητεία του, τον Ιανουάριο του 2020, για την «ειρήνη» και την «ευημερία» Ισραηλινών και Παλαιστινίων, προφανώς δεν αποτελεί πια σημείο αναφοράς καθώς τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραστικά επί του πεδίου. 

Είκοσι μήνες έπειτα από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου του 2023, οι ισορροπίες ισχύος στην περιοχή της Μέσης Ανατολής έχουν πια θεμελιωδώς αναδιαμορφωθεί: 

Ο υποστηριζόμενος από το Ιράν «άξονας της αντίστασης» δεν υπάρχει πια. Εάν εξαιρέσει κανείς τους Υεμενίτες Χούθι, όλες οι άλλες -άλλοτε υπολογίσιμες- δυνάμεις (της Χεζμπολάχ, της Χαμάς, του Άσαντ) που υποστηρίζονταν από την Τεχεράνη, έχουν πια υποστεί συντριπτικά πλήγματα.

Το καθεστώς του αλαουίτη Μπασάρ αλ Άσαντ δεν υπάρχει πια στη Συρία, καθώς ανετράπη τον Δεκέμβριο του 2024, δίνοντας τη θέση του σε ένα τζιχαντιστικών καταβολών (βλ. HTS) νέο σουνιτικό καθεστώς υπό τον μεταβατικό πρόεδρο Άχμεντ αλ Σάρα.  

Οι δυτικές κυρώσεις που είχαν επιβληθεί επί Άσαντ στη Συρία επίσης δεν υπάρχουν πια, αφού οι Δυτικοί σπεύδουν τώρα, ο ένας μετά τον άλλον, να τις άρουν επιτρέποντας έτσι στον Άχμεντ αλ Σάρα και τους συν αυτώ να δοκιμάσουν την τύχη τους σε ένα ιδιότυπο συριακό «nation building» το οποίο φαίνεται προς το παρόν να έχει τις «ευλογίες» της Δύσης.  

Το ίδιο το Ιράν έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, πρακτικά αλλά και επικοινωνιακά, αφού τα διαδοχικά πλήγματα που δέχθηκε στην έδρα του το περασμένο διάστημα αφενός έφεραν στο φως τρωτότητες (την αδυναμία προάσπισης του ιρανικού εναέριου χώρου έναντι εχθρικών δυνάμεων) και αφετέρου επέφεραν πισωγυρίσματα (ειδικά στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα το οποίο, όπως εκτιμάται, πήγε χρόνια πίσω).

Υπενθυμίζεται ότι το Ιράν επλήγη εντός των συνόρων του: τον Απρίλιο του 2024, τον Οκτώβριο του 2024, με τη δολοφονία του Ισμαήλ Χανίγια στην Τεχεράνη (τον Ιούλιο του 2024) και κατά τον πόλεμο των 12 ημερών (με τις επιχειρήσεις «Rising Lion» των Ισραηλινών και «Midnight Hammer» των Αμερικανών) τον Ιούνιο του 2025. 

Αλλά και το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) δεν υπάρχει πια, τουλάχιστον όχι με την μέχρι πρότινος μορφή του, καθώς ανακοίνωσε τον αφοπλισμό και την αυτοδιάλυσή του, ανταποκρινόμενο στο σχετικό κάλεσμα του Αμπντουλάχ Οτζαλάν· έναν αφοπλισμό και μια αυτοδιάλυση που μένει όμως να φανεί εάν και πότε θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν. 

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο από νέα δεδομένα ωστόσο, με το Ιράν αποδυναμωμένο από τη μία πλευρά, το Ισραήλ γεωπολιτικά ενισχυμένο από την άλλη και τον Τραμπ να χαράσσει μια δική του -σε μεγάλο βαθμό αυτοαναφορική, φιλοϊσραηλινή αλλά και απρόβλεπτη συνάμα- πορεία, το κέντρο βάρους των μεσανατολικών εξελίξεων μετατοπίζεται. 

Η στάση της Σαουδικής Αραβίας από τη μία πλευρά, ειδικά απέναντι στο Ισραήλ, και οι σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ από την άλλη, έρχονται πια να αποτελέσουν τους δύο βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους πρόκειται να «κυλήσουν» οι από εδώ και πέρα εξελίξεις. 

Ο Ντόναλντ Τραμπ θα ήθελε να δει το σουνιτικό βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας να προσχωρεί -κι εκείνο- στις Συμφωνίες του Αβραάμ: σε μια διαδικασία δηλαδή επισημοποιημένης και θεσμικής εξομάλυνσης των σχέσεων του με το Ισραήλ.

Πολλοί προχωρούν ακόμη παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι σε αυτές τις Συμφωνίες θα μπορούσαν να ενταχθούν κι άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα ο μετά-Χεζμπολάχ Λίβανος ή ακόμη και η μετά-Άσαντ Συρία.

Ο ίδιος ο Ισραηλινός ΥΠΕΞ Γκίντεον Σάαρ δήλωσε, προ ημερών, ότι η χώρα του «ενδιαφέρεται να επεκτείνει τον κύκλο» των εν λόγω Συμφωνιών «προσθέτοντας χώρες όπως τη Συρία και τον Λίβανο». Υπενθυμίζεται ότι Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, Μαρόκο και Σουδάν έγιναν μέρος των Συμφωνιών του Αβραάμ το 2020, σε μια περίοδο όμως κατά την οποία το Παλαιστινιακό δεν ήταν τόσο ψηλά στη διεθνή ατζέντα.

Πλέον, με την πληγή της Γάζας νωπή, τις παλαιές εκκρεμότητες ανοιχτές (αναφορικά με το καθεστώς των Υψιπέδων του Γκολάν επί παραδείγματι) και τον Νετανιάχου να παραμένει στην εξουσία, το ενδεχόμενο να αγκαλιάσουν διπλωματικά το Ισραήλ περισσότεροι από τους γείτονές του φαντάζει από δύσκολο έως απίθανο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. 

Αντιθέτως, με φόντο τη Γάζα και εφαλτήριο τη Συρία, χώρες όπως η νατοϊκή Τουρκία του ισλαμιστή Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρούν τώρα να διεκδικήσουν πόντους περιφερειακής επιρροής και ισχύος, παρουσιάζοντας ως δυνατό τους χαρτί ακριβώς αυτήν την εντεινόμενη κόντρα τους με το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου. 

Τούρκοι και Ισραηλινοί «συγκρούστηκαν» στη Συρία τους περασμένους μήνες, όχι μόνον φραστικά (όταν ο Ισραηλινός ΥΠΕΞ κατηγόρησε την Άγκυρα ότι έχει βαλθεί να μετατρέψει τη Συρία σε «τουρκικό προτεκτοράτο» ή όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν το Ισραήλ με την κατηγορία ότι επιχειρεί να «περικυκλώσει την Ανατολία») αλλά και πρακτικά, όταν για παράδειγμα οι δυνάμεις του Ισραήλ έπληξαν την περασμένη άνοιξη θέσεις «τουρκικού ενδιαφέροντος» κοντά σε Χομς, Χάμα και Δαμασκό.

Στην πορεία, προκειμένου να αποφύγουν ανεπιθύμητα ατυχήματα, Τουρκία και Ισραήλ λάνσαραν μια γραμμή άμεσης μεταξύ τους επικοινωνίας που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης την ώρα της μεγάλης κρίσης εάν και όποτε αυτή έρθει.

Ο όποιος μηχανισμός αποφυγής συγκρούσεων δεν αναιρεί, ωστόσο, τις αιτίες αυτών των συγκρούσεων, ειδικά όταν εκείνες απορρέουν από αντικρουόμενους επεκτατισμούς ή όταν έχουν ως οδηγό προσεγγίσεις τύπου «η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα».

Η πλευρά του αναθεωρητή Ερντογάν επιμένει, πάντως, το τελευταίο διάστημα να υπερτονίζει όταν απευθύνεται στο εσωτερικό ακροατήριο τον κίνδυνο μιας νέας «Συμφωνίας Σάικς–Πικό» (αλλαγής συνόρων και χάραξης νέων σφαιρών επιρροής) που υποτίθεται ότι «μαγειρεύεται» στην πλάτη της Τουρκίας…