Του Δημήτρη Μανακανάτα

Η ανασυγκρότηση του Πολεμικού Ναυτικού εισέρχεται σε μια νέα εποχή, με το συνδυασμό των φρεγατών FDI HN, των υπό διαπραγμάτευση ιταλικών FREMM Bergamini και τον εκσυγχρονισμό των τεσσάρων ΜΕΚΟ 200ΗΝ να αποτελεί τον πυρήνα της «Ατζέντας 2030».

Στόχος είναι η δημιουργία ενός στόλου 12 σύγχρονων μονάδων μείζονος επιφανείας, ικανών να επιχειρούν τόσο στο απαιτητικό περιβάλλον του Αιγαίου, όσο και στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.

Κεντρικό ζήτημα στις διαβουλεύσεις για τις Bergamini-FREMM IT, που διαθέτει το Ιταλικό Ναυτικό, αποτελεί η επιλογή του αντιπλοϊκού πυραύλου.

Η δεύτερη φρεγάτα τύπου Bergamini-FREMM IT, η Virginio Fasan (F-591).

Οι φρεγάτες FREMM IT χρησιμοποιούν σήμερα το ιταλικό σύστημα Teseo Mk2/A (Otomat), ενώ οι γαλλικές FREMM Aquitaine και οι νέες ελληνικές FDI «Κίμων» φέρουν Exocet MM40 Block 3c. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει την εγκατάσταση των Exocet και στις Bergamini, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιοτυπία σε όλο το Στόλο.

Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς επιχειρησιακή, αλλά και στρατηγική, διότι με κοινό αντιπλοϊκό βλήμα στις FDI, στις πυραυλακάτους «Ρουσσέν» και στις μελλοντικές Bergamini, το Πολεμικό Ναυτικό μειώνει σημαντικά το κόστος εκπαίδευσης, συντήρησης και υποστήριξης, διαμορφώνοντας μια ενιαία εφοδιαστική αλυσίδα.

Παράλληλα, απλοποιείται η ενσωμάτωση των όπλων στα συστήματα διοίκησης και ελέγχου των πλοίων, το οποίο συνεπάγεται απλούστευση της δικτυοκεντρικής διαχείρισης πυρών.

Exocet ή Teseo; Η σύγκριση που καθορίζει τη νέα διαμόρφωση

Ο Exocet MM40 Block 3c θεωρείται σήμερα ένας από τους πλέον εξελιγμένους αντιπλοϊκούς πυραύλους δυτικής σχεδίασης. Διαθέτει εμβέλεια άνω των 200 χιλιομέτρων, δυνατότητα προσβολής στόχων ξηράς μέσω GPS και προηγμένο ψηφιακό ερευνητή νέας γενιάς, ιδιαίτερα ανθεκτικό σε ηλεκτρονικά αντίμετρα και παρεμβολές.

Οι φρεγάτες FREMM IT χρησιμοποιούν σήμερα το ιταλικό σύστημα Teseo Mk2/A Otomat (πάνω), ενώ οι γαλλικές FREMM Aquitaine και οι νέες ελληνικές FDI «Κίμων» φέρουν Exocet MM40 Block 3c (κάτω).

Η νέα έκδοση “3c” χρησιμοποιεί τεχνολογία Coherent Radar Processing, δηλαδή συμφασική επεξεργασία ραντάρ, επιτρέποντας στον πύραυλο να αναγνωρίζει το προφίλ του στόχου μέσα σε περιβάλλον έντονου ηλεκτρονικού πολέμου.

Υπενθυμίζεται ότι η συνεκτική επεξεργασία ραντάρ είναι μια εξελιγμένη τεχνική επεξεργασίας σημάτων, κατά την οποία ο δέκτης του ραντάρ διατηρεί και αναλύει τόσο το πλάτος κύματος (amplitude), όσο και τη φάση (phase) των εκπεμπόμενων και ανακλώμενων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

Αντίθετα με τα μη συνεκτικά συστήματα, που απορρίπτουν τις πληροφορίες φάσης, τα συνεκτικά συστήματα χρησιμοποιούν έναν εξαιρετικά σταθερό ταλαντωτή αναφοράς.

Αυτό δίδει στο σύστημα την ικανότητα να εκτελεί σύνθετες μαθηματικές ολοκληρώσεις και να εντοπίζει απειροελάχιστες μεταβολές στην ταχύτητα του στόχου. Ουσιαστικά πρόκειται για μια πλήρως ψηφιοποιημένη εξέλιξη του Exocet, προσαρμοσμένη στις σύγχρονες ναυτικές επιχειρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, ο ιταλικός Teseo Mk2/E ανήκει στην βαρύτερη κατηγορία όπλων. Διαθέτει εμβέλεια που ξεπερνά τα 350 χιλιόμετρα, μεγαλύτερη κεφαλή και διπλό σύστημα καθοδήγησης RF και EO/IR.

Το τελευταίο του επιτρέπει όχι μόνο να επιχειρεί σε περιβάλλον έντονων παρεμβολών, αλλά και να εκτελεί εξαιρετικά ακριβή πλήγματα σε παράκτιους στόχους.

Ο διπλός ερευνητής του Teseo προσφέρει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: ακόμη και αν ο αντίπαλος παρεμβάλει το ραντάρ του πυραύλου ή το GPS, ο υπέρυθρος αισθητήρας μπορεί να συνεχίσει την αναγνώριση του στόχου μέσω της θερμικής του υπογραφής. Αυτό επιτρέπει επιθέσεις υψηλής ακρίβειας εναντίον ναυστάθμων, εγκαταστάσεων διοίκησης ή κινούμενων στόχων ξηράς.

Η σύμβαση για 16 Exocet MM40 Block 3c, που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2025 παρουσία του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια και του Γάλλου -τότε- ομολόγου του, Σεμπαστιάν Λεκορνί, αποτυπώνει το οικονομικό πλεονέκτημα της γαλλικής λύσης. Ωστόσο, η ενσωμάτωσή τους στις Bergamini δεν είναι απλή υπόθεση, διότι απαιτεί αλλαγή εκτοξευτών, προσαρμογή του CMS και πιστοποίηση του νέου συστήματος όπλων στο ιταλικό πλοίο.

Αξίζει να παρατεθεί και η τεχνική αντιπαράθεση Exocet και Teseo, διότι παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, ο Exocet MM40 Block 3c είναι ένα πιο ελαφρύ και οικονομικό βλήμα με έμφαση:

στην ανθεκτικότητα σε ECM,

στη χαμηλή παρατηρησιμότητα,

στη δικτυοκεντρική λειτουργία,

και στην ευκολότερη συντήρηση.

Επίσης η τεχνολογία Coherent, που αξιοποιεί, επιτρέπει στο βλήμα:

να αναγνωρίζει το προφίλ του στόχου,

να απορρίπτει decoys,

και να επιχειρεί σε περιβάλλον έντονων παρεμβολών.

Αντίθετα, ο Teseo Mk2/E είναι σαφώς βαρύτερο και τεχνολογικά πιο σύνθετο όπλο. Ουσιαστικά προσεγγίζει φιλοσοφία cruise missile μικρής κλίμακας. Ο EO/IR αισθητήρας του επιτρέπει:

αυτόνομη καθοδήγηση χωρίς GPS,

αναγνώριση στόχων ξηράς, προσβολή κινούμενων στόχων,

επιλογή σημείου πρόσκρουσης,

και επιχειρήσεις σε περιβάλλον GPS jamming.

Ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο, η εμβέλεια 350+ χιλιομέτρων θεωρείται game changer, καθώς επιτρέπει σε μια φρεγάτα να χτυπά στρατηγικούς στόχους χωρίς να εισέρχεται σε επικίνδυνες περιοχές A2/AD.

Παρά την τεχνολογική υπεροχή του Teseo σε ορισμένους τομείς, η ελληνική πλευρά προκρίνει τον Exocet κυρίως για λόγους ομοιοτυπίας και κόστους κύκλου ζωής. Το κόστος ενός Exocet MM40 Block 3c εκτιμάται περίπου στα € 2 έως € 2,1 εκατομμύρια ανά βλήμα, ενώ ο Teseo Mk2/E θεωρείται σημαντικά ακριβότερος, με εκτιμήσεις που ξεπερνούν τα € 3,5 με € 4 εκατομμύρια ευρώ ανά μονάδα.

Η πρόσφατη σύμβαση για 16 Exocet MM40 Block 3c, ύψους περίπου € 33 εκατομμυρίων, συμπεριλαμβανομένης της τεχνικής υποστήριξης και ανταλλακτικών, αποτυπώνει το οικονομικό πλεονέκτημα της γαλλικής λύσης. Ωστόσο, η ενσωμάτωσή τους στις Bergamini δεν είναι απλή υπόθεση, διότι απαιτεί αλλαγή εκτοξευτών, προσαρμογή του CMS και πιστοποίηση του νέου συστήματος όπλων στο ιταλικό πλοίο.

Χαρακτηριστικά Exocet Block 3c Teseo Mk2/E
Εμβέλεια 200–250 χλμ. 350+ χλμ.
Καθοδήγηση RF Digital RF + EO/IR
GPS προσβολή ξηράς Ναι Ναι
Data Link Περιορισμένο Πλήρες αμφίδρομο
Βάρος ~670 κιλά 700+ κιλά
Κόστος 2–3 εκατ. € € 3,5 ως 4+ εκατ.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις ναυπηγικών και αμυντικών κύκλων, το κόστος ολοκλήρωσης και πιστοποίησης μπορεί να κινηθεί ως εξής ανά πλοίο:

Εργασία Εκτιμώμενο κόστος
Νέοι εκτοξευτές Exocet € 12–18 εκατ. 
Τροποποίηση CMS/SADOC € 8–15 εκατ. 
Integration λογισμικού και ITL € 10–20 εκατ. 
Ηλεκτρομαγνητικές δοκιμές € 3–5 εκατ. 
Πιστοποίηση ασφαλείας και βολών € 5–10 εκατ. 
Θαλάσσιες δοκιμές (Sea Trials) και επιχειρησιακή πιστοποίηση  (Operational Validation)  € 5–8 εκατ. ευρώ 

Το συνολικό κόστος πιστοποίησης και ολοκλήρωσης εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει από € 45 έως 75 εκατομμύρια ανά πλοίο ανάλογα με το επίπεδο τροποποιήσεων, το ποσοστό ελληνικής συμμετοχής, τις απαιτήσεις πιστοποίησης της MBDA και τις δοκιμές αποδοχής του ΠΝ.

Εάν προστεθεί και ο πλήρης φόρτος όπλων (Aster 30, RAM, τορπίλες MU90, Exocet, STRALES), τότε η τελική τιμή κάθε Bergamini μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. Σε γενικές γραμμές, το επιπλέον κόστος «ελληνοποίησης» των FREMM εκτιμάται ότι θα αυξήσει την τελική τιμή κάθε πλοίου κατά € 100 έως 150 εκατομμύρια, ανάλογα με τον τελικό οπλισμό και τα συστήματα αυτοπροστασίας που θα επιλεγούν.

Εάν προστεθεί και ο πλήρης φόρτος όπλων, όπως Aster 30, RAM, τορπίλες MU90, Exocet και STRALES (φωτογραφία), τότε η τελική τιμή κάθε Bergamini μπορεί να αυξηθεί σημαντικά.

Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: δύο διαφορετικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα

Όμως, εκτός του λόγου της ομοιοτυπίας, η αντιπαράθεση Exocet και Teseo αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όταν εξεταστεί μέσα στο γεωγραφικό πλαίσιο όπου θα επιχειρεί το Πολεμικό Ναυτικό.

Στο Αιγαίο, οι αποστάσεις είναι σχετικά μικρές και το περιβάλλον χαρακτηρίζεται από πυκνή νησιωτική γεωγραφία. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμβέλεια των 200+ χιλιομέτρων του Exocet θεωρείται υπεραρκετή. Οι περισσότερες ναυτικές εμπλοκές εκτιμάται ότι θα διεξαχθούν σε αποστάσεις 50 έως 150 χιλιομέτρων, ενώ η δυνατότητα πλοήγησης με σημεία αναφοράς (waypoint navigation) επιτρέπει στα βλήματα να εκτελούν σύνθετες διαδρομές ανάμεσα στα νησιά.

Αντίθετα, στην Ανατολική Μεσόγειο η μεγάλη εμβέλεια του Teseo αποκτά στρατηγική διάσταση. Ένα βλήμα 350+ χιλιομέτρων δίνει τη δυνατότητα σε μια φρεγάτα να πλήξει εχθρικές ναυτικές ή παράκτιες εγκαταστάσεις, χωρίς να εκτεθεί υπερβολικά σε αντίπαλα συστήματα. Επιπλέον, ενισχύει τη δυνατότητα προβολής ισχύος και υποστήριξης επιχειρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η εμβέλεια του πυραύλου, αλλά η στοχοποίηση πέρα του ορίζοντα. Διότι τα ραντάρ των πλοίων περιορίζονται από την καμπυλότητα της γης και αδυνατούν να εντοπίσουν στόχους σε αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων. Εδώ εισέρχονται τα UAV και οι δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, ένα βλήμα 350+ χιλιομέτρων δίνει τη δυνατότητα σε μια φρεγάτα να πλήξει εχθρικές ναυτικές ή παράκτιες εγκαταστάσεις, χωρίς να εκτεθεί υπερβολικά σε αντίπαλα συστήματα, ενώ, επιπλέον, ενισχύεται η δυνατότητα προβολής ισχύος και υποστήριξης επιχειρήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Στη φωτογραφία, οι φρεγάτες «Κίμων» (δεξιά) και «Ψαρά» (αριστερά), καταπλέοντας στο λιμένα της Λεμεσού, στις 4 Μαρτίου 2026.

Το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη επενδύσει σε λύσεις, όπως το Schiebel Camcopter S-100 (μη επανδρωμένο ελικόπτερο), ενώ προχωρούν και εγχώρια προγράμματα, όπως ο «Αρχύτας» και ο «Γρύπας». Τα drones λειτουργούν ως «μάτια στον ουρανό», μεταδίδοντας δεδομένα στόχευσης μέσω Link 16 και Data Link στα πλοία επιφανείας.

Το επιχειρησιακό μοντέλο πλέον αποκτά νέο πλαίσιο. Ειδικότερα, UAV ή αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας εντοπίζουν το στόχο, οι συντεταγμένες μεταφέρονται στο CMS της φρεγάτας και ο πύραυλος εκτοξεύεται, χωρίς το πλοίο να έχει άμεση επαφή με τον αντίπαλο. Με αυτό τον τρόπο, τόσο οι Exocet όσο και οι Teseo μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τη θεωρητική τους εμβέλεια.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το νέο επιχειρησιακό μοντέλο που προωθεί το Πολεμικό Ναυτικό είναι S2S (Sensor-to-Shooter) το οποίο συνδέει άμεσα τα συστήματα εντοπισμού (αισθητήρες) με τα οπλικά συστήματα για την ταχύτατη εξουδετέρωση στόχων. Ο κύριος στόχος της προσέγγισης αυτής είναι η δραστική μείωση του χρόνου, που μεσολαβεί μεταξύ της ανακάλυψης μιας απειλής και της προσβολής της, γνωστός και ως «κύκλος κλεισίματος της αλυσίδας θανάτου» (tightening the kill chain).

Συνδυασμός FDI και Bergamini

Οι νέες φρεγάτες FDI HN «Κίμων» αποτελούν την πλέον προηγμένη ψηφιακή πλατφόρμα που θα διαθέτει το Πολεμικό Ναυτικό. Το σύστημα μάχης SETIS, η αρχιτεκτονική δύο κέντρων δεδομένων data centers και το ραντάρ SeaFire προσφέρουν δυνατότητες που ξεπερνούν σημαντικά τις παλαιότερες σχεδιάσεις.

Η αρχιτεκτονική δύο κέντρων δεδομένων (data centers) αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ψηφιακής επιβιωσιμότητας (survivability) και της κυβερνοασφάλειας του σκάφους. Ο κύριος στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι το πλοίο θα συνεχίσει να μάχεται ακόμα και αν υποστεί σοβαρό πλήγμα από εχθρικά πυρά

Οι FDI έχουν σχεδιαστεί, εξαρχής, για πλήρη ενσωμάτωση UAV σε επίπεδο “Level 4”, επιτρέποντας τον άμεσο έλεγχο των drones και των αισθητήρων τους από τις κονσόλες του πλοίου. Παράλληλα, διαθέτουν ειδικό “Digital Hub” για τη διαχείριση ασύμμετρων απειλών και anti-drone επιχειρήσεων.

Παρότι οι FDI υπερέχουν στον ψηφιακό τομέα και στη διαχείριση drones, οι Bergamini (αριστερά, στη φωτογραφία) θεωρούνται ιδανικό συμπλήρωμα λόγω του μεγαλύτερου εκτοπίσματος και της επιχειρησιακής ευελιξίας τους. Ο συνδυασμός τους δημιουργεί μια πολυεπίπεδη ναυτική δύναμη, με δυνατότητες αεράμυνας περιοχής, ανθυποβρυχιακού πολέμου και κρούσης μεγάλης ακτίνας.

Το SeaFire, με τέσσερα σταθερά πάνελ AESA και συνεχή κάλυψη 360 μοιρών, προσφέρει εξαιρετικές δυνατότητες εντοπισμού μικρών UAV και διαχείρισης αεράμυνας περιοχής. Σε συνδυασμό με τους Aster 30, το σύστημα RAM και το CAPTAS-4, οι FDI αναλαμβάνουν τον ρόλο της «αιχμής του δόρατος» του στόλου.

Από την άλλη πλευρά, οι Bergamini προσφέρουν διαφορετικά πλεονεκτήματα. Με εκτόπισμα περίπου 6.700 τόνων, υψηλή αυτονομία και εξαιρετικές ανθυποβρυχιακές δυνατότητες, μπορούν να λειτουργήσουν ως πλοία διοίκησης σε επιχειρήσεις μεγάλης διάρκειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι εκδόσεις ASW διαθέτουν προηγμένα σόναρ και μεγάλη αντοχή σε επιχειρήσεις ανοικτής θαλάσσης. Παρότι οι FDI υπερέχουν στον ψηφιακό τομέα και στη διαχείριση drones, οι Bergamini θεωρούνται ιδανικό συμπλήρωμα λόγω του μεγαλύτερου εκτοπίσματος και της επιχειρησιακής ευελιξίας τους. Ο συνδυασμός τους δημιουργεί μια πολυεπίπεδη ναυτική δύναμη, με δυνατότητες αεράμυνας περιοχής, ανθυποβρυχιακού πολέμου και κρούσης μεγάλης ακτίνας.

Ο εκσυγχρονισμός των ΜΕΚΟ 200ΗΝ και ο στόλος του 2030

Καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος, μέχρι την πλήρη ένταξη των νέων μονάδων, είναι ο εκσυγχρονισμός των τεσσάρων φρεγατών ΜΕΚΟ 200ΗΝ κλάσης «Ύδρα». Το πρόγραμμα μέσης ζωής (MLU) θεωρείται η σημαντικότερη «γέφυρα» του Πολεμικού Ναυτικού για τα επόμενα 15 έως 20 χρόνια.

Το έργο υλοποιείται από κοινοπραξία της TKMS και της Thales, με τις εργασίες να πραγματοποιούνται σε ελληνικά ναυπηγεία. Η ολοκλήρωση του προγράμματος αναμένεται σταδιακά έως το 2030.

Καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος, μέχρι την πλήρη ένταξη των νέων μονάδων, είναι ο εκσυγχρονισμός των τεσσάρων φρεγατών ΜΕΚΟ 200ΗΝ κλάσης «Ύδρα», όπως η εικονιζόμενη «Σπέτσαι» F-453.

Η καρδιά του εκσυγχρονισμού είναι το νέο Σύστημα Διαχείρισης Μάχης TACTICOS, το οποίο θα επιτρέψει στις ΜΕΚΟ να διασυνδεθούν πλήρως με τις FDI και τις Bergamini σε ένα κοινό δικτυοκεντρικό περιβάλλον επιχειρήσεων. Παράλληλα προβλέπεται εγκατάσταση νέου ραντάρ 4D (πιθανότατα το NS110 ή TRS-4D), αναβάθμιση IFF και ενσωμάτωση των ESSM Block 2.

Στον τομέα της αυτοπροστασίας, τα Phalanx αναβαθμίζονται στο επίπεδο Block 1B Baseline 2, ενώ εξετάζεται και η εγκατάσταση πυροβόλου 76mm Sovraponte για ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας. Επιπλέον, οι ΜΕΚΟ θα εξοπλιστούν με το ελληνικό anti-drone σύστημα «Κένταυρος», το οποίο έχει ήδη δοκιμαστεί επιχειρησιακά.

Ο μηχανολογικός εκσυγχρονισμός περιλαμβάνει γενική επισκευή αεριοστροβίλων και ηλεκτρομηχανών, βελτίωση αξιοπιστίας και εκσυγχρονισμό των χώρων ενδιαίτησης. Το συνολικό κόστος του προγράμματος εκτιμάται μεταξύ 600 και 800 εκατ. ευρώ, ανάλογα με την διαμόρφωση κάθε πλοίου.

Η καρδιά του εκσυγχρονισμού των ΜΕΚΟ είναι το νέο Σύστημα Διαχείρισης Μάχης TACTICOS (φωτογραφία), το οποίο θα τους επιτρέψει να διασυνδεθούν πλήρως με τις FDI και τις Bergamini σε ένα κοινό δικτυοκεντρικό περιβάλλον επιχειρήσεων.

Η τελική εικόνα του ελληνικού στόλου προς το 2030 διαμορφώνει μια δύναμη πολλαπλών ρόλων. Οι FDI θα αναλάβουν την αεράμυνα περιοχής και τον ψηφιακό έλεγχο μάχης, οι Bergamini θα λειτουργούν ως βαριές μονάδες κρούσης και ανθυποβρυχιακού πολέμου, ενώ οι εκσυγχρονισμένες ΜΕΚΟ θα προσφέρουν αριθμητική επάρκεια σε πολλαπλά μέτωπα και επιχειρησιακή αντοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή του Exocet στις ελληνικές Bergamini δεν αφορά μόνο έναν πύραυλο. Αποτελεί μέρος μιας συνολικής φιλοσοφίας ομοιοτυπίας, δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων και ενοποίησης του στόλου, με στόχο ένα Πολεμικό Ναυτικό ικανό να επιχειρεί αποτελεσματικά σε όλο το φάσμα από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.

Επιχειρησιακά Οφέλη του Συνδυασμού

Δυνατότητα FDI HN Bergamini (FREMM) MEKO 200HN (Upgraded)
Αεράμυνα Περιοχής (Aster 30) Περιοχής (Aster 30) Σημείου / Τοπική
Ανθυποβρυχιακός Πόλεμος Κορυφαίος (CAPTAS-4) Πολύ Υψηλός Ικανοποιητικός
Εμβέλεια / Εκτόπισμα Μεσαίο (~4.500t) Μεγάλο (~6.700t) Μεσαίο (~3.400t)
Δικτυοκεντρικές Επιχειρήσεις Πλήρης ενσωμάτωση Συμβατότητα με NATO Αναβαθμισμένη

Χρονοδιάγραμμα παραδόσεων και ορίζοντας πλήρους επιχειρησιακής αξιοποίησης

Το πρόγραμμα των γαλλικών φρεγατών Belharra/FDI εξελίσσεται με ακρίβεια στα ναυπηγεία της Naval Group στο Λοριάν. Μετά τον «Κίμων» (F-601) που κατέπλευσε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας τον Ιανουάριο του 2026, αναμένεται ο «Νέαρχος» (F-602) τον Οκτώβριο του 2026.

Η παράδοση του «Φορμίων» (F-603), αναμένεται τον Απρίλιο του 2027 και του «Θεμιστοκλή» (F-600) στα τέλη του 2028. Σημειώνεται ότι όλες οι πρώτες φρεγάτες θα αναβαθμιστούν σταδιακά στην τελική ομοιόμορφη ελληνική διαμόρφωση Standard 2++ (με 32 κελιά Aster 30, RAM και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου) με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2029-2030.

Η παράδοση του «Φορμίων» (F-603), αναμένεται τον Απρίλιο του 2027.

Σχετικά με τις Βergamini, οι δύο πρώτες φρεγάτες FREMM αναμένεται να ενταχθούν, τυπικά, στο Στόλο την περίοδο 2027-2028. Η συμφωνία περιλαμβάνει τη συμμετοχή ελληνικών ναυπηγείων για τη μετέπειτα υποστήριξη, συντήρηση και αναβάθμισή τους. Τέλος, οι εργασίες αναβάθμισης στις MEKO 200HN αναμένεται να ξεκινήσουν άμεσα στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά.

Η παράδοση του πρώτου πλοίου προγραμματίζεται για τα τέλη του 2028 και δύο ακόμη εντός του εντός του 2029. Η παράδοση του 4ου Πλοίου που θα σηματοδοτήσει και την ολοκλήρωση του προγράμματος έχει δρομολογηθεί για το 2030.

Η τελική εικόνα του ελληνικού στόλου προς το 2030 διαμορφώνει μια δύναμη πολλαπλών ρόλων. Οι FDI θα αναλάβουν την αεράμυνα περιοχής και τον ψηφιακό έλεγχο μάχης, οι Bergamini θα λειτουργούν ως βαριές μονάδες κρούσης και ανθυποβρυχιακού πολέμου, ενώ οι εκσυγχρονισμένες ΜΕΚΟ θα προσφέρουν αριθμητική επάρκεια σε πολλαπλά μέτωπα και επιχειρησιακή αντοχή.

Ωστόσο η πλήρης επιχειρησιακή αξιοποίηση (Full Operational Capability – FOC) του συνόλου του νέου Στόλου τοποθετείται την περίοδο 2029 – 2031. Η εκτίμηση αυτή εδράζεται στους εξής παράγοντες:

– Αφομοίωση Συστημάτων και Εκπαίδευση: κάθε νέα φρεγάτα FDI, που παραλαμβάνεται, χρειάζεται περίπου 6 έως και 12 μήνες επιχειρησιακής εκπαίδευσης του πληρώματος, ενσωμάτωσης στα τακτικά συστήματα του ΠΝ και πιστοποίησης των όπλων (π.χ. βολές πυραύλων Aster 30).

– Ομογενοποίηση FDI: η πλήρης ισχύς των Belharra θα επιτευχθεί το 2030, όταν και η τέταρτη φρεγάτα («Θεμιστοκλής») θα έχει λάβει την τελική διαμόρφωση Standard 2++.

– Ολοκλήρωση MEKO: η τελευταία εκσυγχρονισμένη MEKO θα παραδοθεί το 2030, άρα θα είναι πλήρως ετοιμοπόλεμη μαζί με τις υπόλοιπες στις αρχές του 2031.

Ως εκ τούτου, το 2030 αποτελεί το έτος-ορόσημο όπου το Πολεμικό Ναυτικό θα διαθέτει έναν πανίσχυρο πυρήνα 10 σύγχρονων φρεγατών (4 FDI, 2 FREMM, 4 εκσυγχρονισμένες MEKO), με την απόλυτη επιχειρησιακή ετοιμότητα και διασύνδεση του συνόλου των μονάδων (Network-Centric Warfare) να κλειδώνει το 2031.