Η αναθεωρητική εμμονή της Άγκυρας

Δημοσιεύθηκε: Οκτώβριος 7, 2017

Του Ιωάννου Σ. Λάμπρου
ΜA in War Studies, MA in International Boundary Studies

Η συμπεριφορά και οι λεκτικές αναφορές του Τούρκου προέδρου Ρ.Τ. Ερντογάν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, έχουν προκαλέσει την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης και σχολιάζονται αναλόγως.  Χαρακτηριστικά, το Μάρτιο του 2017,  αποκάλεσε τους Ολλανδούς  «απομεινάρια των Ναζί, φασίστες», επειδή οι ολλανδικές αρχές δεν επέτρεψαν στην  Τουρκάλα Υπουργό Οικογενείας Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά να εισέλθει στο τουρκικό προξενείο του Ρότερνταμ και, ταυτόχρονα, απαγόρευσαν προεκλογική συγκέντρωση στην ίδια πόλη, ενόψει του δημοψηφίσματος προς αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων της 16ης Απριλίου, συγκέντρωση στην οποία θα παρευρίσκονταν ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου.[1] Υπενθυμίζεται πως η πόλη του Ρότερνταμ κατέβαλε βαρύτατο φόρο αίματος, στις 14 Μαΐου 1940, κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ολλανδία με πολλές εκατοντάδες νεκρών (σχεδόν 900) και με ισοπεδωμένο σημαντικό μέρος της πόλης. Λίγες ημέρες πριν, ο Τούρκος πρόεδρος, αντιδρώντας στην απαγόρευση πολιτικών εκδηλώσεων λόγω δημοψηφίσματος, στη Γερμανία από τις  αρχές της χώρας δήλωσε: «οι πρακτικές σας δεν είναι διαφορετικές από τις πρακτικές των Ναζί στο παρελθόν».[2]  Σε σχέση με το προσφυγικό ζήτημα, απείλησε την Ε.Ε., το Νοέμβριο του 2016, σε απάντηση ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί διακοπής των προενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα,  ότι θα ανοίξει τις συνοριακές πύλες, επιτρέποντας σε εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες να κατευθυνθούν δυτικά.[3] 


[1] Βλέπε σχετικά, http://www.bbc.com/news/world-europe-39242707.

[2] Βλέπε σχετικά, http://www.bbc.com/news/world-europe-39173296.

[3] Βλέπε σχετικά, http://www.bbc.com/news/world-europe-38103375.


Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με την Ελλάδα, συχνές έχουν γίνει οι αναφορές από Τούρκους αξιωματούχους στη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία έστω και αν δεν αφορά αποκλειστικά τη χώρα μας,  εντούτοις  η αναφορά σε αυτήν καταδεικνύει την αναθεωρητική προσήλωση της γείτονος. Το Σεπτέμβριο του 2016, ο Τούρκος  πρόεδρος δήλωσε σχετικά: «τώρα βλέπετε το Αιγαίο. Τα νησιά όπου, αν φωνάξεις, ακούγεται η φωνή σου στην απέναντι ακτή, εμείς τα εκχωρήσαμε με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Αυτή είναι η νίκη; Ήταν δικά μας. Εκεί ακόμη έχουμε δικά μας τζαμιά και μνημεία». Και συνέχισε: «όμως, τώρα συζητάμε τι θα γίνει με την υφαλοκρηπίδα, τι θα γίνει στον αέρα, τι θα γίνει στη θάλασσα. Αυτά συζητάμε. Ακόμη δίνουμε αυτό τον αγώνα. Γιατί; Αιτία είναι όσοι κάθισαν στο τραπέζι για συνομιλίες και δεν κατάφεραν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων σε εκείνη τη Συνθήκη. Σήμερα βιώνουμε τις επιπτώσεις αυτής της αδυναμίας ». [1]

Στα μέσα Οκτωβρίου του 2016, μιλώντας, στο πανεπιστήμιο που φέρει το όνομα του, στη Ριζούντα, τόνισε: « τα φυσικά μας σύνορα είναι διαφορετικά από τα σύνορα της καρδιάς μας… Σεβόμαστε, φυσικά, τα φυσικά σύνορα· αλλά δεν μπορούμε να χαράξουμε σύνορα στην καρδιά μας, ούτε θα το επιτρέψουμε. Μερικοί ρωτούν, ” γιατί νοιάζεστε για το Ιράκ, γιατί νοιάζεστε για τη Συρία”. Ρωτάνε ” γιατί νοιάζεστε για τη Γεωργία, την Ουκρανία, την Κριμαία, το Αζερμπαιτζάν, το Καραμπάχ, τα Βαλκάνια, τη Βόρειο Αφρική”». Και συνέχισε: «είναι δυνατό να διαχωρίσεις τη Ριζούντα από το Μπατούμι; ΄Η είναι δυνατό να θεωρήσουμε την Αδριανούπολη ξεχωριστά από τη Θεσσαλονίκη και το Κάρτζαλι;… Βλέπετε κάτι από εμάς σε κάθε χώρα της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, όταν σταματήσεις μεταξύ Χατάυ και Μαρόκου. Σίγουρα συναντάς ένα ίχνος από τους προγόνους μας σε κάθε βήμα κατά μήκος της γεωγραφίας από τη Θράκη μέχρι την Ανατολική Ευρώπη ».[2]

Λίγες ημέρες μετά, σε συνέδριο, ο Ρ.Τ. Ερντογάν συνέχισε: «…Γυρίσαμε ποτέ στο παρελθόν την πλάτη μας όταν αντιμετώπισαν δυσκολίες οι ομοεθνείς μας στην Βουλγαρία, στην Ελλάδα, στη ‘’Μακεδονία’’, τα αδέλφια μας στην Βοσνία, στην Αλβανία και στο Κόσοβο; Είπαμε ποτέ πως οι υποθέσεις αυτές είναι εσωτερικές; Μπορούμε να γυρίσουμε την πλάτη μας;» Ανέλαβε δε και την προστασία των μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ευρώπη, επισημαίνοντας  «η έχθρα προς τους ξένους στην Ευρώπη αυξάνεται, και εμείς είμαστε οι πρώτοι που αντιδρούμε. Γιατί; Διότι εκεί ζουν 5 εκατομμύρια πολίτες μας που έχουν τις ρίζες τους στην Τουρκία. Επιπλέον, πρέπει να προσθέσουμε και τα αδέλφια μας από το Τουρκεστάν, το Αφγανιστάν και την Κεντρική Ασία που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη ». [3]


[1] Το σχετικό τηλεοπτικό απόσπασμα, https://www.youtube.com/watch?v=k_Hjcq9vkYc.

[2] Οι δηλώσεις εδώ, https://www.tccb.gov.tr/en/news/542/53641/pyd-ve-ypg-teror-orgutleri-pkknin-atigidir.html .

[3] Οι δηλώσεις εδώ, http://www.liberal.gr/arthro/89114/epikairotita/2016/proklitikes-diloseis-Erdogan-tha-prostateusoume-tous-omoethneis-mas-stin-ellada-.html.


Τον περασμένο Μάιο, σε συνάντηση του με τον Έλληνα πρωθυπουργό, ο κ. Ερντογάν έκανε λόγο για «πλήρη υλοποίηση της Συνθήκης της Λωζάννης», δήλωση η οποία ερμηνεύτηκε ως  επαναφορά του αιτήματος της γείτονος  για αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. [1]

Πιο πρόσφατα, ο Τούρκος αντιπρόεδρος, καταγόμενος από τη Δυτική Θράκη, υπεύθυνος της Γενικής Διεύθυνσης Βακουφίων και των Τούρκων του εξωτερικού Χακάν Τσαβούσογλου, ανέφερε,  στο 18ο Πανηγύρι Δυτικοθρακιωτών, στις 30 Ιουλίου, στην Προύσα, πως: «… Σήμερα ορισμένοι λένε τι δουλειά έχετε εκεί, τι δουλειά έχετε στη Συρία. Εγώ τους απαντώ, μπορεί ο ορίζοντας σας να μην τα περιλαμβάνει αυτά και ο ψυχικός σας  κόσμος να μην τα καταλαβαίνει, όμως όσοι εποφθαλμιούν την Τουρκία, δεν θα έχουν να κάνουν μόνο με τα 80 εκατομμύρια. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι μας που ζουν στη γεωγραφία του πολιτισμού μας. Αυτοί είναι αδέλφια μας, εμείς θα τους στηρίξουμε. Αυτή η συνεργασία μας θα την διατηρήσουμε μέχρι τέλους …

Σήμερα στην Τουρκία από τα 80 εκατομμύρια των πολιτών μας, που βλέπουν την Τουρκία ως την πατρίδα τους, υπάρχουν εκατομμύρια αδέλφια μας που βλέπουν την Τουρκία πέρα και από πατρίδα, ως μια μητέρα πατρίδα… Η Τουρκία δεν είναι μόνο μια χώρα 780 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, αλλά με ένα παρελθόν 600 ετών πολιτισμού, διαθέτει μια γεωγραφία ψυχής που αντιστοιχεί σε πολύ ευρύτερα σύνορα

Όπως το βράδυ της 15ης Ιουλίου ( σ.σ. τη νύκτα της απόπειρας πραξικοπήματος, το 2016) βγήκαν στους δρόμους πατριώτες σε όλη την Τουρκία, γνωρίζω τα αδέλφια μας από την Βουλγαρία, την “Μακεδονία”, το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, την Αλβανία, τη Δυτική Θράκη, οι οποίοι βγήκαν στους δρόμους της Τουρκίας, ήρθαν στο αεροδρόμιο της Πόλης…

Η κοινωνία των Βαλκανίων υπέφερε πολλά. Αυτοί που αναγκάστηκαν να αλλάξουν όνομα, αυτοί που έμειναν στους δρόμους της προσφυγιάς, αυτοί που έζησαν πολέμους, βάσανα. Όμως δύο πάθη του δεν τα εγκατέλειψε. Πρώτο την εθνική του ταυτότητα και το άλλο η πίστη της καρδιάς του. Εάν εμείς θέλουμε να συνεχίσουμε για πάντα την ύπαρξη μας σε αυτή τη περιοχή, οπωσδήποτε πρέπει να αγκαλιάσουμε σφιχτά την πίστη μας, τη ταυτότητα μας, τα ιερά μας και τις αξίες που μας προσδιορίζουν… ».[2]


[1] Η είδηση εδώ, http://www.iefimerida.gr/news/337373/ti-eipe-mprosta-ston-tsipra-o-erntogan-gia-ti-synthiki-tis-lozanis-salos-sta-kommata#axzz4gzFZ6tCD.

[2] Ανατολή, έκδοση για την Καθ’ Ημάς Ανατολή και τον Οικουμενικό Ελληνισμό, τεύχος 165, σελ. 3.


Λίγο αργότερα, τέλη Αυγούστου, ο Τούρκος πρόεδρος μιλώντας σε εκδήλωση τόνισε: «άλλα είναι τα επίσημα σύνορα της χώρας μας, άλλα είναι τα σύνορα της καρδιάς μας. Τα σύνορα της καρδιάς μας περιλαμβάνουν όλα τα μέρη στα οποία ζουν αυτοί που τους βλέπουμε σαν αδέρφια και μας βλέπουν σαν αδέρφια. Στους επισκέπτες  μας από την Συρία, τους λέω πως η Τουρκία είναι και δική σας πατρίδα». [1]

Η ευρεία οπτική της τουρκικής ηγεσίας, πέραν των διακρατικών συνόρων, και η επισήμανση διαφοροποίησης των τελευταίων με ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις και τάσεις είναι σαφής, όπως άλλωστε συνάγεται και από το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου.[2] Κάνοντας επιλεκτική και εργαλειακή χρήση της ιστορίας η Άγκυρα αναζητά ρόλο και θέση στον υπό διαμόρφωση νέο συσχετισμό δυνάμεων. Ο βαθμός επιτυχίας θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από το σε ποιο βαθμό η  ισλαμοεθνική σύμπραξη μπορεί να συνδυάσει όλες τις τάσεις εντός της τουρκικής κοινωνίας; Σε ποιον βαθμό θα απορροφηθούν, σε αυτό το εγχείρημα, οι Κεμαλικές δυνάμεις μέσω της  προοπτικής της επέκταση προς δυσμάς ενισχύοντας, κατά την προσέγγιση τους, τα ερείσματα περί δυτικής ταυτότητας της Τουρκίας έστω και αν ο συνολικός προσανατολισμός της χώρας κινείται προς Ανατολάς;

Η συχνή επανάληψη των πιο πάνω αξιώσεων εθίζει την τουρκική κοινωνία στο να τις θεωρεί κτήμα και δικαίωμα της. Σαφής και πάλι ο Αχμέτ Νταβούτογλου: «οι επαΐοντες της εξωτερικής πολιτικής οφείλουν να είναι, πρώτα απ’ όλα, προετοιμασμένοι από ψυχολογική άποψη στα θέματα των πέραν των συνόρων τακτικών σχεδιασμών και αξιώσεων. Αυτή η ψυχολογική προετοιμασία πρέπει να ολοκληρώνεται με μια βάση κοινωνικοψυχολογικής κουλτούρας νομιμοποίησης δυνάμενη να επηρεάζει προς αυτή την κατεύθυνση την εσωτερική κοινή γνώμη ».[3]


[1] Η είδηση εδώ, http://www.liberal.gr/arthro/162015/amyna–diplomatia/2017/epimenei-sta-isonsunora-tis-kardiassin-o-Erdogan-kai-sto-isonkokkino-milosin-Kizil-Elma-tou-pantourkismou.html .

[2] Γράφει ο Α. Νταβούτογλου  « Η ασυμβατότητα που υφίσταται μεταξύ των σύγχρονων πολιτικών συνόρων και των πραγματικών γεωπολιτικών αξόνων, οι εκατέρωθεν απαιτήσεις που υποστηρίζονται από ιστορικές απόψεις, οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται μεταξύ της de facto  κατάστασης και των de jure πολιτικών προσδιορισμών συνιστούν τη βασική αιτία ύπαρξης εξωπεριφερειακών πεδίων επέμβασης και διαφόρων εντάσεων από συνεχιζόμενες συγκρούσεις », σελ. 225 Αχμέτ Νταβούτογλου, Το Στρατηγικό Βάθος, Η διεθνής θέση της Τουρκίας, β΄ έκδοση, μτφ. Νικόλαος Ραπτόπουλος, Εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα, 2010. Επίσης, σχετικά με το Αιγαίο και την «αγεφύρωτη αντίφαση μεταξύ της γεωλογικής και γεωπολιτικής πραγματικότητας και του ισχύοντος καθεστώτος» βλέπε σελ. 268.

[3] Ibid., σελ. 108-109.


Σε σχέση με τα νησιά, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ίμβρος και η Τένεδος αποδόθηκαν στην Τουρκία λόγω της στρατηγικής  τους θέσης, πλησίον των Στενών, αλλά αναγνωρίστηκε ο ελληνικός χαρακτήρας τους και προβλέφθηκε καθεστώς αυτοδιοίκησης το οποίο καταργήθηκε. Ο Τούρκος πρόεδρος ενδιαφέρεται για τα νησιά, αδιαφορώντας  αν σε αυτά υπάρχουν Έλληνες. Στην περίπτωση κατά την οποία νησιά με ελληνικό πληθυσμό θα παραχωρούντο στην Τουρκία, βάσει της λογικής  της γεωγραφικής γειτνίασης και μόνο, η μοίρα των κατοίκων αυτών θα ήταν η ίδια με αυτή των Ιμβρίων και Τενεδίων.[1]

Η επισήμανση Ερντογάν της μικρής απόστασης μεταξύ μικρασιατικών ακτών και πολλών ελληνικών νησιών μπορεί να απαντηθεί από την υπόμνηση ότι μέχρι τη Γενοκτονία του Ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι  απέναντι μικρασιατικές ακτές είχαν συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Άρα δεν υπήρχε κάτι το παράδοξο, διότι η όλη περιοχή, μικρασιατικές ακτές και ελληνικά νησιά, αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο, πολιτιστικά και οικονομικά.

Η Τουρκία πότε χρησιμοποιεί το στοιχείο της γεωγραφίας (εγγύτητα νησιών στη μικρασιατική ακτή) για τα νησιά του Αιγαίου, πότε το ανθρώπινο στοιχείο (μειονότητα) για τη Θράκη. Τα πιο πάνω επιχειρήματα είναι αντιθετικά διότι το μεν πρώτο χαρακτηρίζεται από ένα γεωγραφικό ντετερμινισμό και το άλλο στην ύπαρξη μουσουλμανικής μειονότητας (μειονοτήτων κατά τη συνθήκη της Λωζάννης). Στην περίπτωση της Κύπρου, γίνεται χρήση και των δύο στοιχείων ανάλογα με τις περιστάσεις. Το γεγονός ότι στα μικρά νησιά, μικρά και μεγάλα, κοντά στις μικρασιατικές ακτές, κατοικούν Έλληνες δεν αποτελεί  πρόβλημα για την Τουρκία. Εφόσον, σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, η γεωγραφία υπερέχει, το ανθρώπινο στοιχείο δεν έχει καμιά σημασία.  Παράλληλα, στην περίπτωση των μουσουλμάνων της Θράκης το ανθρώπινο στοιχείο αναβιβάζεται σε κυρίαρχο. Ίδια τακτική διπλού επιχειρήματος ακολουθείται και στην Κύπρο. Πότε ισχυρίζεται η Άγκυρα ότι οι Τουρκοκύπριοι, συνέταιροι στο κυπριακό κράτος του 1960, δικαιούνται μεριδίου από τα έσοδα των φυσικών πόρων της Κυπριακής  Δημοκρατίας, πότε ότι το ψευδοκράτος έχει δική του ΑΟΖ και δικούς του φυσικούς πόρους τους για την εκμετάλλευση των οποίων έχει υπογράψει «διεθνείς συμφωνίες» με την Τουρκία. Παράλληλα, το ίδιο συναντάται και με την Συνθήκη της Λωζάννης. Από τη μια ο Τούρκος πρόεδρος δηλώνει στον κ. Τσίπρα ότι η Συνθήκη της Λωζάννης πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως, εννοώντας την αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, και, από την άλλη, η ρητορική που αναπτύσσεται υπονοεί ότι έχει υπάρξει θεμελιώδης αλλαγή περιστάσεων από την εποχή συνομολόγησης της συνθήκης και θα πρέπει να κοιτάμε πέρα από αυτήν.[2]


[1] Στην Τένεδο από 2.855 κατοίκους το 1920, στη συντριπτική τους πλειονότητα Έλληνες, σήμερα ζουν μόνο 9! (εννιά), ενώ από 10.000 περίπου Έλληνες κατοίκους που είχε η Ίμβρος το 1920, σήμερα ζουν 200 περίπου κάτοικοι.- ΓΙΑΤΙ ΧΑΘΗΚΕ Η ΤΕΝΕΔΟΣ…, Απ. Κερκινέογλου, περιοδικό “Η ΤΕΝΕΔΟΣ”, τ. 6 (Απρίλιος-Μάιος 2008) του Συλλόγου Τενεδίων “Ο ΤΕΝΝΗΣ”, http://users.otenet.gr/~aker/GiatiXathikeTenedos.htm . Τα τελευταία χρόνια, λόγω του ελληνικού σχολείου, ο αριθμός των Ελλήνων κατοίκων έχει αυξηθεί.

[2] Είναι αλήθεια ότι η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών της Βιέννης (1969) θέτει σειρά προϋποθέσεων ώστε να εξακριβωθεί η “θεμελιώδης μεταβολή συνθηκών” ώστε να δικαιολογηθεί τερματισμός της ισχύος μιας συνθήκης και αντικατάστασής της από άλλη, Άρθρο 62 της Σύμβαση της Βιέννης του Δικαίου των Συνθηκών της 23ης Μαΐου 1969,https://treaties.un.org/doc/publication/unts/volume%201155/volume-1155-i-18232-english.pdf . Κυρίαρχη σημασία, όμως, έχει η πολιτική, υποκειμενική προσέγγιση της ερμηνείας των εκάστοτε διεθνών συνθηκών και περιστάσεων. Ερμηνεία, της οποίας το πλαίσιο καθορίζεται από την ισορροπία δυνάμεων, τον συσχετισμό ισχύος και τις προτεραιότητες των ισχυρότερων κρατών.


Η ευελιξία στη χρήση επιχειρημάτων καταδεικνύει ότι η Άγκυρα δεν διαθέτει αναθεωρητική πολιτική βασισμένη σε κάποια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, το οποίο η Αθήνα, θεωρητικά, θα μπορούσε να αντικρούσει, αλλά η αναθεωρητική πολιτική ενυπάρχει στο τουρκικό κράτος από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης του (Αλεξανδρέττα, Κύπρος, παραβίαση διατάξεων Συνθήκης Λοζάνης) και διαθέτει προσαρμοστικότητα αναλόγως των συνθηκών.

Οι παραινέσεις προς την Άγκυρα για σεβασμό του διεθνούς δικαίου γίνονται αντιληπτές από τη διαχρονική τουρκική ηγεσία ως ομολογία αδυναμίας. Η δε πιθανότητα ύπαρξης  κοιτασμάτων, των όποιων κοιτασμάτων στο Αιγαίο, αποθηριώνει την Άγκυρα, ενισχύοντας ποιοτικά την αναθεωρητική της πολιτική παρουσιάζοντας την, ως προς τρίτους παρατηρητές, ως θεμιτό ενδιαφέρον για συνεργασία εκμετάλλευσης  γειτονικών χωρών. Η Αθήνα προσπαθεί να δείξει την καλή διάθεση στους Συμμάχους αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχει ενδιαφέρον εκ μέρους τους. Στο ζήτημα της καταπολέμησης του προσφυγικού κύματος η Αθήνα νόμιζε ότι η παρουσία των νατοϊκών πλοίων θα εξέθετε την Άγκυρα στους συμμάχους ενώ στην πραγματικότητα η συμπεριφορά της Τουρκίας καταγραφόταν από τρίτους ως διακρατική διαφορά απέναντι στην οποία ενθαρρύνουν τους αντίδικους να την επιλύσουν μέσω του διαλόγου. Οι σύμμαχοι, Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, γνωρίζουν πολύ καλά, τη συμπεριφορά της Τουρκίας και το τι προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Είναι επιλογή τους να μη θέλουν να λάβουν μέρος στην ουσία της διαφωνίας. Δεν θα αλλάξουν γνώμη αν η Αθήνα τους προσκομίσει αδιάσειστα στοιχεία του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Η αλήθεια είναι ότι η Τουρκία προσπαθεί, εδώ και δεκαετίες, να αλλάξει το καθεστώς της Λωζάννης, άρα αποτελεί  υποκρισία η αντίδραση του ελλαδικού πολιτικού κόσμου. Η παραβίαση διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης ξεκίνησε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από την υπογραφή της συμφωνίας. Οι πρώτοι περιορισμοί στον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, η εθνοκάθαρση σε Ίμβρο και Τένεδο (άρθρο 14), η έμπρακτη, όχι θεωρητική, αμφισβήτηση εδώ και πάνω από 40 χρόνια του εθνικού εναέριου χώρου και των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο Πέλαγος, η αλλαγή του καθεστώτος των Στενών με τη Συνθήκη του Μοντρέ, η Συνθήκη του Λονδίνου του 1959-1960 με την οποία επέστρεφε η Άγκυρα στην Κύπρο όπου, βάσει του άρθρου 20 της Συνθήκης τη Λωζάννης, «Η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρεττανικής Κυβερνήσεως την 5ην Νοεμβρίου 1914». Η δε ισορροπία μεταξύ μουσουλμανικής μειονότητας και Ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη έχει παραβιαστεί όταν από 80.000 η πρώτη έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε 150.000 ενώ ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης έχει εξαϋλωθεί, με το πογκρόμ, τις απελάσεις, τις δημεύσεις περιουσιών και πολλά άλλα από περίπου 150.000 σε σχεδόν 2500-3000 ψυχές. Είτε με κατάφωρη παραβίαση διατάξεων της Συνθήκης, είτε με αναθεώρηση βασικών προνοιών της μέσω νέων συνθηκών, η Άγκυρα έχει δρομολογήσει τη διαδικασία αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης δεκαετίες τώρα.

Όσο επικίνδυνη για τα ελληνικά συμφέροντα και αποσταθεροποιητική για την περιφερειακή σταθερότητα και αν είναι η πέραν των επίσημων συνόρων τουρκική στρατηγική,  η ιστορία, τηρουμένων των αναλογιών, έχει να επιδείξει ανάλογα  ιστορικά προηγούμενα. Αυτό ισχύει, παραδείγματος χάριν για τη Ρωσία, η οποία δέχτηκε εισβολές, διαχρονικά,  τόσο από την Κεντρική Ασία (επιδρομές Μογγόλων) όσο από τη Βόρεια Ευρωπαϊκή Πεδιάδα, από τους Τεύτονες Ιππότες, τον Μεγάλο Ναπολέοντα και τη ναζιστική Γερμανία. Η σταδιακή επέκταση της Ρωσίας, προς όλες τις κατευθύνσεις, για αιώνες, μαρτυρεί την ανασφάλεια και την ανάγκη εποπτείας του άμεσου γεωγραφικού της περίγυρου. Παράλληλα, οι ΗΠΑ, πρώτα, με το  δόγμα Μονρόε το 1823 και αργότερα με τις προσθήκες της πολιτικής του «Μεγάλου Αδελφού» του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Τζέημς Μπλαίην (1881, 1889-1892), της  διασταλτικής ερμηνείας του δόγματος  από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ρίτσαρντ Όλνευ (1895-1897) αναφορικά με τη δυνατότητα των ΗΠΑ να λειτουργούν ως επιδιαιτητής σε συνοριακές διαφορές μεταξύ κρατών του Δυτικού Ημισφαιρίου αλλά και τη πολιτική του Θεόδωρου  Ρούζβελτ (Roosevelt Corollary, 1901-1909) περί ανάληψης καθηκόντων “διεθνούς αστυνομικής δύναμης” ώστε να παταχθεί η χρόνια αναταραχή στο Δυτικό Ημισφαίριο και να αποθαρρυνθούν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, από το να προβούν, οι ίδιες, σε επεμβατικές ενέργειες, όλα αυτά μαρτυρούν μια συνεχή ανησυχία για τον έλεγχο του άμεσου γεωγραφικού περιβάλλοντος. Ανάλογη η διαχρονική πολιτική της Αγγλίας περί παρεμπόδισης  ανάδειξης κυρίαρχης δύναμης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η αμυντική στάση έναντι εξωτερικών κινδύνων (φανταστικών ή αληθινών)  θεωρείται παθητική από τη ηγεσία της Άγκυρας και γειτονικές περιοχές θεωρούνται ορμητήρια των εχθρών της χώρας. Αυτό όμως, παγιδεύει την τουρκική ηγεσία στο δίλημμα “κυριαρχία ή υποταγή” αφήνοντας λίγο χώρο για αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με τα γειτονικά κράτη.

Καταληκτικά Σχόλια

Η διαπίστωση ότι η Άγκυρα ανησυχεί, πρωτίστως, για τα τεκταινόμενα στη Συρία και στο Ιράκ αναφορικά με το πολιτειακό μέλλον των Κούρδων της χώρας, απειλώντας με γενικευμένη αποσταθεροποίηση, ώστε να αποτρέψει τυχόν επαναχάραξη συνόρων βλαπτική για την Τουρκία, δεν πρέπει να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα  σε σχέση με τους σχεδιασμούς  της γείτονος για τη χώρα μας. Παράλληλα, η εύκολη δικαιολογία είναι να αποδοθεί η πολιτική Ερντογάν στην εσωτερική διαμάχη με την κεμαλική πλευρά, όπως παλαιότερα κατηγορούνταν οι  «πιο επιρρεπείς» σε επιθετικές ενέργειες στρατιωτικοί έναντι της συνετής πολιτικής  ηγεσίας. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ρήγμα μεταξύ ισλαμιστών και Κεμαλιστών όσον αφορά την Ελλάδα, ίσως γιατί η επέκταση του ελέγχου προς τα δυτικά ικανοποιεί τις θεωρητικές παραδοχές και των δύο.[1] Επέκταση προς παλαιά οθωμανικά εδάφη για τους μεν, ενίσχυση ερεισμάτων στη Δύση για τους δε. Η Ελλάς ενώνει τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις στην Τουρκία… Άνευ του Αιγαίου, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει Ελλάς. Η Ελλάς είναι χώρα,  πρωτίστως, Αιγαιακή, και δευτερευόντως ευρωπαϊκή, νατοϊκή, βαλκανική ή οτιδήποτε άλλο.

Αν η Τουρκία δεν σέβεται την καταστατική, ιδρυτική συνθήκη του τουρκικού κράτους  τότε πως θα σεβαστεί μικρότερης σημασίας συμφωνίες; Η Άγκυρα δεν θεμελιώνει την ύπαρξη του τουρκικού κράτους στη διεθνή Συνθήκη της Λωζάννης αλλά στην ισχύ. Αυτό θα πρέπει να κάνει αρκετούς Έλληνες, σε Αθήνα και Λευκωσία, σκεπτικούς για τη σημασία που αποδίδει η Άγκυρα στο διεθνές δίκαιο. Η τουρκική ηγεσία είναι τίμια απέναντι στην Ελλάδα. Τίμια και ειλικρινής.

Η τουρκική κοινωνία, επί δεκαετίες, αφιερώνει τεράστιους πόρους λόγω της συνειδητής απόφασης της ηγεσίας της χώρας να χτίσει ισχύ, στρατιωτική, διπλωματική, τεχνολογική. Θυσιάζει, συνειδητά, βιοτικά αγαθά και καλύτερο επίπεδο διαβίωσης χάριν επίτευξης των κρατικών συμφερόντων. Στα μάτια τρίτων, που δεν γνωρίζουν την ιστορία της περιοχής, αυτό αποτελεί δίκαιο και όχι η αόριστη επίκληση του διεθνούς δικαίου από μια κοινωνία που απεγνωσμένα ψάχνει να βρει τρόπους να παρασιτεί αρνούμενη να καταβάλλει το τίμημα της ανεξαρτησίας της ντροπιάζοντας τη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για αυτήν στο παρελθόν.


[1] Χαρακτηριστική η πλειοδοσία επεκτατικών διακηρύξεων της κεμαλικής αντιπολίτευσης σε σχέση με το Αιγαίο, βλέπε http://www.protothema.gr/politics/article/615347/kilitsdaroglou-se-erdogan-esu-paredoses-16-nisia-stin-ellada/