Η αδήριτη ανάγκη εθνεγερσίας και τα ναυπηγικά προγράμματα
Του δρος Ιωάννη Κολλινιάτη*
Σημαντικό στοιχείο στην επιβίωση κάθε έθνους είναι η αντοχή στις δοκιμασίες και η πεποίθηση στο μέλλον του. Η αποθάρρυνση, η παραίτηση και η απελπισία μόνο ως αρνητικοί παράγοντες μπορούν να θεωρηθούν. Όπως τα πρόσωπα, έτσι και τα έθνη ως συλλογικές οντότητες δεν πρέπει να χάνουν το θάρρος τους ούτε να εγκαταλείπουν τον αγώνα στην πρώτη, από υπαιτιότητα κάποιων ή όχι, αποτυχία.
Αντίθετα, με πίστη στην ζωτικότητα τους και με την προσδοκία καλύτερου μέλλοντος είναι υποχρεωμένα να συνεχίζουν τον υπέρ της ιστορικής προόδου αγώνα, με μεγαλύτερο σθένος και περισσότερη ενέργεια. Αυτή η αντίληψη αναφέρεται στο προφανές -για κάθε έθνος- καθήκον όταν κάποια στιγμή, ως αποτέλεσμα συγκυρίας ή σωρείας λαθών, ή τέλος μεμονωμένων ανεπίτρεπτων συμπεριφορών, βρίσκεται ταπεινωμένο και σε κατάσταση συντριβής και πρέπει να αναλάβει νέες και δύσκολες προσπάθειες αναζωογόνησης.
Τέτοιες προσπάθειες, μέσα στο παραπάνω πλαίσιο αισιοδοξίας και αγωνιστικότητας, πρέπει να αποτελούν στοιχειώδη υποχρέωση κάθε λαού που, με πίστη στο μέλλον του, είναι υποχρεωμένος, παραμερίζοντας την πρόσκαιρη αχλή της απογοήτευσης, να διακρίνει το αδύναμο φως της μελλοντικής του ανάκαμψης και -γιατί όχι- επιτυχίας.

Εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, οι κατά καιρούς δοκιμασίες των εθνών, δεν είναι αποδείξεις ιστορικής ανικανότητας, αλλά αποτελούν, πιθανό αποτέλεσμα πλάνης, εσφαλμένης αντίληψης της πραγματικότητας, υπερτίμησης δυνάμεων, κακής και ιδιοτελούς χρήσης της εξουσίας ή ακόμη και υπερβολικής βιασύνης στην επίτευξη ανόδου και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποτυχίας, θεωρείται δεδομένη η δημιουργία στο λαό της εντύπωσης μερικής και δύσκολα αναστρέψιμης καταστροφικής εξέλιξης.
Όμως, πώς πως είναι δυνατόν να δεχθεί κανείς ότι η δύναμη του έθνους μας έχει σχεδόν εκμηδενισθεί και ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα όχι απλά αξιοπρεπούς επιβίωσης, αλλά και δημιουργίας ορμής προς ένα καλύτερο μέλλον; Είναι δυνατό ένα έθνος ολόκληρο να καταθέσει ,τα σκήπτρα της ιστορικής του συνείδησης και να αποδεχθεί τα δυστυχή γεγονότα ως μοναδικό επακόλουθο της κακής του μοίρας; Και, ως εκ τούτου, να παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια αγώνα, περιμένοντας με απάθεια το ολοκληρωτικό τέλος; Τέτοια προσέγγιση είναι ανάξια κάθε συζήτησης και μόνο από χαιρέκακους εχθρούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα σκόπιμης καλλιέργειας δισταγμών και αμφιβολιών για την δυνατότητα επιβίωσης του έθνους μας.
Είναι πλέον αδιαμφισβήτο γεγονός ότι ανέτοιμοι και πλημμελώς προετοιμασμένοι προσπαθήσαμε να δώσουμε άνιση μάχη μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του Ευρώ, υπολειπόμενοι σε σχέση με πολλούς από τους τότε εταίρους μας σε οργάνωση, δομές, και κυρίως νοοτροπία κυβερνώντων και κυβερνώμενων. Αποδεχθήκαμε κριτήρια δυσανάλογα προς το μέγεθος και τις δυνατότητές μας, ελπίζοντας ότι τελικά θα τα καταφέρναμε. Οι ηγέτες μας και, μέσω αυτών, οι πολίτες παρασύρθηκαν να πιστέψουν, εσφαλμένα, στο ενδεχόμενο μιας Ευρώπης των λαών, με αλληλεγγύη, κοινή άμυνα, κοινή εξωτερική πολιτική.
Παραβλέψαμε το γεγονός ότι η Ε.Ε. δεν αποτελεί παρά μετεξέλιξη της «Ευρωπαϊκής Ένωσης Άνθρακα και Χάλυβα» που είχε δημιουργηθεί από τις πιο προηγμένες χώρες της Ευρώπης. Και, ως εκ τούτου, ότι τα προαναφερθέντα αισιόδοξα ενδεχόμενα, που θα μετέτρεπαν τη χώρα μας σε μια όαση ευτυχίας, χωρίς αμφισβήτηση της εθνικής της κυριαρχίας, δεν θα έπρεπε να θεωρούνται αδιαμφισβήτητα εξασφαλισμένα.
Αντίθετα, μέσα στο χρόνο που διέρρευσε, είδαμε πως, με αντάλλαγμα τα διάφορα «πακέτα» που κατασπαταλήθηκαν σε σημαντικό ποσοστό από ανίκανους να συλλάβουν το διεθνές περιβάλλον και τις σύγχρονες προκλήσεις στην καλύτερη περίπτωση ηγέτες, από κάποιους -όχι ευτυχώς όλους- καιροσκόπους και ανεύθυνους συνδικαλιστές, αλλά και από επιτήδειους κυβερνώμενους όλων σχεδόν των τάξεων, ανταλλάχθηκαν με ένα είδος (αφανούς στην αρχή) ευρωπαϊκής μερικής συγκυριαρχίας, που σήμερα τείνει να γίνει σχεδόν καθολική.

Συγκυριαρχίας όμως που στα απόνερα των επιδιώξεων της πάλαι ποτέ κραταιάς «Ένωσης Άνθρακα και Χάλυβα» υποχρέωσε, μεταξύ άλλων, τη χώρα μας να συνεχίζει να αποτελεί διαχρονικά έναν από τους καλύτερους πελάτες της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας. Και μάλιστα λαμβάνοντας, κυρίως από τους λεγόμενους εταίρους, υψηλότοκα δάνεια, υψηλής συμμετοχής στη διαμόρφωση του σημερινού δυσθεώρητου για το μέγεθος της χρέους.
Μόνο το 2% του ΑΕΠ παραπάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε. (2,5 %), που το 2010 ήταν υποχρεωμένη να δαπανά η χώρα μας σε εξοπλισμούς με στόχο να εξασφαλίζει μόνη της την εθνική της κυριαρχία (αφού καμιά άλλη ουσιαστική εγγύηση δεν της παρέχεται από τους λεγόμενους εταίρους) ισοδυναμούσε, σε χρονικό ορίζοντα 30 ετών, με αύξηση του δημόσιου χρέους/ΑΕΠ της τάξης του 60%. Όση, δηλαδή. ήταν τότε η διαφορά μας από το Δημόσιο χρέος/ΑΕΠ της Γερμανίας.
Και να ήταν μόνο αυτό; Αλυσίδα Οδηγιών και κοινοτικών διατάξεων, πάντοτε με κάποιο βολικό περιτύλιγμα (επιδοτήσεις, δήθεν προστασία περιβάλλοντος, εξοικονόμηση ενέργειας, απελευθέρωση της αγοράς δήθεν για ενίσχυση του ανταγωνισμού που ποτέ δεν είδαμε κ.λπ.) είχαν σαν τελικό αποτέλεσμα την σοβαρή υποβάθμιση της γεωργίας (αλλά όχι των τρακτέρ που έπρεπε να εισαχθούν ενισχύοντας την απασχόληση και την ευημερία της Γερμανίας και άλλων), τη συρρίκνωση της αλιείας, την εξαφάνιση ακόμη και της μικρής εγχώριας βιοτεχνίας, την κατάργηση της προστασίας της ακτοπλοΐας, την καθοδήγηση του Έλληνα καταναλωτή στην ανά τριετία αντικατάσταση του αυτοκινήτου του (δήθεν στο όνομα της καθαρότητας του περιβάλλοντος), την καθολική κυριαρχία του πλαστικού χρήματος. Και τόσα άλλα ακόμη, που όλοι γνωρίζουν πια, και που -ελπίζω- καταλάβαμε με μεγάλη καθυστέρηση.
Και τι έκαναν, για να προλάβουν όλες αυτές τις παράπλευρες δυσμενείς επιπτώσεις των παραπάνω, οι ελληνικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις; Πώς προστάτευσαν τον Έλληνα πολίτη, όπως ήταν το καθήκον τους; Τον άφησαν, όπως τους βόλευε, απληροφόρητο, ανυποψίαστο και ανυπεράσπιστο να βλέπει το τυρί. Όχι όμως και τη φάκα… Ταλαντευόμενες ανάμεσα σε πνεύμα αδικαιολόγητου μεγαλοϊδεατισμού (Ολυμπιακοί Αγώνες, ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και άλλα παρόμοια) και βραχυπροθερμισμού (short termism), ενδιαφέρθηκαν μόνο για την ανάδειξη της ευθύνης των εκάστοτε προηγούμενων και την πρόσκαιρη ικανοποίηση της πελατείας τους, δανειζόμενοι ασύστολα και ανεξέλεγκτα.

Όχι για επενδύσεις που κάποια στιγμή θα απέδιδαν καρπούς επ ωφελεία ολόκληρου του λαού, αλλά για εικονική ευμάρεια (ουδόλως αισθητή στις ασθενέστερες τάξεις), για να μη μιλήσει κανείς για την ασυδοσία και τη διαφθορά.
Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν οι απλοί πολίτες, όταν άρχισαν να έρχονται οι «λογαριασμοί», από το να διαμαρτύρονται με κάθε τρόπο ή/και να απεργούν, επιδιώκοντας τουλάχιστο σταθερή αγοραστική ικανότητα συνειδητοποιώντας ότι οι φόροι τους καμιά σχεδόν βελτίωση δεν επρόκειτο να επιφέρουν στην έτσι κι’ αλλιώς δύσκολη καθημερινότητα τους και ότι οι εισφορές τους στα ασφαλιστικά ταμεία ούτε το θάνατο τους σε ένα αξιοπρεπές νοσοκομείο δεν εξασφάλιζαν;
Πότε οι εκάστοτε κυβερνώντες όρθωσαν το ανάστημα τους σε καταστροφικές για τη χώρα αποφάσεις της Ε.Ε., ασκώντας το δικαίωμα του βέτο, όπως έκαναν ή απείλησαν ότι θα κάνουν , διεκδικώντας την επιβίωση τους, άλλες χώρες τόσο του ευρωπαϊκού Νότου όσο και κάποιες του Βορρά;
Ή, τουλάχιστον, βάζοντας κάποιους αστερίσκους, εκεί που αν δεν το έκαναν, η ζημιά για τη χώρα θα ήταν ανυπολόγιστη;
Περιδεείς έσκυβαν το κεφάλι , κάτω από το αδιαμφισβήτητο πλέγμα ανεπάρκειας που τους κατείχε μέσα και έξω από τη χώρα. Τους ήταν αρκετό να παρέμεναν άρχοντες σε ένα λαό που, αργά ή γρήγορα, ήταν καταδικασμένος να υποκύψει. Αρκεί αυτό να συνέβαινε, όταν θα είχαν οι ίδιοι αποσυρθεί.
Κλείνοντας, ως πρώην Αξιωματικός Ναυπηγός του ΠΝ με 20ετή σχεδόν αποκλειστική απασχόληση σε προγράμματα κατασκευής πλοίων του ΠΝ εντός και εκτός Ελλάδος και με σχεδόν ίσης διάρκειας θήτευση στη συνέχεια ως πολίτης με το ίδιο αντικείμεμενο στα δύο μεγάλα ναυπηγεία της Χώρας, υπό ιδιωτικό ή/και κρατικό έλεγχο (με διαφορετικές κυβερνήσεις) και με αφορμή την πρόσφατη άφιξη της φρεγάτας «Κίμων», θεωρώ υποχρέωση μου να προσθέσω και εγώ μερικά σύντομα σχόλια στα πολυάριθμα που έχουν δει το φως της δημοσιότητος από πολύ αρμοδιότερους εμού επαΐοντες, όπως και από μη ειδικούς.

Ως απλός πολίτης, κατανοώ απολύτως το συσχετισμό των μεγάλων δαπανών για στρατιωτικούς εξοπλισμούς με το χαμηλό επίπεδο διαβίωσης μεγάλου ποσοστού συμπατριωτών μας, γεγονός το οποίο οδηγεί κάποιους στην διατύπωση αρνητικών σχολίων.
Απευθυνόμενος σε αυτούς, το μόνο που δεν θα μπορούσε κανείς να αρνηθεί είναι ότι η ατυχής γειτονία με δύστροπους γείτονες, αλλά και οι εκατέρωθεν παγιωμένες ιστορικές καταβολές, καθιστούν -τουλάχιστον επί του παρόντος- απολύτως αναγκαία την αμυντική θωράκιση της Χώρας μας.
Σε παλαιότερο δημοσίευμά μου στην «Α&Δ», το Μάϊο του 2024, αναφέρθηκα στο πώς οι αναγκαίες -για την κάλυψη της παραπάνω ανάγκης- δαπάνες θα μπορούσαν, μέσα από την σχεδίαση και κατασκευή εντός της χώρας πλατφορμών για τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού, να αποτελέσουν και σημαντικό μοχλό οικονομικής ανάπτυξης.
Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι, κατά την περίοδο 1987 ως 2015, κατασκευάσθηκαν σε ελληνικά ναυπηγεία -από ελληνικά χέρια- συνολικά 23 πλοία για λογαριασμό του ΠΝ: τρεις φρεγάτες, τρία υποβρύχια, επτά τορπιλάκατοι, τέσσερα περιπολικά, ένα πλοίο γενικής υποστήριξης και πέντε αρματαγωγά. Τα πλέον σύγχρονα που διαθέτουμε, μέχρι τον κατάπλου του «Κίμωνα», με ελληνική προστιθέμενη αξία της τάξεως του 20%.
Δεν γνωρίζω γιατί, σε πλήρη αναντιστοιχία με όλα τα άλλα προγράμματα που προαναφέρθηκαν, στην περίπτωση των φρεγατών Belharra/FDI εγκαταλείφθηκε πλήρως η καθιερωμένη πρακτική προσπάθειας δημιουργίας ελληνικής προστιθέμενης αξίας, εξοικείωσης με τις νέες τεχνολογίες και απόκτησης κάποιου βαθμού αυτοδυναμίας.

Δεν μπορώ, βέβαια, να παραβλέψω το γεγονός ότι σε καθεστώς δημοσίου ελέγχου των ναυπηγείων υπήρξαν μεγάλες καθυστερήσεις. Είναι όμως, ταυτόχρονα, γεγονός ότι και στα ιδιωτικοποιημένα ναυπηγεία οι καθυστερήσεις ήταν ανεπίτρεπτες (ΤΠΚ ,Υ/Β) με εξαίρεση τις φρεγάτες ΜΕΚΟ, τα τέσσερα Περιπολικά και το Πλοίο Γενικής Υποστήριξης(ΠΓΥ) ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ που παραδόθηκαν σχεδόν εντός των συμφωνημένων συμβατικά χρόνων.
Επανερχόμενος στην πρόσφατη άφιξη στην Ελλάδα της φρεγάτας «Κίμων», ΚΙΜΩΝ θεωρώ υποχρέωση μου:
– να καλωσορίσω και εγώ την ένταξη στο ΠΝ του «Κίμωνα» ως απαρχή υλοποίησης ενός νέου, σύγχρονου ναυτικού εξοπλιστικού προγράμματος.
– να επαναλάβω ότι, στο πλαίσιο των διαφαινομένων προθέσεων αναγέννησης της ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας, τα ναυπηγεία του ελληνικού χώρου θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής και προτεραιότητας δεδομένου ότι, πέρα από την συμβολή τους στον τομέα της οικονομίας, αποτελούν εν δυνάμει και σοβαρή και ουσιαστική συνιστώσα στην αμυντική θωράκιση της χώρας.
προς αυτήν την κατεύθυνση η συμμετοχή τους στην κατασκευή πλοίων για λογαριασμό του ΠΝ θα πρέπει να αποτελέσει πάγια εθνική πολιτική θεσμοθετημένη νομοθετικά.
Η υιοθέτηση της παραπάνω πρότασης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό βήμα προς την αδήριτη -και πανθομολογούμενη- πλέον ανάγκη εθνικής αναγέννησης.
- Υποναύαρχος ΠΝ ε.α., Ναυπηγός (ΜΙΤ)
