«Εχουμε τους καλύτερους πυραύλους στον κόσμο, τα καλύτερα υποβρύχια, τα καλύτερα άρματα μάχης και τα καλύτερα όπλα», δήλωνε, με αυτοαναφορικά πανηγυρική διάθεση τον Μάιο του 2025, λίγο πριν από την -πρώτη έπειτα από σχεδόν 35 χρόνια- στρατιωτική παρέλαση που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας στην εκπομπή Meet the Press του δικτύου NBC News.

«Οι μέρες που ο στρατός μας έστελνε στις Ηνωμένες Πολιτείες 70 σεντς από κάθε δολάριο που ξοδεύει σε αμυντικά συστήματα έχουν πια τελειώσει», διακήρυξε πιο πρόσφατα ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, απευθυνόμενος στο κομματικό του ακροατήριο.

«Κάθε όπλο που αγοράζουμε ως Ευρωπαίοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί μειονέκτημα καθώς ενισχύει την τεχνολογική εξάρτησή μας από τις ΗΠΑ και αποθαρρύνει την περαιτέρω ανάπτυξη του δικού μας εγχώριου οικοσυστήματος», σχολιάζει ο ακαδημαϊκός/οικονομολόγος Γκούντραμ Βολφ (Université Libre de Bruxelles, Bruegel, Kiel Institute) μιλώντας στο δίκτυο France24.

«Εάν (σ.σ. συνεχίσουμε να) αγοράζουμε περισσότερα αμερικανικά προϊόντα, δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τη δική μας βιομηχανία να λειτουργήσει, ούτε να αυξήσουμε την παραγωγική μας ικανότητα», σημειώνει Ευρωπαίος διπλωμάτης, μιλώντας στο δίκτυο Euractiv. «Οι ΗΠΑ δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστες και η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία κερδίζει έδαφος», δηλώνει έτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico.

Τι γίνεται; Εάν οι Αμερικανοί έχουν όντως τα «καλύτερα» όπλα, όπως υποστηρίζει ο Τραμπ, σε μια περίοδο γιγάντωσης των αμυντικών προϋπολογισμών και διεθνούς επανεξοπλισμού όπως είναι η τρέχουσα, τότε γιατί πολλοί Ευρωπαίοι και Καναδοί λένε ότι δεν τα θέλουν.

Οταν μια χώρα αγοράζει οπλικά συστήματα, τείνει να λαμβάνει υπόψη, πέρα από τα χαρακτηριστικά των εν λόγω συστημάτων και τις ανάγκες που αυτά θα κληθούν να καλύψουν, παράγοντες όπως το κόστος αγοράς και συντήρησης, τους χρόνους παράδοσης, τις διεθνείς συμμαχίες (υπάρχουσες ή υπό διαμόρφωση), τις αμυντικές αγορές των «εχθρών» της, την προβλεψιμότητα/αξιοπιστία των προμηθευτών της και το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Οι ΗΠΑ ξεχωρίζουν ως η χώρα με τη μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία στον κόσμο. Ενδεικτικά, οι 48 από τις συνολικά 100 κορυφαίες διεθνώς αμυντικές βιομηχανίες στη λίστα «Top 100» του αμερικανικού DefenseNews για το 2025 είναι αμερικανικές. Παράλληλα ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο η διοίκηση Τραμπ επανατοποθετείται πια έναντι των Ευρωπαίων κρύβει στον πυρήνα του μια αντίφαση.

Η αμερικανική ηγεσία καλεί (ή μάλλον απαιτεί πια από) τους Ευρωπαίους να σταθούν αμυντικά στα δικά τους πόδια και να πάρουν οι ίδιοι πάνω τους περισσότερα αμυντικά βάρη, τόσο στο μέτωπο της στήριξης της Ουκρανίας όσο και στο νατοϊκό μέτωπο της συνολικής αμυντικής θωράκισης της Γηραιάς Ηπείρου.

Την ίδια ώρα ωστόσο, η Ουάσιγκτον απαιτεί παράλληλα από τους Ευρωπαίους να συνεχίσουν να ξοδεύουν πολύ μεγάλο (εάν όχι το μεγαλύτερο) μέρος των αμυντικών τους δαπανών σε αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων, όχι μόνο για την στήριξη της Ουκρανίας (PURL), αλλά και σε εθνικό επίπεδο.

Από τη μία πλευρά λοιπόν, οι Αμερικανοί καλούν την Ευρώπη να απεξαρτηθεί στρατιωτικά από τις ΗΠΑ (χιλιάδες στρατιώτες των οποίων αποχωρούν από τη Γηραιά Ηπειρο) και από την άλλη να συνεχίσει να εξαρτάται από τις αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κρίστοφερ Λαντάου, φέρεται να έχει μεταφέρει το μήνυμα ότι η ευρωπαϊκή αγορά άμυνας θα πρέπει να συνεχίσει να είναι ανοιχτή στους Αμερικανούς κατασκευαστές, ενάντια στις όποιες «buy European» πρωτοβουλίες όπως αυτές εκδηλώνονται στο πλαίσιο των νέων μηχανισμών επανεξοπλισμού (SAFE).

«Στην Ευρώπη, η αμερικανική κυβέρνηση ακολουθεί μια αντιφατική πολιτική: Απαιτεί από τα ευρωπαϊκά κράτη να δαπανούν μεγαλύτερα ποσά (σ.σ. το 5% του ΑΕΠ ετησίως στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ) και να κάνουν περισσότερα για την άμυνά τους – ενώ όμως ταυτόχρονα επιμένει ότι αυτά τα κεφάλαια πρέπει να δαπανώνται σε αμερικανικούς εξοπλισμούς», σημειώνει σε ανάλυσή της στον ιστοχώρο DefenseOne η Εμα Ασφορντ (Stimson Center, Georgetown University).

Αυτές οι αντιφάσεις, ωστόσο, προκαλούν σύγχυση και η σύγχυση ενίοτε ανεβάζει το κόστος. «Σε ολόκληρη την Ευρώπη, βλέπουμε πια αυξανόμενη απροθυμία απέναντι στις αγορές αμερικανικών προϊόντων», γράφει ο Μπιλ Σουίτμαν στον ιστοχώρο the Strategist του Australian Strategic Policy Institute-ASPI.

«Από τα Gripen έως τα GlobalEye και τα πολωνικά drones, οι ευρωπαϊκές εταιρείες διαφοροποιούν τη ζήτηση», σημειώνει ο ιστοχώρος BreakingDefense. Για του λόγου το αληθές, παραθέτει ως αποδεικτικά στοιχεία μια σειρά από ειδησάρια για: την απόφαση της Ουκρανίας να αγοράσει έως και 20 μαχητικά αεροσκάφη Gripen E/F από τη Σουηδία (Saab), το ενδιαφέρον που έχει εκδηλώσει ο Καναδάς για την αγορά μη επανδρωμένων αεροσκαφών (Warmate, FlyeEye, Gladius) από την Πολωνία (WB Group) και αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου (GlobalEye) από τη Σουηδία (Saab) καθώς και τις κινήσεις επέκτασης που κάνει στην Ευρώπη η κοινοπραξία EuroTrophy (Rafael Advanced Defense Systems, KNDS, General Dynamics European Land Systems), κατασκευάστρια του συστήματος προστασίας Trophy Active Protection System-APS που φέρουν ως «ασπίδα» τα άρματα μάχης Leopard 2A8 που παραδόθηκαν πρόσφατα στη Νορβηγία. «Το μέλλον του Trophy επεκτείνεται στην Ευρώπη», δηλώνει χαρακτηριστικά στο BreakingDefense διευθυντικό στέλεχος της EuroTrophy, στρέφοντας το βλέμμα σε Γερμανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Τσεχία, Λιθουανία, Κροατία, Σλοβακία, Φινλανδία και Πολωνία.

Ειδικά η Πολωνία παρουσιάζει πια ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς ξεχωρίζει ως η χώρα με τις μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στις τάξεις του ΝΑΤΟ.

Η κύρια πηγή οπλικών συστημάτων για την Πολωνία την περίοδο 2021-2025 ήταν η Νότια Κορέα, από την οποία προήλθε το 47% των πολωνικών αμυντικών εισαγωγών. Συγκριτικά, οι ΗΠΑ ακολούθησαν στη δεύτερη θέση με ποσοστό 44%. Οι Πολωνοί συνεχίζουν, βέβαια, να αγοράζουν αμυντικά συστήματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες (Javelin, GBU-39/B, AIM-120D, Abrams κ.ά.), ενώ μόλις τον περασμένο Μάιο παρέλαβαν τα πρώτα τρία από τα συνολικά 32 F-35 που είχαν παραγγείλει το 2020. Παράλληλα ωστόσο, τα τελευταία χρόνια διαφοροποίησαν σημαντικά τις πηγές προέλευσης των προμηθειών τους. Μάλιστα, ενώ περίμεναν (έξι χρόνια) να παραλάβανουν τα πρώτα F-35, προχώρησαν σε αγορές νοτιοκορεατικών μαχητικών FA-50GF.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Πολωνοί (PGZ) το τελευταίο διάστημα υπέγραψαν ή προανήγγειλαν/ανακοίνωσαν συμφωνίες για αγορές ή συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων με τη νοτιοκορεατική Hyundai Rotem (για άρματα μάχης K2), τις βρετανικές BAE Systems και MBDA UK (για πυρομαχικά και αντιαεροπορικούς πυραύλους), τη σουηδική Saab (για πλοία, θαλάσσια drones, τορπίλες και υποβρύχια), την εσθονική Frankenburg Technologies (για αντι-drone συστήματα), την Ουκρανία (για howitzers) και τη Νορβηγία (για αντι-drone συστήματα) και την Τουρκία (βλ. υπογραφή μνημονίου συνεργασίας τον Δεκέμβριο του 2025).

Όσο για τον Καναδά, η Ότταβα πρόκειται να αγοράσει νέα αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου όχι από τις ΗΠΑ αλλά από τη Σουηδία (τα GlobalEye της Saab) και νέα υποβρύχια από τη Νότια Κορέα (Hanwha Ocean) ή τη Γερμανία (TKMS), ενώ παράλληλα επανεξετάζει την αγορά δεκάδων F-35 από τις ΗΠΑ (από τα συνολικά 88 που είχε παραγγείλει, τα σίγουρα είναι μέχρι στιγμής μόνον τα 16).

Παράλληλα, η Ότταβα φέρεται να είναι πια σε συζητήσεις και με την Τουρκία για την αγορά τουρκικών μη-επανδρωμένων αεροσκαφών και την ενδεχόμενη συμπαραγωγή οπλικών συστημάτων.