Η ισχύς πυρός των τεθωρακισμένων οχημάτων. Οι νέες τάσεις.

Μολονότι τα άρματα μάχης θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στο πεδίο της μάχης, εντούτοις οι αμυντικές βιομηχανίες προσπαθούν να συνδυάσουν την ισχύ πυρός των αρμάτων μάχης (πυροβόλα των 105mm και των 120mm) με την ευελιξία που διαθέτουν τα τεθωρακισμένα οχήματα (μικρότερες διαστάσεις και βάρος).

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (το 1991), ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, πίστεψαν ότι η τεθωρακισμένη ισχύς των Ενόπλων Δυνάμεων (άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα) έπρεπε να αλλάξει. Μέχρι τότε, οι τεθωρακισμένες δυνάμεις του ΝΑΤΟ στη δυτική Ευρώπη ήταν προσανατολισμένες προς την αντιμετώπιση των σοβιετικών μηχανοκίνητων και τεθωρακισμένων δυνάμεων. Έτσι, τα δυτικά άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα ήταν βαριά λόγω της ισχυρής θωράκισης, άρα ακατάλληλα για συγκρούσεις χαμηλής έντασης, όπως αυτές που προέκυψαν στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.

Ωστόσο, όλα τα σύγχρονα άρματα μάχης, όπως το αμερικανικό M-1 Abrams, το γαλλικό AMX-56 Leclerc, το γερμανικό Leopard-2, το βρετανικό Challenger-2 και το ρωσικό T-80 αναμένεται να παραμείνουν σε υπηρεσία έως το 2040 περίπου. Το παράδοξο είναι ότι καμία από τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες ανάπτυξης και κατασκευής αρμάτων μάχης δεν σχεδιάζει τις διάδοχες λύσεις. Αντιθέτως, επενδύουν στην ανάπτυξη τεθωρακισμένων οχημάτων ικανών να φέρουν πύργους αρμάτων μάχης με πυροβόλο των 105mm ή των 120mm. Είναι βέβαιο ότι εάν το εγχείρημα των τεθωρακισμένων οχημάτων με ισχύ πυρός αρμάτων μάχης πετύχει, τότε πολύ δύσκολα θα δούμε να παράγεται, για παράδειγμα, το Leopard-3. Σε αντίθετη περίπτωση, το πιθανότερο είναι ότι από το 2020-2025 και μετά θα δούμε να υλοποιούνται νέα προγράμματα σχεδίασης αρμάτων μάχης.

TΟ ΠΛΗΡΕΣ ΑΡΘΡΟ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ «Α&Δ» ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ.