«Αν και η διάνοιά μας, επιθυμεί πάντα τη σαφήνεια και τη βεβαιότητα, η ανθρώπινη φύση βρίσκει συχνά την αβεβαιότητα συναρπαστική».
( Καρλ φον Κλαούζεβιτς)

Κατά την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα, η Γαλλική Επανάσταση πρόβαλε τον στρατό του Ναπολέοντα, ο οποίος με την στρατηγική και ηγετική του ικανότητα, μετέβαλε την μορφή του πολέμου, καθώς και τις ισορροπίες στην Ευρώπη, μέχρι την τελική ήττα του στο Βατερλό το 1815. Τους Ναπολεόντειους Πολέμους μελέτησαν ο Αντουάν-Ανρί Ζομινί και ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς, οι οποίοι, πέραν των άλλων, εστίασαν στη σχέση του πολέμου με την πολιτική, τη στρατηγική και την τακτική.

Η γέννηση της σύγχρονης πολεμικής τέχνης τοποθετείται συνήθως στη Γαλλική Επανάσταση και τους Ναπολεόντειους Πολέμους που ακολούθησαν. Οι εξέχοντες στοχαστές-συγγραφείς Κλαούζεβιτς και Ζομινί αποτελούν δείγμα της λεπτομερούς μελέτης του φαινομένου του πολέμου.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η τακτική, αν και υπερκεράσθηκε από τη σύγχρονη τεχνολογία της στρατηγικής, της διοικητικής μέριμνας και της διοίκησης και ελέγχου, διατηρεί υψηλή σημασίας στοιχεία της στρατιωτικής τέχνης. Από την άποψη αυτή ο «αινιγματικός» Κλαούζεβιτς, έχει να μας πει περισσότερα για την εποχή μας, με το έργο του Περί Πολέμου, το οποίο εκδόθηκε το 1832, από ό,τι ο Ζομινί, του οποίου οι Γενικές Αρχές (1816) και το Κύρια Αξιώματα (1830), φαίνονται σήμερα εκτός εποχής. Βέβαια, παρόλα αυτά η επιρροή του στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Αμερική, ήταν μακράν μεγαλύτερη εκείνης του Κλαούζεβιτς.

Ο Κλαούζεβιτς υπήρξε Πρώσος επαγγελματίας στρατιωτικός, βετεράνος των Ναπολεόντειων Πολέμων. Εντάχθηκε στον Πρωσικό Στρατό σε ηλικία 12 ετών, την άνοιξη του 1792 και, σύντομα, βρέθηκε στη δίνη των πολέμων της Γαλλικής Επανάστασης. Εγκατέλειψε την Πρωσία το 1812, προκειμένου να ενταχθεί στο Ρωσικό Στρατό και να πολεμήσει κατά του Ναπολέοντος.

Ο Κλαούζεβιτς εγκατέλειψε την Πρωσία το 1812, προκειμένου να ενταχθεί στο Ρωσικό Στρατό και να πολεμήσει κατά του Ναπολέοντος και, πριν από την αναχώρηση του, συνέταξε μία πραγματεία με τον τίτλο «Αρχές του Πολέμου», για τον διάδοχο του θρόνου της Πρωσίας και μετέπειτα Βασιλέα Φρειδερίκο Β’, τον Μεγάλο.

Πριν από την αναχώρηση του, συνέταξε μία πραγματεία με τον τίτλο «Αρχές του Πολέμου», για τον διάδοχο του θρόνου της Πρωσίας και μετέπειτα Βασιλέα Φρειδερίκο Β’ τον Μεγάλο.

Θεωρούσε ότι οι πόλεμοι εκείνοι αποτελούσαν τέλεια παραδείγματα ιδανικών πολέμων, σχετικά με το μέγεθος και τον τρόμο που προκάλεσαν και το πώς θα μπορούσε να είναι ο πόλεμος χωρίς τη βία, η οποία οδηγεί στην καταστροφή χωρίς μέτρο. Θεωρώντας τους πολέμους ως πολιτικό εργαλείο, υποστήριξε ότι αυτό δεν επέτρεπε να λαμβάνουν πραγματικές διαστάσεις, εφόσον η πολιτική θέτει τους δικούς της περιορισμούς.

Αυτό οδηγεί στο να υπάρχουν περιορισμένοι στρατηγικοί στόχοι, οι οποίοι ικανοποιούν τους περιορισμένους πολιτικούς σκοπούς. Κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, ενεπλάκησαν κράτη με διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικής μορφής κοινωνική δομή και οργάνωση.

Ως ιδεαλιστής, ο Κλαούζεβιτς, θεωρούσε, επίσης, ότι στον πόλεμο τα πάντα κρίνονται στην μάχη, καθώς -κατά τις εκστρατείες του Ναπολέοντα- υπήρξαν σημαντικές και αποφασιστικές μάχες, οι οποίες έκριναν τη νίκη και την εξέλιξη του πολέμου.

Το έργο του Κλαούζεβιτς επηρέασε μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων στρατιωτικών, όπως καταρχήν τον Μόλτκε, ο οποίος ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Πρωσίας, στην περίοδο 1857-1871.

Το έργο του Κλαούζεβιτς επηρέασε μεγάλο αριθμό μεταγενέστερων στρατιωτικών, όπως καταρχήν τον εικονιζόμενο Χέλμουτ Γκραφ φον Μόλτκε, ο οποίος ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου της Πρωσίας, στην περίοδο 1857-1871.

Ασφαλώς, ο Κλαούζεβιτς έγινε, κυρίως, γνωστός για τη φιλοσοφική άποψη του πολέμου. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη σχέση του πολέμου με την πολιτική. Στο περίφημο και σημαντικό έργο του Περί Πολέμου (1832), εστίασε το ενδιαφέρον του στο πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο του, συνεισφέροντας στη στρατηγική σκέψη, ακόμη και από φιλοσοφικής πλευράς. Αναφέρεται, ειδικώς, στη χρησιμοποίηση των δυνάμεων και του πυρός για την εξουδετέρωση των αντιπάλων.

Τα ερωτήματα

Οποιαδήποτε φιλοσοφική εξέταση του πολέμου επικεντρώνεται σε τέσσερα κύρια ερωτήματα:

  • Τι είναι ο πόλεμος;
  • Τι προκαλεί τον πόλεμο;
  • Ποια είναι η σχέση μεταξύ της ανθρώπινης φύσης και του πολέμου;
  • Μπορεί ποτέ ο πόλεμος να είναι ηθικά δικαιολογημένος;

Ο ορισμός του «τι είναι ο πόλεμος» απαιτεί τον προσδιορισμό των οντοτήτων που μπορούν να ξεκινήσουν και να εμπλακούν σε αυτόν. Ο ορισμός του πολέμου από ένα άτομο συχνά εκφράζει την ευρύτερη πολιτική φιλοσοφία του ιδίου, όπως τον περιορισμό του πολέμου σε μια σύγκρουση μεταξύ εθνών ή κρατών.

Εναλλακτικοί ορισμοί του πολέμου μπορούν να περιλαμβάνουν σύγκρουση όχι μόνο μεταξύ εθνών, αλλά και μεταξύ σχολών σκέψης ή ιδεολογιών.

Ο Κλαούζεβιτς απαντά καταρχήν ότι πρόκειται για μια «μονομαχία». Μια μονομαχία σε ευρύτερη μορφή που περιλαμβάνει πολλές επιμέρους μονομαχίες από τις οποίες συνίσταται, καθώς ο κάθε μονομάχος προσπαθεί -στο μέτρο της φυσικής του δυνάμεως- να υποτάξει τον αντίπαλο στη θέλησή του και να τον καταστήσει ανίκανο προς κάθε αντίσταση.

Στη συνέχεια, οι απαντήσεις στο ερώτημα «τι προκαλεί τον πόλεμο;» εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις απόψεις του φιλοσόφου σχετικά με τον ντετερμινισμό και την ελεύθερη βούληση. Εάν οι πράξεις ενός ανθρώπου είναι πέρα από τον έλεγχό του, τότε η αιτία του πολέμου είναι άσχετη και αναπόφευκτη.

Από την άλλη πλευρά, αν ο πόλεμος είναι προϊόν ανθρώπινης επιλογής, τότε μπορούν να εντοπιστούν τρεις γενικές ομάδες αιτιότητας: βιολογική, πολιτισμική και λογική.

Το άρθρο αυτό διερευνά τη σχέση μεταξύ της ανθρώπινης φύσης και του πολέμου, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος είναι η «συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», και ότι ο πόλεμος αποτελεί μία δυναμική αλληλοεπίδραση των πολιτικών και των στρατιωτικών παραγόντων, παρά μια απλή εφαρμογή κανόνων και αρχών.

Το έργο του Κλαούζεβιτς επηρέασε βαθύτατα τη στρατηγική σκέψη, παρά το γεγονός ότι, πολλές φορές, οδήγησε σε παρερμηνείες και αμφισβητήσεις, ειδικά για τον παραπάνω ορισμό που έδωσε για τον πόλεμο. Ο Κλαούζεβιτς, με το έργο του, άφησε πλούσια παρακαταθήκη για τους μελλοντικούς στρατιωτικούς και μια πηγή ανάπτυξης στρατηγικής σκέψης.

Η στρατηγική, κατά τον Κλαούζεβιτς, συνίσταται στη χρήση της συμπλοκής για την επίτευξη των σκοπών του πολέμου. Οφείλει, λοιπόν, αυτή να ορίσει, για το σύνολο της πολεμικής δράσης, ένα σκοπό που να ανταποκρίνεται στα αντικείμενα του πολέμου.

Πιο απλά, οφείλει να προβεί στη χάραξη του Σχέδιου του Πολέμου και να ορίσει, σε συνάρτηση με τον σκοπό που τέθηκε, και μια σειρά δράσεων, οι οποίες να μπορούν να οδηγήσουν στην επίτευξή του.

Συνδυάζεται, λοιπόν, το σχέδιο πολλαπλών πολεμικών δράσεων και συμπλοκών. Βεβαίως, ο πλέον γνωστός ορισμός για τον πόλεμο που διατυπώθηκε από αυτόν το σημαντικό Πρώσο διανοούμενο στρατηγό είναι ότι ο πόλεμος αποτελεί συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, ένας αφορισμός που σχολιάσθηκε ακόμη και αρνητικά, από μεταγενέστερους μελετητές.

Ο Κλαούζεβιτς όρισε τη στρατηγική ως τη χρήση της μάχης, για να επιτευχθεί ο σκοπός του πολέμου˙ θα πρέπει, επομένως, αυτή να δίνει ένα στόχο στο σύνολο της στρατιωτικής δραστηριότητας, ο οποίος θα πρέπει να είναι σύμφωνος προς τον αντικειμενικό σκοπό του πολέμου.

Με άλλα λόγια, η στρατηγική διαμορφώνει το σχέδιο του πολέμου και, προς τον σκοπό αυτό, συνδέει τη σειρά των ενεργειών που θα πρέπει να οδηγήσουν στην τελική απόφαση. Αυτό σημαίνει ότι χαράσσει τα σχέδια για τις διαφορετικές εκστρατείες και ρυθμίζει τις μάχες που θα διεξαχθούν σε κάθε μία.

Ο ίδιος καθόρισε ότι η στρατηγική είναι η τέχνη της κατανομής και της χρησιμοποιήσεως των στρατιωτικών μέσων για την επίτευξη των σκοπών της πολιτικής. Υποστήριξε, ακόμη, ότι σκοπός του πολέμου είναι να υπηρετεί πολιτικούς στόχους. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκαν ευρύτερες μορφές στρατηγικής σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο.

O Κλαούζεβιτς έγινε γνωστός για τη φιλοσοφική προσέγγιση του πολέμου, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος αποτελεί μία δυναμική αλληλοεπίδραση των πολιτικών και των στρατιωτικών παραγόντων, παρά μια απλή εφαρμογή κανόνων και αρχών. Το έργο του επηρέασε βαθύτατα τη στρατηγική σκέψη, παρά το γεγονός ότι πολλές φορές οδήγησε σε παρερμηνείες και αμφισβητήσεις, ειδικά για τον ορισμό που έδωσε για τον πόλεμο.

Σε κάθε περίπτωση ο Κλαούζεβιτς, με το έργο, του άφησε πλούσια παρακαταθήκη για τους μελλοντικούς στρατιωτικούς κα πηγή ανάπτυξης στρατηγικής σκέψης.

Η επιρροή του

Το τρίτομο έργο του «Περί Πολέμου», που δεν ολοκληρώθηκε και δημοσιεύθηκε μετά το θάνατό του,, είναι γραμμένο σε διαλεκτικό ύφος. Έχει επηρεαστεί από τον Χέγκελ και υπόκειται σε ποικίλες ερμηνείες, αλλά παραμένει πάντα σημαντικό.

Ο Κλαούζεβιτς υποστήριξε ότι, αν και οι περισσότερες συγκρούσεις τείνουν προς τον ολοκληρωτικό πόλεμο αφηρημένα, η «τριβή» της πραγματικότητας διατηρεί τον πόλεμο περιορισμένο, απρόβλεπτο και επικίνδυνο.

Η έκδοση του σημαντικού, για την πολεμική θεωρία, έργου του πραγματοποιήθηκε μετά το θάνατό του, χάρις το ενδιαφέρον και την οξυδέρκεια της συζύγου του, κόμισσας Marie von Broul.

Η ίδια, μετά το θάνατο του συζύγου της, ανέπτυξε ιδιαίτερη επιμέλεια για τη δημοσίευση του έργου, με τη βοήθεια του αδερφού της στρατηγού von Broul και ενός ταγματάρχη, πρώην μαθητή του συζύγου της.

Η έκδοση του σημαντικού, για την πολεμική θεωρία, έργου του Κλαούζεβιτς πραγματοποιήθηκε μετά το θάνατό του, χάρις το ενδιαφέρον και την οξυδέρκεια της συζύγου του, κόμισσας Marie von Broul.

Για την έκδοση αυτή, η Marie συνέταξε έναν πρόλογο, στον οποίο βλέπουμε τη σαφήνεια του λόγου της και κάποια συστολή μετριοφροσύνης που, ωστόσο, αναδεικνύει την ευφυία και την καλλιέργειά της, αλλά και τις γνώσεις της για την πολιτική της Πρωσίας.

Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ δεν σχολίασε ποτέ το «Περί Πολέμου» του Κλαούζεβιτς, δεδομένου ότι εκδόθηκε το 1832, ένα χρόνο μετά το θάνατό του, αλλά τα έργα τους συχνά διαβάζονται μαζί, επειδή και οι δύο θεωρούν τη σύγκρουση απαραίτητη. 

Ο ίδιος ο Χέγκελ, δεν σχολίασε ποτέ το έργο του Κλαούζεβιτς «Περί Πολέμου», δεδομένου ότι εκδόθηκε το 1832, ένα χρόνο μετά το θάνατό του.

Ωστόσο, τα έργα τους συχνά διαβάζονται μαζί, επειδή και οι δύο θεωρούν τη σύγκρουση απαραίτητη – ο μεν πρώτος στη φιλοσοφική ανάπτυξη της ιστορίας, ο δε Κλαούζεβιτς στην πρακτική διεξαγωγή του πολέμου. Παρά τον θάνατό του πριν ολοκληρώσει το Περί Πολέμου, οι ιδέες του Κλαούζεβιτς είχαν ασκήσει μεγάλη επιρροή στη στρατιωτική θεωρία.

Αργότερα, Πρώσοι και Γερμανοί στρατηγοί, όπως ο Χέλμουτ Γκραφ φον Μόλτκε, επηρεάστηκαν σαφώς από τον Κλαούζεβιτς, καθώς ανέπτυξαν τις έννοιες του ολοκληρωτικού πολέμου.

Η ιδέα ότι ο πραγματικός πόλεμος περιλαμβάνει «τριβές» που διαταράσσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όλες τις προηγούμενες ρυθμίσεις, έχει γίνει κοινός τόπος και σε άλλους τομείς (π.χ. επιχειρηματική στρατηγική), όσο το δυνατόν περισσότερο, χρησιμοποιώντας όποιες εύλογες πηγές ήταν διαθέσιμες.

Ενώ το έργο του απηχεί θέματα από τα αρχαία κείμενα, όπως «Η Τέχνη του Πολέμου», που αποδίδεται στον Σουν Τζου, και ακόμη περισσότερο από το έργο του Μακιαβέλλι, ο Κλαούζεβιτς έχει επηρεάσει πολλούς στρατηγούς και ιστορικούς του 20ου αιώνα.

Η «ομίχλη» και το κέντρο βάρους

Ο όρος «ομίχλη πολέμου» (Fog of War) χρησιμοποιείται από τον Κλαούζεβιτς, αναφερόμενος στο πόσο χαοτικός, αβέβαιος και μπερδεμένος μπορεί να φαίνεται ο πόλεμος, ενώ βρίσκεσαι σε εξέλιξη (ή εν μέσω) στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η «ομίχλη» αυτή αντιπροσωπεύει την έλλειψη σαφών πληροφοριών, την αβεβαιότητα, τις λανθασμένες εκτιμήσεις και την ασάφεια που επικρατεί στο πεδίο της μάχης, καθιστώντας δύσκολη τη λήψη αποφάσεων υπό πίεση.

Ως προς τις αρχές του πολέμου, είναι εμφανής η επιδίωξή του να φέρει, μέσω τακτικών ελιγμών, το μείζον των δυνάμεων, σε θέση ώστε να έχει επίδραση επί της πλέον αποφασιστικής περιοχής (κέντρο βάρους) του πεδίου της μάχης. Ει δυνατόν, στο σημείο εκείνο που θα μπορούσαν να επιφέρουν την ανατροπή των εχθρικών δυνάμεων.

Ως έννοια στρατηγικής, το κέντρο βάρους (center of gravity), είναι μια αντίληψη που αναπτύχθηκε κυρίως από τον Κλαούζεβιτς στο «Περί Πολέμου».

Η αντίληψη αυτή του Κλαούζεβιτς, στη στρατηγική και την τακτική, επηρεάσθηκε από τις επιστήμες των μαθηματικών και της μηχανικής, δεδομένου ότι μοιράζονται τις ίδιες ιδιότητες: δεν αποτελεί από μόνη της δύναμη αλλά ένα σημείο εστίασης όπου ενώνονται φυσικές ή ψυχολογικές δυνάμεις.

Το κέντρο βάρους είναι ένα στοιχείο μέσα στην όλη δομή ή το σύστημα ενός κράτους ή ενός στρατεύματος το οποίο έχει την απαραίτητη κεντρομόλο δύναμη για να διατηρήσει αυτή τη δομή. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κλαούζεβιτς έγραψε ότι ένα πλήγμα που κατευθύνεται κατά του κέντρου βάρους θα έχει το μέγιστο αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Κλαούζεβιτς, μπορεί οι εχθρικές δυνάμεις να μην εμφανίζουν κέντρο βάρους ή, τουλάχιστον, να μην έχουν κάποιο που να είναι δυνατόν να προσβληθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, θα ήταν δυνατή η εστίαση των προσπαθειών στην καταστροφή των κρίσιμων εχθρικών κέντρων.

Κοινωνικό φαινόμενο και πολιτικός χαρακτήρας

Η θεώρηση του πολέμου ως διαδραστικού κοινωνικού φαινομένου, μέσα από την πολιτική ανάλυση μεγάλων διανοητών όπως ο Θουκυδίδης, ο Μακιαβέλλι και ο Κλαούζεβιτς, συνέβαλε την κατανόηση της φύσης του, γενικώς, και στον προσδιορισμό των μορφών του, όπως εμφανίστηκαν στις διάφορες ιστορικές περιόδους. Αυτές οι αντιλήψεις αποτελούν το κλειδί των κεντρικών εννοιών που αναφέρονται στον πόλεμο. Ειδικώς, ο Κλαούζεβιτς θεμελίωσε τη θεωρία του πολέμου, μεταξύ άλλων, στην ανθρωπολογία και τη φιλοσοφία του πολιτισμού.

Ο Π. Κονδύλης έγραφε για τον Κλαούζεβιτς και τον πολιτικό χαρακτήρα του πολέμου ότι «αυτός γίνεται καταφανής, κυρίως, όταν η πολιτική κατάσταση απομακρύνεται από την αμιγή αντίθεση μεταξύ εχθρών και ο ίδιος ο πόλεμος διατρέχεται, από λωρίδες ειρήνης, περισσότερο του συνήθους». (Κονδύλης Π., Θεωρία του Πολέμου).

Ο Π. Κονδύλης έγραφε για τον Κλαούζεβιτς και τον πολιτικό χαρακτήρα του πολέμου ότι «αυτός γίνεται καταφανής, κυρίως, όταν η πολιτική κατάσταση απομακρύνεται από την αμιγή αντίθεση μεταξύ εχθρών και ο ίδιος ο πόλεμος διατρέχεται, από λωρίδες ειρήνης, περισσότερο του συνήθους».

Χωρίς αμφιβολία, ο πόλεμος είναι εκδήλωση βίας και μάλιστα οργανωμένης. Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο πόλεμος έχει νομικό χαρακτήρα και αποτελέσματα.

Με το πέρασμα των αιώνων, ο πόλεμος απέκτησε κανόνες και αρχές. Έτσι, καθιερώθηκε και ο όρος περί του «δικαίου πολέμου». Στο σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο, εξηγείται ότι τα κράτη υποχρεώνονται να συγκρούονται, επειδή λείπει μια υπερεθνική νομοθεσία, η οποία θα μπορούσε να προβαίνει σε πρόληψη των συρράξεων.

Υφίστανται, βεβαίως, διεθνείς συμβάσεις και οργανισμοί με αποστολή την επίτευξη της ειρηνικής επιλύσεως των αντιπαραθέσεων, ακόμη και με την «επιβολή» της ειρήνης, χωρίς όμως να επιτυγχάνεται η εξαφάνιση του πολέμου. Ο ορισμός του πολέμου ως «πράξη βίας με σκοπό να επιβιώσουμε και να επιβάλουμε στον αντίπαλο τη θέλησή μας».

Έτσι, η πάλη ή η σύρραξη έχει πολεμικό χαρακτήρα, όταν είναι ένοπλη και αιματηρή. Αυτά μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι άλλες μορφές πάλης- αντιπαλότητας (πολιτικές, θρησκευτικές) δεν αποτελούν εχθροπραξίες και πολεμικές ενέργειες εκτός αν εξελιχθούν σε οργανωμένη ανθρωποκτονία.

Αν και, βεβαίως, υφίστανται, διεθνείς οργανισμοί με αποστολή την επίτευξη της ειρηνικής επιλύσεως των αντιπαραθέσεων, ακόμη και με την «επιβολή» της ειρήνης (στη φωτογραφία, το γλυπτό «Μη βία» μπροστά στην έδρα του ΟΗΕ), στο σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο, εξηγείται ότι τα κράτη υποχρεώνονται να συγκρούονται, επειδή λείπει μια υπερεθνική νομοθεσία, η οποία θα μπορούσε να προβαίνει σε πρόληψη των συρράξεων.

Σε θρησκευτικούς θεσμούς και στη μυθολογία των πρωτογόνων, βρίσκουμε αναφορές στον πόλεμο. Άλλωστε, στις μυθολογίες όλων των λαών υπάρχουν κοσμογονίες όπου εμφανίζονται οι θεοί ως υποστηρικτές των αντιμαχόμενων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε και συμμετοχή των ίδιων των θεών στις συγκρούσεις.

Ως ιδεαλιστής ο Κλαούζεβιτς, θεωρούσε, επίσης, ότι στον πόλεμο τα πάντα κρίνονται στην μάχη, καθώς, κατά τις εκστρατείες του Ναπολέοντα, υπήρξαν σημαντικές και αποφασιστικές μάχες, που έκριναν τη νίκη και την εξέλιξη του πολέμου.

Κατά μία άποψη, ο Κλαούζεβιτς έγινε γνωστός για τη φιλοσοφική άποψη του πολέμου, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος είναι η «συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», και ότι ο πόλεμος αποτελεί μία δυναμική αλληλοεπίδραση των πολιτικών και των στρατιωτικών παραγόντων, παρά μια απλή εφαρμογή κανόνων και αρχών.

Το έργο του επηρέασε βαθύτατα την στρατηγική σκέψη, παρά το γεγονός ότι πολλές φορές οδήγησε σε παρερμηνείες και αμφισβητήσεις, ειδικά για τον παραπάνω ορισμό που έδωσε για τον πόλεμο. Ο Κλαούζεβιτς με το έργο του άφησε πλούσια παρακαταθήκη για τους μελλοντικούς στρατιωτικούς και μια πηγή ανάπτυξης στρατηγικής σκέψης.

Ο Γερμανός στρατηγός Χανς φον Σέεκτ διατύπωσε τη θέση πως «η υποστήριξη ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα κατάντησε μια συνθηματική φράση και, για το λόγο αυτό, είναι επικίνδυνη. Μπορούμε να πούμε το ίδιο αληθινά, ότι ο πόλεμος είναι η χρεοκοπία της πολιτικής».

 

Ο, εκ των κύριων σχεδιαστών των γερμανικών επιχειρήσεων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στρατηγός Χανς φον Σέεκτ (δεξιά, κατά την επιθεώρηση αγήματος σε τελετή προς τιμή του, λίγο πριν αποβιώσει το 1936) διατύπωσε τη θέση πως «η υποστήριξη ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα κατάντησε μια συνθηματική φράση και, για το λόγο αυτό, είναι επικίνδυνη. Μπορούμε να πούμε το ίδιο αληθινά, ότι ο πόλεμος είναι η χρεοκοπία της πολιτικής».
Ο, εκ των κύριων σχεδιαστών των γερμανικών επιχειρήσεων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στρατηγός Χανς φον Σέεκτ (δεξιά, κατά την επιθεώρηση αγήματος σε τελετή προς τιμή του, λίγο πριν αποβιώσει το 1936) διατύπωσε τη θέση πως «η υποστήριξη ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα κατάντησε μια συνθηματική φράση και, για το λόγο αυτό, είναι επικίνδυνη. Μπορούμε να πούμε το ίδιο αληθινά, ότι ο πόλεμος είναι η χρεοκοπία της πολιτικής».

Ο Κλαούζεβιτς χαρακτηρίστηκε ως «φιλόσοφος του πολέμου», ενώ ο Ισραηλινός στρατιωτικός και ιστορικός, Τζεχούντα Γουάλακ, τον αποκάλεσε «ένστολο φιλόσοφο».

Κριτική στην «τριαδική» θεωρία του Κλαούζεβιτς έχει προέλθει, κατά τα νεότερα χρόνια, από αρκετές πλευρές. Θα πρέπει, βέβαια, να παρατηρήσουμε ότι, από την εποχή του Κλαούζεβιτς, μέχρι σήμερα, προστέθηκαν, στο θέατρο του πολέμου καταρχήν, η τρίτη διάσταση (Αεροπορία),την οποία ακολούθησε μια τέταρτη (Διάστημα) ενώ ήδη προστέθηκε και μία πέμπτη διάσταση, αυτή του Κυβερνοχώρου, φθάνοντας πλέον τη στρατηγική στην εποχή της πληροφορίας και του πληροφοριακού πολέμου.

Ως αποτέλεσμα το θέατρο του πολέμου απέκτησε αυτές τις τρεις επιπλέον διαστάσεις, Επιπλέον, εξαιτίας της αυξημένης φονικότητας των μέσων του συγχρόνου πολέμου, ειδικώς μέσω των πυρηνικών όπλων, ο Τζον Κίγκαν θεωρεί ότι ο τρόπος που διεξάγεται ο πόλεμος δεν είναι πλέον «συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα».

Ο Ισραηλινός στρατιωτικός και ιστορικός, Τζεχούντα Γουάλακ, χαρακτήρισε τον Κλαούζεβιτς ως «ένστολο φιλόσοφο».

Η εξέλιξη

Ο Κλαούζεβιτς τοποθέτησε, μεταξύ της τακτικής και της στρατηγικής, το επιχειρησιακό επίπεδο του πολέμου (operational level). Οι όροι «επιχειρήσεις» και «επιχειρησιακό» αναφέρονται συχνά από τους Μάικλ Χάουαρντ και Πίτερ Πάρετ στη μετάφραση του έργου του Κλαούζεβιτς .

Ο Κλαούζεβιτς γράφει ότι ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μια μεμονωμένη πράξη, υπό την έννοια ότι δεν εμφανίζεται αιφνιδίως, χωρίς σύνδεση με την προηγούμενη ζωή των αντιμαχόμενων. Κανείς δεν προσφεύγει σε πόλεμο, χωρίς να εξετάσει άλλες δυνατές λύσεις. Ένα σημαντικό σημείο είναι οι αποφάσεις που θα ληφθούν.

Οι όροι «επιχειρήσεις» και «επιχειρησιακό» αναφέρονται συχνά από τους Μάικλ Χάουαρντ (άνω) και Πίτερ Πάρετ (κάτω) στη μετάφραση του έργου του Κλαούζεβιτς.

Αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται, αφού εξεταστούν και εκτιμηθούν οι πιθανές αντιστάσεις του εχθρού. Αυτό θα συμβάλλει στην καλύτερη σχεδίαση, την επιλογή των δυνάμεων που θα χρησιμοποιηθούν και φυσικά στη μορφή του ελιγμού.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βασίστηκε στις σκέψεις του Κλαούζεβιτς και για το λόγο αυτό, μεταπολεμικά, θεωρήθηκε από άλλους στοχαστές, ως υπεύθυνος για τη μεγάλη καταστροφή και τους θανάτους που προκλήθηκαν.

Ο Λίντελ Χαρτ επέκρινε τον Κλαούζεβιτς ως υπεύθυνο της ανάλωσης ανθρώπινου δυναμικού στη «Μάχη της Μάζας». Ο Λίντελ Χαρτ ήταν λοχαγός κατά τον Α’ Παγκόσμιο. Υπέστη σοβαρή βλάβη της υγείας του από τα δηλητηριώδη αέρια των Γερμανών και αυτό αποσύρθηκε από τη στρατιωτική ζωή. Υπήρξε ο κύριος υποστηρικτής του πολέμου των τεθωρακισμένων, τον οποίο μελετούσαν και Γερμανοί στρατηγοί, όπως ο Χάιντς Γκουντέριαν.

 Ο Λίντελ Χαρτ επέκρινε τον Κλαούζεβιτς ως υπεύθυνο της ανάλωσης ανθρώπινου δυναμικού στη «Μάχη της Μάζας».

Ο Κλαούζεβιτς διατύπωσε την άποψη περί της διττής φύσης της πολεμικής τέχνης, θεωρώντας δηλαδή ότι αυτή δεν μπορεί να μην συνεξετάζεται με τα ηθικά μεγέθη: δεδομένου ότι η δράση και τα αποτελέσματα των υλικών μέσων είναι πλήρως συνυφασμένα με την επίδραση των ηθικών δυνάμεων, ώστε να μην είναι δυνατόν (ούτε επιτρεπτό) να διαχωριστούν.

Κάθε κανόνας πολέμου που αναφέρεται στη χρήση των υλικών δυνάμεων, θα πρέπει να συνυπολογίζει και την επίδραση των ηθικών μεγεθών, που είναι αυτά που έχουν να κάνουν με το ανθρώπινο πνεύμα. Διαφορετικά, η θεωρία κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε στενές αντιλήψεις, σκέψεις και προτάσεις δογματικές.

Ως «πραγματικό πόλεμο» ονομάζει ο Κλαούζεβιτς εκείνον που λαμβάνει τη μορφή σύρραξης και από τις θεωρητικές απόψεις περνάει στην πράξη, φθάνοντας στα άκρα. Στην περίπτωση αυτή, οι εμπόλεμοι αρνούνται κάθε είδους συνθηκολόγησης φθάνοντας στο απόλυτο άκρο.

Η χρησιμοποίηση νέων πολεμικών τεχνολογιών, δεν είναι βέβαιο ότι έχει την ίδια επίδραση, σε κάθε κοινωνία. Η χρήση ενός νέου οπλικού συστήματος, ή οι στρατιωτικές τεχνικές σε ένα διεθνές σύστημα, μπορούν να προσδώσουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα .

Ο Κλαούζεβιτς δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι οι πραγματικοί πόλεμοι είναι εκείνοι μεταξύ «πολιτισμένων», στους οποίους έγινε ορατή η ύψιστη δυνατή μόρφωση της βίας. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι είχαν, δηλαδή, πολιτικό χαρακτήρα. Γεννήθηκαν μέσα σε ορισμένη μορφή της πολιτικής επικοινωνίας και επεδίωκαν πολιτικούς σκοπούς.

Ο πόλεμος, ως κοινωνικό φαινόμενο, παρακολουθεί την εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών και τις διακυμάνσεις του πολιτισμού. Αυτό το παρατηρούμε από την αρχαιότητα αλλά και μέχρι τους προσφάτους μεγάλους πολέμους.

Ο Κλαούζεβιτς λέγει σχετικά: «Γεννάται και λαμβάνει την μορφή τη στιγμή της εκρήξεως του». Στην πρόσφατη παγκόσμια ιστορία παρατηρείται ότι ο πόλεμος έλαβε έναν σαφώς εθνικό χαρακτήρα ενώ κατά το παρελθόν είχε συχνά λάβει ακόμη και μορφή θρησκευτικού χαρακτήρα.

Ο Κλαούζεβιτς παραθέτει πέντε στρατηγικές αρχές:

1. Χρησιμοποίηση όλων των διαθέσιμων δυνάμεων με τη μέγιστη ενεργητικότητα.

2. Συγκέντρωση της δύναμης στο σημείο, όπου θα δοθούν τα αποφασιστικά πλήγματα.

3. Μη απώλεια χρόνου. Μέσω της ταχύτητας πολλά μέτρα του εχθρού καταπνίγονται στη γένεσή τους.

4. Αιφνιδιασμός ως «…το ισχυρότερο στοιχείο της νίκης».

5. Εκμετάλλευση της επιτυχίας με τη μέγιστη ενεργητικότητα.

Ο Κλαούζεβιτς θεωρήθηκε προφήτης του «Ολοκληρωτικού Πολέμου» (ΟΠ), αφού άλλωστε στις δικές του απόψεις στηρίχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ο «ΟΠ» χαρακτηρίζεται από τη μεταφορά της πολεμικής προσπάθειας στο εσωτερικό της χώρας του αντιπάλου, δεδομένου ότι αποτελεί το κέντρο της δυναμικής ενέργειάς της και εκεί βρίσκονται οι ρίζες της αγωνιστικής βουλήσεως του λαού του αντιπάλου.

Η αλλαγή αυτή, στη μορφή του πολέμου, έγινε κυρίως εμφανής μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων ακόμη και στη Σοβιετική Ένωση, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Κλαούζεβιτς, θεωρών ότι η μορφή της πολεμικής δραστηριότητας είναι η μάχη, δέχεται ότι ο αντικειμενικός σκοπός του επιτιθέμενου είναι το εχθρικό στράτευμα.

Αυτό όμως, εδώ και δεκαετίες, δεν ισχύει πλέον. Πίστευε ότι κάθε εποχή έχει το δικό της τύπο πολέμου, τους δικούς της περιορισμούς, τις δικές της αντιλήψεις και, για το λόγο αυτό, οι συγκρούσεις και οι πόλεμοι κάθε εποχής πρέπει να αναλύονται με τους όρους των χαρακτηριστικών τους.

«Περιστάσεις» και προσαρμογή

Κατά τον Κλαούζεβιτς, η ξεχωριστή πολιτική κατάσταση, σε κάθε χρονική στιγμή συνιστά το πλαίσιο το οποίο περιορίζει το σύστημα που αναπτύσσεται από κάθε δεδομένο πόλεμο. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι το σύστημα αυτό πρέπει να εξετάζεται αναλόγως, και να αναλύεται προσεκτικά.

Αυτό διότι, το ίδιο πολιτικό αντικείμενο, μπορεί να προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις, από διαφορετικούς λαούς, ακόμα και από τους ίδιους ανθρώπους ή κράτη, σε διαφορετικές καταστάσεις και απειλές. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας πραγματικής έκρηξης, λαμβάνοντας υπόψη ότι, η έκρηξη και ειδικώς η καύση, παρουσιάζουν «μη γραμμική» εικόνα.

Αναλόγως, και οι επικρατούσες κάθε φορά πολιτικές συνθήκες, παρά το επιδιωκόμενο «πολιτικό αντικείμενο», αποτελούν τις παραμέτρους εκείνες που καθορίζουν θεμελιωδώς τις συμπεριφορές του συστήματος.

Δίνοντας έμφαση στη μεταβλητότητα του πολιτικού πλαισίου, διαπιστώνουμε την έντονη αντίθεση στην οποία βρίσκεται με την άποψη πολλών θεωρητικών ότι οι παράμετροι που επιδρούν επί του πολέμου θα πρέπει να είναι εύκολα μετρήσιμες, είτε πρόκειται για στρατιωτικής φύσης αντικείμενα, είτε πρόκειται για υλικοτεχνικά ζητήματα, όπως χαρακτηριστικά οπλικών συστημάτων κλπ.

Η σύλληψη της ουσίας αυτών των πραγμάτων, είναι ο στόχος της θεωρίας του Κλαούζεβιτς. Είναι δηλαδή πρόθυμος να αποδεχθεί την πολυπλοκότητα και την αβεβαιότητα ως κύριους παράγοντες, των όσων συμβαίνουν στο θέατρο επιχειρήσεων, το οποίο έχει -συνήθως- σαφή όρια, καθώς οι αντίπαλες δυνάμεις, ευρισκόμενες σε εμπλοκή, αντιμετωπίζουν την εγγενή παρουσία της τύχης, της πολυπλοκότητας και της ασφάλειας που είναι επιβεβλημένη κατά τον πόλεμο.

Στη σκέψη του Κλαούζεβιτς, κυριαρχεί ως βασικό στοιχείο της πραγματικότητας, η έννοια της «τριβής», ως της μοναδικής που, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεται προς τους παράγοντες εκείνους που διακρίνουν τον «πραγματικό» πόλεμο από εκείνον που διεξάγεται στο πλαίσιο των σχεδιασμών και των λοιπών διαδικασιών.

Αυτά, μας φέρνουν στον νου το γνωστό ως «νόμο του Μέρφι», σύμφωνα με τον οποίο, αν κάτι πρόκειται να πάει στραβά, θα συμβεί στη χειρότερη δυνατή στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι, όλα πηγαίνουν καλά μέχρι τη στιγμή που ένας εξωγενής παράγων προκαλέσει ανατροπή των δεδομένων. Κάτι σχετικό συμβαίνει στο σκάκι: κάθε αντίπαλος, δεν παίζει πάντα με την ίδια τακτική (μέθοδο).

Η τριβή είναι η αντίσταση που προβάλλουν οι «περιστάσεις » (δηλαδή, ο τυχαίος παράγων) στον πόλεμο, όταν επιβάλλονται στην πραγματικότητα, δηλαδή σε μια προσχεδιασμένη δράση. Όμως οι πραγματικές συνθήκες δεν αναμένουν αυτήν την δράση, αλλά διαμορφώνονται συνεχώς και προβάλλουν νέες καταστάσεις. Έτσι, οι προϋποθέσεις επιβολής των προσχεδιασμένων δράσεων, αποτελούν «αντίσταση», όπως η τριβή (ανεμοθύελλα, καταιγίδα).

Οι «περιστάσεις» (circumstances) δεν είναι απλώς το περιβάλλον. Είναι ο πυρήνας της αβεβαιότητας και της δυναμικής του πολέμου. Τι περιλαμβάνουν οι «περιστάσεις»; Για τον Κλαούζεβιτς, οι περιστάσεις είναι οι στρατιωτικές δυνάμεις και η διάταξή τους, το ηθικό, ο φόβος, η σύγχυση, το έδαφος, ο καιρός, ο χρόνος , η τύχη και απρόβλεπτα γεγονότα.

Συχνά, στην προσπάθειά του κάποιος να πάρει τη νίκη, επιδιώκει να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις κινήσεις του αντιπάλου. Αντίστοιχο είναι και αυτό που συμβαίνει στον πόλεμο, του οποίου ο χαρακτήρας μπορεί να μεταβάλλεται, εξαιτίας της δομικής αστάθειας που τον χαρακτηρίζει.

Θεωρία και Πράξη

Ο Κλαούζεβιτς, με το ημιτελές -λόγω προώρου θανάτου- έργο του, μας παρέδωσε μια σημαντική και εξαιρετικής σημασίας θεωρία του πολέμου, στην οποία μεταγενέστεροι θεωρητικοί και στοχαστές, βρίσκουν συνήθως τις ιδέες του Πρώσου διανοητή αρκετά έως πολύ φιλοσοφικές, παρά πρακτικές, ενώ κάποιοι άλλοι τις χαρακτηρίζουν ως πολύ εμπειρικές.

Πάντως, όλοι οι μελετητές βρίσκουν ότι, στο έργο του, υπάρχει πολλή αλήθεια σε αυτά που γράφει και συνεπώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί. Λέγεται ακόμη πως ο Κλαούζεβιτς, προκειμένου να περιγράψει το πώς λειτουργεί αυτή η θεωρία, προσφεύγει σε έναν δικό του ορισμό τον οποίο διευκρινίζει χρησιμοποιώντας τις αντιλήψεις της «μη γραμμικότητας».

Πράγματι, στο κεφάλαιο 1 του πρώτου βιβλίου του, υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι μια ενδιαφέρουσα τριάδα, η οποία συγκροτείται από: α) την τυφλή δύναμη της βίας, – β) το μίσος και την εχθρότητα μεταξύ των ανθρώπων, και – γ) το στρατιωτικό μηχανισμό, δηλαδή το στρατό, καθώς και κάθε τι που σχετίζεται με αυτόν.

Φαίνεται, σε πολλούς ότι είναι εύκολη η διαχείριση αυτού του μηχανισμού, θα πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι κανένα από τα συστατικά του στρατιωτικού μηχανισμού δεν λειτουργεί απομονωμένο, διότι καθένα αποτελείται από ανθρώπους.

Καθένας από αυτούς –ακόμη και ο πιο ασήμαντος- μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργία ή καθυστέρηση ή, επίσης, να κάνει κάτι να πάει στραβά, καθώς και να προκαλέσει τριβή. Αυτή η τριβή δεν είναι δυνατό να μειωθεί σε κάποια σημεία. Βρίσκεται παντού σε επαφή με το τυχαίο και μπορεί να επιφέρει μη μετρήσιμα αποτελέσματα, διότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην τύχη.

Ο Κλαούζεβιτς μας λέει πως, σε ό,τι αφορά στη στρατηγική στο ανώτατο επίπεδο της στρατιωτικής ιεραρχίας, εμφανίζεται αυτό το οποίο αποκαλεί «έκλαμψη» της ιδιοφυίας.

Πρόκειται για τη στιγμή που η εξέλιξη της μάχης επιβάλλει την «εγκατάλειψη» όλων των σχημάτων και των σχεδίων του επιτελείου, ώστε ο ηγέτης να αντιδρά ακαριαία στις απαιτήσεις που προβάλλουν οι περιστάσεις. Είναι ακριβώς η στιγμή που ο ηγέτης συλλαμβάνει την εσωτερική δυναμική της κατάστασης .

Η έκλαμψη, λοιπόν, της ιδιοφυίας δεν περιλαμβάνει την έννοια της λογικής, αλλά την έμπνευση και τον αυτοσχεδιασμό. Αυτό σημαίνει ότι εγκαταλείπονται η προσχεδιασμένη δράση και τα πρότυπα, διότι στον πόλεμο ο στρατηγός οφείλει να διαμορφώσει ιδεατά πρότυπα και σχήματα και όχι να βασιστεί στην προηγούμενη εμπειρία, καθώς, πέραν των άλλων, υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθούν προηγούμενα σφάλματα.

Ο Κλαούζεβιτς περιγράφει τον πόλεμο ως «σύγκρουση ζωντανών δυνάμεων». Δεν υπάρχει σταθερή ισορροπία. Υπάρχει συνεχής ένταση. Αυτό ακριβώς είναι η «δυναμική της κατάστασης».

Στο σύγχρονο πόλεμο, η δυναμική της κατάστασης φαίνεται πιο έντονα, καθώς περιλαμβάνει στρατιωτική δράση, κυβερνοεπιθέσεις, προπαγάνδα και οικονομική πίεση. Για παράδειγμα, στην αρχική φάση του Πολέμου της Ουκρανίας, το 2022, προβλεπόταν -από πολλούς- η γρήγορη κατάρρευση της χώρας, αλλά αυτό δεν συνέβη, καθώς υπήρξε λάθος εκτίμηση για την αντίσταση του πληθυσμού και την υποστήριξη από τη Δύση, όπως με τη χρήση του εικονιζόμενου Javelin.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της συνίστανται στη Μεταβλητότητα (την απρόβλεπτη αλλαγή των συνθηκών) και την Κλιμάκωση ή Αποδυνάμωση (οι αποφάσεις του ενός επηρεάζουν άμεσα τον άλλο). Η ένταση μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί επίσης.

Στο σύγχρονο πόλεμο (π.χ., υβριδικές συγκρούσεις), η δυναμική της κατάστασης φαίνεται πιο έντονα, καθώς περιλαμβάνει στρατιωτική δράση, κυβερνοεπιθέσεις, προπαγάνδα και οικονομική πίεση. Όλα αυτά αλληλοεπιδρούν και μεταβάλλουν συνεχώς την κατάσταση. Δεν υπάρχει «μέτωπο» με την κλασική έννοια.

Η κατάσταση αλλάζει παντού ταυτόχρονα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Στην αρχική φάση, το 2022, προβλεπόταν από πολλούς η γρήγορη κατάρρευση της Ουκρανίας. Αυτό δεν συνέβη. Γιατί; Υπήρξε λάθος εκτίμηση για την αντίσταση του πληθυσμού και την υποστήριξη από τη Δύση. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκαν νέες τεχνολογίες (drones), έγινε πληροφοριακός πόλεμος και επιβλήθηκαν οικονομικές κυρώσεις.

Η κατάσταση αλλάζει, συνεχώς, στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά με μη γραμμικά αποτελέσματα.

Στη σύγχρονη στρατηγική σκέψη, οι στρατιωτικές θεωρίες βασίζονται ακριβώς σε αυτή τη δυναμική: προσαρμοστικότητα και όχι άκαμπτα σχέδια. Όποιος προσαρμόζεται πιο γρήγορα, κερδίζει. Η πληροφορία, σε πραγματικό χρόνο, επιτρέπει τη συνεχή αλλαγή αποφάσεων.

Σήμερα, η «δυναμική της κατάστασης» σημαίνει ότι ο πόλεμος είναι χαοτικός, πολυδιάστατος, ταχύτατα μεταβαλλόμενος, εξαρτημένος από την πληροφορία και την προσαρμογή.

Συνεπώς, ο Κλαούζεβιτς, χωρίς να γνωρίζει τη Θεωρία του Χάους, ουσιαστικά είχε προβλέψει ότι ο πόλεμος δεν είναι σχέδιο, αλλά είναι μία εξελισσόμενη διαδικασία. Αυτό που και σήμερα το βλέπουμε καθαρά. Κάθε ενέργεια, αλλάζει το σύστημα. Κάθε σύστημα αντιδρά και η κατάσταση δεν «ελέγχεται», αλλά διαχειρίζεται δυναμικά.

Αντίστοιχα, ο Μέγας Αλέξανδρος φυσικά, επίσης, δεν γνώριζε τη Θεωρία του Χάους, αλλά λειτουργούσε μέσα σε χαοτικές συνθήκες, πάντα με επιτυχία πάντα.

Οι πράξεις του προηγούνταν της θεωρίας κατά αιώνες Αυτή η ιδέα συνδέεται με τη μέθοδο του Αριστοτέλη (εμπειρία, πριν από τη γνώση), αλλά και του Καρλ Μαρξ (πράξη, πριν από τη θεωρία), ενώ ο Τζων Ντιούι, ένας από τους προοδευτικότερους Αμερικανούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα, έγραψε “learning by doing”.

Aν και αυτό δεν είναι απόλυτο, καθώς υπάρχει αλληλεπίδραση, επειδή η πράξη δημιουργεί νέα δεδομένα και η θεωρία βελτιώνει την πράξη, ενώ κάθε νέα πράξη την επιβεβαιώνει ή τη διαψεύδει. Η πράξη προηγείται χρονικά, αλλά η θεωρία είναι αυτή που επιτρέπει την εξέλιξη της πράξης. «Η θεωρία δεν γεννά την πράξη· την ακολουθεί, την ερμηνεύει και τελικά την μετασχηματίζει».

Η σχέση μεταξύ πράξης και θεωρίας, στον πόλεμο, αποκαλύπτει μια θεμελιώδη ασυμμετρία: η πράξη προηγείται της θεωρίας τόσο χρονικά, όσο και γνωσιολογικά. Ο πόλεμος, ως δυναμικό και μη γραμμικό φαινόμενο, βιώθηκε επί αιώνες πριν καταστεί αντικείμενο συστηματικής ανάλυσης.

Ο Μέγας Αλέξανδρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πρακτικής ιδιοφυΐας που λειτούργησε επιτυχώς μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας, ρευστότητας και συνεχούς μεταβολής, χωρίς να διαθέτει το θεωρητικό πλαίσιο που σήμερα θα ταυτίζαμε με τη Θεωρία

Πολυπλοκότητας ή του Χάους. Αντιστρόφως, ο Κλαούζεβιτς επιχείρησε να συλλάβει εννοιολογικά αυτή τη βιωμένη πραγματικότητα, εισάγοντας έννοιες όπως η «τριβή» και η «ομίχλη του πολέμου», οι οποίες προσεγγίζουν εντυπωσιακά σύγχρονες αντιλήψεις περί πολύπλοκων και απρόβλεπτων συστημάτων.

Υπό αυτή την έννοια, η θεωρία δεν προηγείται της πράξης αλλά την ακολουθεί, λειτουργώντας ως μηχανισμός κατανόησης και αναστοχασμού. Ωστόσο, η σχέση δεν είναι μονοσήμαντη: η θεωρία, αφού διαμορφωθεί, επανεισέρχεται στην πράξη, βελτιώνοντάς την και επιταχύνοντας την προσαρμοστική ικανότητα των δρώντων υποκειμένων. Έτσι, ο πόλεμος αναδεικνύεται ως πεδίο, όπου η εμπειρική δράση και η εννοιολογική επεξεργασία συνυπάρχουν σε μια διαλεκτική σχέση συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Οι «περιστάσεις» στον Κλαούζεβιτς δεν είναι πλήρως γνωστές. Δεν είναι σταθερές, δεν μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια. Συνεπώς, η απόφαση δεν είναι μαθηματική, αλλά κρίση υπό αβεβαιότητα. Πλησιάζει τη Θεωρία της Πολυπλοκότητας και τα μη γραμμικά συστήματα, την έννοια της «στρατηγικής ιδιοφυΐας» ή το πώς το αντίληψη Mission Command είναι ουσιαστικά απάντηση σε αυτές τις «περιστάσεις.

Η σύγχρονη εκδοχή και η κριτική

Η επιχειρησιακή λογική που αναδεικνύεται από ιστορικά παραδείγματα, όπως οι εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνδέεται άμεσα με τη σύγχρονη φιλοσοφία του Mission Command, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σε δόγματα οργανισμών με κύριο παράδειγμα το NATO.

Η έμφαση στην αποκέντρωση της λήψης αποφάσεων, την εμπιστοσύνη στους υφιστάμενους διοικητές και την κατανόηση της πρόθεσης του ανωτέρου (commander’s intent) αντανακλά πρακτικές που ήδη εφαρμόζονταν στην αρχαιότητα με ευέλικτους σχηματισμούς και ταχεία εκμετάλλευση ευκαιριών στο πεδίο της μάχης.

Στα σύγχρονα δόγματα επιχειρήσεων, το Mission Command επιδιώκει να αυξήσει την ταχύτητα αντίδρασης και την προσαρμοστικότητα σε πολύπλοκα περιβάλλοντα, ενσωματώνοντας τεχνολογία και διακλαδική συνεργασία, αλλά παραμένει θεμελιωδώς συνδεδεμένο με διαχρονικές αρχές ηγεσίας, πρωτοβουλίας και εμπιστοσύνης που χαρακτήριζαν ήδη τις επιτυχημένες στρατηγικές του παρελθόντος.

Πρόκειται για μια φιλοσοφία διοίκησης και ελέγχου που δίνει έμφαση στην αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων, βασισμένη στην προαναφερθείσα commander’s intent, την εμπιστοσύνη και την πρωτοβουλία των υφισταμένων.

Στο NATO, ο διοικητής καθορίζει τον σκοπό, τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και τα βασικά όρια δράσης, αλλά αφήνει στους κατώτερους διοικητές την ελευθερία να αποφασίσουν πώς θα επιτύχουν την αποστολή μέσα σε ένα δυναμικό και αβέβαιο περιβάλλον. Στόχος του Mission Command είναι η ταχύτητα, η ευελιξία και η αποτελεσματική προσαρμογή στις εξελισσόμενες συνθήκες του πεδίου επιχειρήσεων.

Η ανάπτυξη πρωτοβουλίας είναι κεντρική και όχι απλώς επιθυμητή. Στα δόγματα του NATO, η πρωτοβουλία θεωρείται βασική προϋπόθεση για την επιτυχία, διότι επιτρέπει στους υφιστάμενους διοικητές να ενεργούν άμεσα και αποτελεσματικά όταν οι συνθήκες αλλάζουν και οι οδηγίες δεν επαρκούν.

Ωστόσο, δεν είναι «ανεξέλεγκτη» πρωτοβουλία. Ασκείται πάντα μέσα στο πλαίσιο της πρόθεσης του διοικητή και της συνολικής αποστολής.

Με άλλα λόγια, ο υφιστάμενος δεν εκτελεί μηχανικά διαταγές, αλλά κατανοεί το «γιατί» και προσαρμόζει το «πώς». Η πρωτοβουλία λειτουργεί ως καταλύτης, παρέχοντας ταχύτητα και ευελιξία βασιζόμενη, ωστόσο, στην κατανόηση της αποστολής, λειτουργώντας εντός καθορισμένων ορίων, και όχι αυθαίρετα.

Αυτό είναι που διαφοροποιεί το Mission Command από πιο συγκεντρωτικά μοντέλα διοίκησης.

Ο Κλαούζεβιτς θεωρεί ότι η πραγματική ιστορία, αναφέρεται στο τι πραγματικά έχει γίνει, ως συνέπεια κάποιας απόφασης που είχε ληφθεί. Από την άλλη η δυνητική ιστορία, που αφορά στις εικασίες για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, εάν είχε ληφθεί μια διαφορετική απόφαση.

Ο Κλαούζεβιτς, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη σχέση πολέμου και εστίασε το ενδιαφέρον του στο πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο του πολέμου, αναφερόμενος στη στρατηγική της ειρήνης, ακόμη και από φιλοσοφική άποψη, σχετικά με τη χρησιμοποίηση της ισχύος και του πυρός για την εξουδετέρωση των αντιπάλων.

Οι μελετητές, που ασχολήθηκαν με το έργο του, το βρήκαν συναρπαστικό, αν και σε πολλά σημεία αινιγματικό. Αρκετοί μεταγενέστεροι νεότεροι διανοούμενοι το σχολιάζουν αρνητικά ή ακόμη και επικριτικά. Είναι γεγονός ότι ο Κλαούζεβιτς ασχολείται με την ανθρώπινη φύση, την αβεβαιότητα και τον ορθολογικό υπολογισμό, ως προς το αν θα παραμείνουν τα ίδια «εσαεί», όπως θα έλεγε και ο Θουκυδίδης.

Υποστήριξε λοιπόν ότι από κάθε άποψη, η τεχνολογία αποτελεί το στοιχείο που έχει επηρεάσει και μεταβάλει αμετάκλητα τη μορφή του πολέμου.

Ο Λίντελ Χαρτ επικρίνει τον Κλαούζεβιτς διότι «συνέβαλε στην παρακμή της τέχνης της στρατηγικής τέχνης (χρησιμοποιεί τον όρο generalship), θεωρώντας αδύνατη την καταβολή του εχθρού, χωρίς μεγάλη αιματοχυσία και ότι αυτή είναι η ορθή τάση της τέχνης του πολέμου. Αυτήν», συνεχίζει ο Λίντελ Χαρτ, «τη χρησιμοποίησαν αμέτρητοι ανεπαρκείς και στενόμυαλοι για να δικαιολογήσουν, ακόμη και να νομιμοποιήσουν, ανώφελη σπατάλη ανθρώπινων ζωών».

O δε Τζον Κίγκαν (Ιστορία του Πολέμου), σχολιάζοντας τις θέσεις του Κλαούζεβιτς γράφει: «ο πόλεμος δεν είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Εάν αυτή η ρήση του Κλαούζεβιτς ευσταθούσε, ο κόσμος θα ήταν περισσότερο κατανοητός. Η σκέψη του Κλαούζεβιτς δεν είναι πλήρης, καθόσον προϋποθέτει ότι υπάρχουν κράτη, με κρατικά συμφέροντα και ορθολογιστικοί υπολογισμοί του τρόπου με τον οποίο είναι δυνατόν να πραγματωθούν. Αλλά ο πόλεμος είναι κατά πολλές χιλιετίες παλαιότερος από το κράτος, από τη Διπλωματία, και από τη Στρατηγική.

Ο Πόλεμος είναι παλιός, σχεδόν όσο ο άνθρωπος, και αγγίζει μυστικές πλευρές της ανθρώπινης καρδιάς, όπου το Εγώ διαλύει τη λογική της σκοπιμότητας, όπου κυριαρχεί η φιλαυτία. όπου υπερτερεί το συναίσθημα και βασιλεύει το ένστικτο. Ο άνθρωπος είναι «πολιτικό ζώο», είπε ο Αριστοτέλης.

Ο Κλαούζεβιτς, πνευματικό τέκνο του Αριστοτέλη, δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να πει ότι ένα «πολιτικό ζώο» είναι ένα ζώο που κάνει πόλεμο. Ούτε τόλμησε να έρθει αντιμέτωπος με τη σκέψη ότι ο άνθρωπος, είναι ένα σκεπτόμενο ζώο του οποίου η νοημοσύνη κατευθύνει την κυνηγετική παρόρμηση του, και την ικανότητα του να σκοτώνει».

O Τζον Κίγκαν κρίνει, στην «Ιστορία του Πολέμου» πως «ο πόλεμος δεν είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», τονίζοντας ότι «εάν αυτή η ρήση του Κλαούζεβιτς ευσταθούσε, ο κόσμος θα ήταν περισσότερο κατανοητός».

Ο Κίγκαν συνεχίζει, γράφοντας ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει τις έννοιες αυτές με μεγαλύτερη ευκολία από τον Πρώσο στρατηγό Κλαούζεβιτς,

Έχοντας υπόψη τις απόψεις του Κλαούζεβιτς σχετικά με το ότι κανείς δεν ξεκινά έναν πόλεμο χωρίς να έχει ορίσει τους στόχους και τους σκοπούς, ο στρατηγός Κόλιν Πάουελ (πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ), επιστρέφοντας από το Βιετνάμ (ως συνταγματάρχης, στη δεκαετία του 1970) είπε ότι το υπ’ αριθμόν ένα λάθος ήταν η έλλειψη σαφούς στρατηγικής και πολιτικού σκοπού εκ μέρους της αμερικανικής] διοίκησης κατά την πολεμική εμπλοκή.