Η αρχιτεκτονική της θαλάσσιας ασφάλειας του IMEC και η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ-Ινδίας
του Αντιπλοιάρχου Αθανασίου Δρίβα ΠΝ*
-Υποδιοικητής Σχολής Πολέμου Πολεμικού Ναυτικού-
και
του Καθηγητή Βασίλειου Σύρου
-Επίτιμος Εντεταλμένος Εταίρος, National Maritime Foundation (Ινδία)-
Ο Οικονομικός Διάδρομος India-Middle East-Europe (IMEC) συνιστά ένα πρωτοποριακό εγχείρημα συνδεσιμότητας που ενώνει την Ινδία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Ωστόσο, η σημασία του εκτείνεται πέρα από το εμπόριο, τη μεταφορά προϊόντων και τις υποδομές. Οι μεγάλοι εμπορικοί διάδρομοι σπάνια βασίζονταν αποκλειστικά στις υποδομέςˑ η επιτυχία τους απαιτούσε, επίσης, την προστασία των θαλάσσιων διόδων, των λιμένων και των κρίσιμων υποδομών.
Αυτή η πραγματικότητα έχει παγιωθεί σε ολόκληρο το θαλάσσιο χώρο που εκτείνεται από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο. Τα πλήγματα κατά της εμπορικής ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα, οι εντάσεις στο Στενό του Ορμούζ και η αυξανόμενη ευπάθεια των υποθαλάσσιων υποδομών αποτυπώνουν τις προκλήσεις ασφαλείας που αντιμετωπίζουν τα σύγχρονα εμπορικά δίκτυα. Συνεπώς, το μέλλον του IMEC θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τους λιμένες, τους σιδηροδρόμους και τις ενεργειακές υποδομές, αλλά και από τη δημιουργία ενός αξιόπιστου ιστού ασφάλειας για τη θωράκισή τους.
Στο σημερινό περιβάλλον ασφάλειας, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Ινδία κατέχουν κομβικές θέσεις κατά μήκος του IMEC. Συγκροτούν μια θαλάσσια αλυσίδα που συνδέει τον Ινδο-Ειρηνικό με την Ευρώπη μέσω της Ανατολικής Μεσογείου. Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι η σύγκλιση των στρατηγικών συμφερόντων, της γεωγραφικής θέσης και των ναυτικών δυνατοτήτων αυτών των τριών χωρών θέτει τα θεμέλια για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας που συνάδει με και δύναται να προάγει την ατζέντα του IMEC.
Μέσω της ναυτικής συνεργασίας, της προστασίας των κρίσιμων υποδομών και των στρατιωτικών συνεκπαιδεύσεων, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Ινδία έχουν τη μοναδική ευκαιρία να διαμορφώσουν έναν ανθεκτικό διάδρομο Ανατολής-Δύσης που θα ξεκινά από τη Βομβάη και θα καταλήγει στον Κόλπο της Σούδας.
Η γεωγραφία ως στρατηγικό πλεονέκτημα
Η γεωγραφία παραμένει μία από τις διαχρονικές και καίριες παραμέτρους της κρατικής ισχύος. Η Ινδία κατέχει κεντρική θέση στον Ινδικό Ωκεανό, μέσω της οποίας διέρχεται σημαντικός όγκος του παγκόσμιου εμπορίου και των ενεργειακών ροών.
Το πρόγραμμα Maritime India Vision 2030 της Ινδίας προσδιορίζει ρητά τη θαλάσσια συνδεσιμότητα, τη ναυτιλία, τις λιμενικές υποδομές και την ανάπτυξη του ναυτιλιακού τομέα ως βασικούς μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης, εμπορικής ανταγωνιστικότητας και εθνικής ισχύος. Συνάμα, αναδεικνύει τη θαλάσσια διάσταση ως κρίσιμο εργαλείο ενδυνάμωσης της διεθνούς παρουσίας και της στρατηγικής επιρροής της χώρας, με στόχο την ανάδειξη της Ινδίας σε κορυφαία παγκόσμια ναυτική και εμπορική δύναμη μέχρι το 2030.
Το Ισραήλ κατέχει κομβική θέση μεταξύ της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Τα λιμάνια του, οι ενεργειακές υποδομές του και η εγγύτητά του σε περιφερειακούς διαδρόμους το καθιστούν καίρια γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Η Ελλάδα, ελέγχει τη θαλάσσια πύλη που συνδέει τη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και την ηπειρωτική Ευρώπη.
Το γεωπολιτικό της αποτύπωμα ενισχύεται περαιτέρω από την ελληνική εμπορική ναυτιλία: η Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο, με σχεδόν 5.800 πλοία, που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 19% της παγκόσμιας χωρητικότητας και περίπου το 61% του στόλου που ελέγχεται από την Ε.Ε. Αυτό προσδίδει στην Ελλάδα ένα σπουδαίο στρατηγικό πλεονέκτημα για την ευρωπαϊκή αυτονομία, ανθεκτικότητα και θαλάσσια ασφάλεια.
Συνολικά, τα προαναφερθέντα τρία κράτη σχηματίζουν ένα συνεχές θαλάσσιο τόξο που εκτείνεται από τη Βομβάη έως τη Χάιφα και από τη Χάιφα έως την Ανατολική Μεσόγειο. Καθώς οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις συνεχίζουν να επηρεάζουν τις παραδοσιακές εφοδιαστικές αλυσίδες, ο άξονας αυτός αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα στο πλαίσιο της σύνδεσης της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης.

Η ασφάλεια ως πρόσταγμα
Οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν καταδείξει την ευαλωτότητα των παγκόσμιων θαλάσσιων δικτύων. Από το 2023, οι επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν αναγκάσει μεγάλο αριθμό πλοίων να αλλάξουν πορεία και να περιπλεύσουν την Αφρική, κάτι που αύξησε το κόστος και προξένησε διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι εντάσεις στο Στενό του Ορμούζ συνεχίζουν να υπενθυμίζουν στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι υπολογίσιμο ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών ενέργειας εξακολουθεί να περνά από μια στενή δίοδο. Ως αποτέλεσμα, η στρατηγική αξία του Στενού του Ορμούζ εκτείνεται πέρα από την περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Για την Ελλάδα, η ναυτική ασφάλεια είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την εθνική κυριαρχία και ευημερία, την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα και τη σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορίου. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία παραμένει ο κορυφαίος στόλος παγκοσμίως στον τομέα του διακρατικού εμπορίου.
Η στρατηγική της σημασία είναι ιδιαίτερα εμφανής στον τομέα των πετρελαιοφόρων και των δεξαμενόπλοιων LNG, όπου η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως. Πάνω από το 98% της χωρητικότητας του ελληνικού στόλου εξυπηρετεί το εμπόριο μεταξύ τρίτων χωρών. Τα ελληνικά εμπορικά πλοία πραγματοποίησαν περισσότερες από 175.000 προσεγγίσεις σε λιμάνια 171 χωρών το 2025.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ελληνική εμπορική ναυτιλία αντιστοιχεί στο 61% του στόλου που ελέγχεται από την Ε.Ε. και συνιστά αποφασιστικό πλεονέκτημα για την ευρωπαϊκή αυτονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και την απρόσκοπτη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, η προστασία των υπεράκτιων ενεργειακών υποδομών έχει εξελιχθεί σε στρατηγική προτεραιότητα. Η εκμετάλλευση εκτεταμένων κοιτασμάτων φυσικού αερίου έχει ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. και έχει μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε ζωτική περιοχή παραγωγής ενέργειας. Η προστασία των υπεράκτιων πλατφορμών και των υποθαλάσσιων αγωγών και η περιφρούρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σχετίζονται άμεσα με την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ, την περιφερειακή ενεργειακή συνεργασία και τις εξαγωγές προς την Ευρώπη.
Ο τομέας της υπεράκτιας ενέργειας του Ισραήλ εποπτεύεται από το υπουργείο Ενέργειας και Υποδομών, το οποίο ρυθμίζει τις δραστηριότητες εξερεύνησης και παραγωγής, παρακολουθεί τα πλάνα εργασιών, τα πρωτόκολλα ασφαλείας και την ανάπτυξη υποδομών. Μέσω του σχήματος Energy at Sea και του Petroleum Repository of Israel (Πηγή Δεδομένων σχετικά με το Πετρέλαιο του Ισραήλ) του υπουργείου Ενέργειας, το Ισραήλ παρέχει δομημένες πληροφορίες αναφορικά με τις υπεράκτιες και χερσαίες δραστηριότητες άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι ναυτιλιακές φιλοδοξίες της Ινδίας έχουν αποτυπωθεί στο Maritime India Vision 2030 (MIV 2030). Το MIV 2030 συνιστά μια ολιστική εθνική στρατηγική που αποβλέπει στην αναβάθμιση της χώρας σε κορυφαία παγκόσμια ναυτική δύναμη. Με απώτερο στόχο την ανάδειξη της Ινδίας στην πρώτη γραμμή της διεθνούς ναυτιλίας, αυτός ο οδικός χάρτης προβλέπει περισσότερες από 150 πρωτοβουλίες κατανεμημένες σε δέκα κατηγορίες, οι οποίες καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα του ινδικού ναυτιλιακού οικοσυστήματος.
Οι τομείς αυτοί εκτείνονται από τις λιμενικές υποδομές, την αποδοτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη ναυτιλιακή τεχνολογία έως τη ναυπηγική βιομηχανία, τις εσωτερικές πλωτές οδούς, τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη διεθνή ναυτιλιακή συνεργασία και τη ναυτική εκπαίδευση. Από στρατηγική σκοπιά, το MIV 2030 αντανακλά τη φιλοδοξία της Ινδίας να συσχετίσει την οικονομική ανάπτυξη, τη θαλάσσια συνδεσιμότητα και τις ναυτιλιακές υποδομές με την ενίσχυση της γεωοικονομικής και γεωπολιτικής της επιρροής σε ολόκληρο τον Ινδικό Ωκεανό και πέραν αυτού.

Καθώς η Ινδία πασχίζει να ενδυναμώσει τους οικονομικούς και εμπορικούς της δεσμούς με την Ευρώπη και να μεγιστοποιήσει την επιρροή της στον Ινδο-Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό, η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη στρατηγική αξία ως η πύλη που συνδέει την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.
Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η συνεργασία με την Ελλάδα και το Ισραήλ προσφέρει στην Ινδία δύο μείζονες και φερέγγυους ναυτικούς εταίρους σε καίρια σημεία του άξονα που συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με την Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη. Η γεωγραφική τους θέση -κατά μήκος ζωτικών θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του αναδυόμενου IMEC- αναβαθμίζει τις προοπτικές συνδεσιμότητας, οικονομικής συνεργασίας και θαλάσσιας ασφάλειας που επιδιώκει η Ινδία στο πλαίσιο της ευρύτερης ναυτικής της στρατηγικής.
Η θαλάσσια διάσταση του IMEC
Μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου γύρω από τον IMEC έχει εστιάσει στους λιμένες, τους σιδηροδρόμους και τα εφοδιαστικά δίκτυα. Παρόλα αυτά, η θαλάσσια διάσταση είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί πιο κρίσιμη από τα υλικά assets. Ο διάδρομος εξαρτάται από ασφαλείς θαλάσσιες διαδρομές από τον Ινδικό Ωκεανό έως τη Μεσόγειο. Δίχως επαρκείς εγγυήσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια, οι επενδύσεις σε υποδομές από μόνες τους δεν αρκούν να διασφαλίσουν τη συνδεσιμότητα.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Ινδία θα μπορούσαν να αρθρώσουν σταδιακά ένα πλαίσιο συνεργασίας για την ανταλλαγή δεδομένων αναφορικά με τη θαλάσσια επίγνωση της κατάστασης (Maritime Domain Awareness) και επιχειρησιακών πληροφοριών, τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, την κυβερνοασφάλεια, τα μη επανδρωμένα συστήματα και την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών.
Αυτή η συνεργασία δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει σε επίσημη τριμερή στρατιωτική συμμαχία, αλλά δύναται να προσφέρει ένα ρεαλιστικό πλαίσιο που θα εδράζεται σε κοινά συμφέροντα και στρατηγικές προτεραιότητες. Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να κυοφορήσουν έναν ιστό θαλάσσιας ασφάλειας που θα υποβαστάζει και θα προωθεί τη γενικότερη αποστολή του IMEC.
Καίριο ορόσημο θα ήταν η σύσταση μιας Task Force (Ομάδας Εργασίας) Ελλάδας-Ισραήλ-Ινδίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό το εγχείρημα δεν θα συνεπαγόταν αναγκαστικά τη δημιουργία ενός μόνιμου πολυεθνικού στόλου. Αντίθετα, θα μπορούσε να περιλαμβάνει εκ περιτροπής δρομολόγηση και ανάθεση αποστολών, συντονισμένες ναυτικές ασκήσεις, από κοινού θαλάσσια επιτήρηση και επισκέψεις σε λιμάνια και των τριών χωρών.
Πρωταρχικός σκοπός θα ήταν η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας, η βελτίωση της επίγνωσης της ναυτικής κατάστασης και η προβολή της συλλογικής βούλησης και απαρέγκλιτης δέσμευσης για την περιφερειακή σταθερότητα. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα αντικατόπτριζε τις υφιστάμενες πολυεθνικές πρωτοβουλίες ναυτικής συνεργασίας, αποφεύγοντας τις πολιτικές επιπλοκές και τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις των επίσημων δομών στις οποίες βασίζονται οι διακρατικές συμμαχίες.
Το στρατηγικό τρίγωνο: ο κόλπος της Σούδας, η Λεμεσός και η Χάιφα
Η γεωγραφική σύνθεση της Ανατολικής Μεσογείου ενδείκνυται για πιο στενή ναυτική συνεργασία ανάμεσα στην Ελλάδα, το Ισραήλ και την Ινδία. Ο κόλπος της Σούδας και ο Ναύσταθμος Κρήτης συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαντικότερων ναυτικών εγκαταστάσεων της Μεσογείου.
Τα φυσικά βάθη του κόλπου επιτρέπουν τη φιλοξενία αεροπλανοφόρων και πυρηνοκίνητων υποβρυχίων. Η προνομιακή του θέση στο σημείο συνάντησης των θαλάσσιων αρτηριών που ενώνουν τη Μεσόγειο με τη Μέση Ανατολή και τον Ινδικό Ωκεανό, σε συνάρτηση με τις προηγμένες υποδομές υποστήριξης, τον καθιστούν κρίσιμο επιχειρησιακό και εφοδιαστικό κόμβο για το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ και τις συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις.
Ως εκ τούτου, η Σούδα θα μπορούσε να διαδραματίσει κεφαλαιώδη ρόλο στην αρχιτεκτονική θαλάσσιας ασφάλειας που θα συνέδεε την Ανατολική Μεσόγειο με τον IMEC και τον Ινδικό Ωκεανό.
Η Κύπρος, με τη Λεμεσό ως κεντρικό ναυτιλιακό κόμβο, κατέχει θέση-κλειδί στο σταυροδρόμι της Ευρώπης, της Ανατολικής Μεσογείου και ζωτικών εμπορικών διαδρομών που συνδέουν τη Μεσόγειο με τη Διώρυγα του Σουέζ και την Ερυθρά Θάλασσα. Πιο ανατολικά, η Χάιφα αποτελεί τόσο ένα καίριο εμπορικό λιμάνι και διαμετακομιστικό σταθμό, όσο και βασικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής της ναυτικής ασφάλειας του Ισραήλ.
Η Σούδα, η Λεμεσός και η Χάιφα συγκροτούν ένα στρατηγικό τρίγωνο ικανό να εκτελέσει ναυτικές επιχειρήσεις και να εγγυηθεί εφοδιαστική υποστήριξη, κοινές εκπαιδευτικές δράσεις, τη θαλάσσια επιτήρηση και τη διαχείριση κρίσεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Τακτικές αναπτύξεις πολεμικών σκαφών που θα συνδέουν τους τρεις κόμβους, θα προσφέρουν πολύτιμη επιχειρησιακή εμπειρία, θα ενισχύσουν τη κοινή θαλάσσια επίγνωση της κατάστασης και θα εδραιώσουν τη ναυτική διάσταση του IMEC.
Παράλληλα, οι αμοιβαίες επισκέψεις πολεμικών πλοίων από την Ελλάδα, το Ισραήλ και Ινδία σε λιμένες-ναυστάθμους, η διεξαγωγή κοινών ναυτικών ασκήσεων και οι συντονισμένες περιπολίες θα καλλιεργήσουν διαρκείς συνθήκες συνεργασίας, θα εμβαθύνουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των πολεμικών ναυτικών και θα αναδείξουν την αυξανόμενη στρατηγική σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου και του Ινδο-Ειρηνικού ως ενιαίου και αδιάσπαστου γεωστρατηγικού χώρου.

Εκπαίδευση και διαλειτουργικότητα: ο ρόλος του ΚΕΝΑΠ (NMIOTC)
Η αποτελεσματική ναυτική συνεργασία προϋποθέτει κοινές διαδικασίες και επιχειρησιακές αρχές και επαγγελματική εξοικείωση μεταξύ των συμμετεχουσών δυνάμεων. Το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ναυτικής Αποτροπής του ΝΑΤΟ (NATO Maritime Interdiction Operational Training Centre – NMIOTC), το οποίο βρίσκεται στον Κόλπο της Σούδας σε εγκαταστάσεις του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, είναι η μόνη εκπαιδευτική μονάδα του ΝΑΤΟ που ειδικεύεται στον ναυτικό τομέα και είναι πιστοποιημένη από τη Allied Command Transformation.
Η αποστολή του επικεντρώνεται στη συνδυασμένη εκπαίδευση των εταίρων του ΝΑΤΟ για την υποστήριξη επιχειρήσεων θαλάσσιας παρεμπόδισης (Maritime Interdiction Operations), συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων επιφανείας, υποβρύχιας δράσης, εναέριας επιτήρησης και ειδικών επιχειρήσεων.
Υπό την αιγίδα μιας μελλοντικής στρατηγικής τριάδας Ελλάδας-Ισραήλ-Ινδίας, η εκπαιδευτική και επιχειρησιακή συνεργασία θα μπορούσε να επεκταθεί σε ένα ευρύ φάσμα ναυτικών αποστολών και εξειδικευμένων αντικειμένων. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να περιλαμβάνει επιχειρήσεις θαλάσσιας παρεμπόδισης, διαδικασίες επιβίβασης και ελέγχου πλοίων (boarding operations), προστασία της εμπορικής ναυτιλίας και θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εφαρμογή του διεθνούς και επιχειρησιακού ναυτικού δικαίου, κυβερνοασφάλεια, ενσωμάτωση μη επανδρωμένων συστημάτων και προστασία κρίσιμων θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών.
Η συνεργασία αυτή θα έδινε ώθηση στη διαλειτουργικότητα των τριών χωρών και θα συντελούσε στη δημιουργία ενός κοινού πλαισίου αντιμετώπισης συμβατικών, υβριδικών και ασύμμετρων κινδύνων κατά μήκος των θαλάσσιων διαδρόμων που συνδέουν τον Ινδικό Ωκεανό με την Ανατολική Μεσόγειο.
Ωστόσο, η στρατηγική αξία του NMIOTC δεν περιορίζεται στην επαγγελματική εκπαίδευση. Το NMIOTC φέρνει την Ελλάδα στην πρώτη γραμμή της επαγγελματικής στρατιωτικής εκπαίδευσης και της αρχιτεκτονικής διαλειτουργικότητας που θα μπορούσε να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο του πλέγματος θαλάσσιας ασφάλειας του IMEC στη Μεσόγειο.
Η προστασία κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών
Η προστασία των κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών έχει αναχθεί σε καθοριστική πρόκληση για την ασφάλεια στον 21ο αιώνα. Οι σύγχρονες οικονομίες εξαρτώνται από τα δίκτυα των υποβρύχιων καλωδίων, τις υπεράκτιες ενεργειακές εγκαταστάσεις, τους τερματικούς σταθμούς LNG, τα λιμάνια και τα ψηφιακά δίκτυα επικοινωνιών. Η Alliance Maritime Strategy του ΝΑΤΟ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη θαλάσσια ασφάλεια, την προστασία των κρίσιμων υποβρύχιων υποδομών και τη θαλάσσια επίγνωση της κατάστασης.
Στους προαναφερθέντες τομείς, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Ινδία διαθέτουν συμπληρωματικές δυνατότητες. τεχνογνωσία και συγκλίνοντα συμφέροντα. Τα υποβρύχια καλώδια, οι αγωγοί, οι υπεράκτιες πλατφόρμες, οι τερματικοί σταθμοί LNG και οι λιμενικοί σταθμοί δεν πρέπει πλέον να εκλαμβάνονται ως αμιγώς εμπορικά assetsˑ είναι στρατηγικοί κόμβοι τρωτοί σε δολιοφθορές και υβριδικές απειλές.
Η συνεργασία στους τομείς της υποβρύχιας επιτήρησης, των αυτόνομων συστημάτων, της συλλογής δεδομένων και ναυτικών πληροφοριών, των προσομοιώσεων πολεμικών σεναρίων και της παρακολούθησης του θαλάσσιου πυθμένα θα ενίσχυε την ανθεκτικότητα, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια του IMEC και των κοινών θαλάσσιων ζωνών.
Ένα επιπλέον πρακτικό βήμα θα ήταν η δημιουργία ενός μόνιμου Παρατηρητηρίου Υβριδικών Απειλών Ελλάδας-Ισραήλ-Ινδίας. Αυτό το εγχείρημα θα μεταφραζόταν στη σύσταση ενός μηχανισμού ανάλυσης και ανταλλαγής πληροφοριών και έγκαιρης προειδοποίησης, με εστίαση στις υβριδικές προκλήσεις που επηρεάζουν το θαλάσσιο χώρο του IMEC.
Συγκεκριμένα, το Παρατηρητήριο θα μπορούσε να παρακολουθεί υβριδικές δραστηριότητες στη θάλασσα, κυβερνοαπειλές, εκστρατείες παραπληροφόρησης, απόπειρες δολιοφθοράς, εξαναγκαστικές ενέργειες κατά της ναυτιλίας, καθώς και απειλές εναντίον κρίσιμων υποθαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών. Μέσω της σύγκρισης και σύνθεσης δεδομένων προερχόμενων από ανοικτές πηγές και πληροφοριών, αναφορικά με τη θαλάσσια επίγνωση της κατάστασης, της ανταλλαγής τεχνογνωσίας και της θεσμικής συνεργασίας των τριών χωρών, το Παρατηρητήριο θα μπορούσε να συνεισφέρει στην έγκαιρη ανίχνευση κινδύνων και να παρέχει σε συστηματική βάση στρατηγικές αξιολογήσεις στους παράγοντες χάραξης πολιτικής.
Συμπεράσματα
Οι στρατηγικές επιπτώσεις του IMEC δεν θα κριθούν από το ύψος των επενδύσεων που θα προσελκύσει, αλλά από την ικανότητά του να λειτουργεί με ασφάλεια τόσο σε περιόδους ειρήνης όσο και σε περιόδους κρίσεων. Η συνδεσιμότητα είναι στενά συνυφασμένη με την ασφάλειαˑ χωρίς επαρκή προστασία των θαλάσσιων διαδρόμων, των ενεργειακών υποδομών και των ψηφιακών δικτύων, ακόμη και τα πιο φιλόδοξα και μεγαλεπήβολα έργα διασύνδεσης παραμένουν εκτεθειμένα σε διαταραχές και αποσταθεροποιητικές ενέργειες.
Η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Ινδία προσφέρουν συμπληρωματικά πλεονεκτήματα που τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση. Η Ινδία έχει οικονομικό εκτόπισμα και έντονη ναυτική παρουσία σε ολόκληρο τον Ινδικό Ωκεανό. Το Ισραήλ λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ του Περσικού Κόλπου και της Μεσογείου.
Η Ελλάδα παρέχει στρατηγική πρόσβαση στην Ευρώπη, διαθέτει έναν παγκόσμιας εμβέλειας ναυτιλιακό τομέα, ένα ικανό και σύγχρονα εξοπλισμένο Πολεμικό Ναυτικό, καθώς και κρίσιμες ναυτικές υποδομές με επίκεντρο τη Σούδα. Οι τρεις χώρες μπορούν να συνδιαμορφώσουν μια ισχυρή ναυτική σύμπραξη κατά μήκος ενός από τους σημαντικότερους, αλλά και πιο ευαίσθητους, θαλάσσιους διαδρόμους του 21ου αιώνα.
Ο άξονας Ελλάδας-Ισραήλ-Ινδίας θα προσέδιδε στον IMEC μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Συνδέοντας τον Ινδικό Ωκεανό, τον Περσικό Κόλπο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη μέσω αξιόπιστων εταίρων, ο διάδρομος δεν θα στηρίζεται αποκλειστικά σε φυσικές υποδομές και δίκτυα μεταφορών, αλλά σε ένα πλέγμα λιμένων, ναυτικών εγκαταστάσεων, συστημάτων θαλάσσιας επίγνωσης της κατάστασης, κέντρων εκπαίδευσης και μηχανισμών πολιτικού και στρατηγικού συντονισμού.
Με αυτόν τον τρόπο, ο IMEC θα αποκτούσε υψηλότερη ανθεκτικότητα έναντι πιθανών κρίσεων, εξαναγκαστικών ενεργειών και υβριδικών απειλών, ενισχύοντας παράλληλα την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας που ενώνουν την Ασία με την Ευρώπη.
Οι προτάσεις για πιο εντατική ναυτική συνεργασία, οι τακτικές αναπτύξεις ναυτικών μονάδων που θα συνδέουν τη Σούδα, την Κύπρο και τη Χάιφα, η αξιοποίηση του ΚΕΝΑΠ (NMIOTC), καθώς και η σύσταση ενός τριμερούς Παρατηρητηρίου Υβριδικών Απειλών, δεν θα πρέπει να ιδωθούν ως αποσπασματικές πρωτοβουλίες, αλλά ως πυλώνες μιας συνεκτικής αρχιτεκτονικής θαλάσσιας ασφάλειας. Αυτά τα εγχειρήματα θα ενίσχυαν τη διαλειτουργικότητα, θα βελτίωναν τη θαλάσσια ανθεκτικότητα και θα υποστήριζαν την προστασία των κρίσιμων υποδομών σε ολόκληρο τον IMEC.
Καθώς οι γεωπολιτικές αντιπαλότητες μετατοπίζονται ολοένα και περισσότερο προς το θαλάσσιο πεδίο, η Ανατολική Μεσόγειος και ο Ινδο-Ειρηνικός εξελίσσονται βαθμιαία σε έναν ενιαίο στρατηγικό χώρο. Υπό το φως αυτών των διεργασιών, η συνεργασία Ελλάδας, Ισραήλ και Ινδίας αποτελεί τόσο πρακτική απάντηση στις προκλήσεις ασφαλείας, που αναδύονται και καθορίζουν τα περιφερειακά τους περιβάλλοντα, όσο και ουσιώδη συμβολή στη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των θαλάσσιων διαδρόμων που συνδέουν την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ασία.
- ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι αυστηρά προσωπικές. Δεν δεσμεύουν το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (ΓΕΝ), ούτε αντανακλούν την επίσημη πολιτική, τις θέσεις ή τις αποφάσεις του.