Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, πριν από ακριβώς επτά χρόνια – τον Μάρτιο του 2019, περιέγραψε για πρώτη φορά την Κίνα ως «εταίρο, ανταγωνιστή και συστημικό αντίπαλο», πολλοί απόρησαν. Μα γίνεται να είναι κανείς όλα αυτά ταυτόχρονα; Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε επιχειρήσει, τότε, να εξηγήσει εκείνη την κίνησή της.

«Η Κίνα είναι ταυτόχρονα, σε διάφορους τομείς πολιτικής, εταίρος συνεργασίας με τον οποίο η ΕΕ έχει στενά ευθυγραμμισμένους στόχους, διαπραγματευτικός εταίρος με τον οποίο η ΕΕ πρέπει να βρει μια ισορροπία συμφερόντων, οικονομικός ανταγωνιστής στην επιδίωξη της τεχνολογικής πρωτοπορίας, και συστημικός αντίπαλος που προωθεί εναλλακτικά μοντέλα διακυβέρνησης», διαβάζουμε στο κείμενο της σινοευρωπαϊκής Στρατηγικής Προοπτικής (EU-China Strategic Outlook) που είχε δώσει η Κομισιόν στη δημοσιότητα τον Μάρτιο του 2019.

Ό,τι ίσχυε τότε για την Κίνα προφανώς εξακολουθεί να ισχύει. «Η ΕΕ είναι έτοιμη να συνεχίσει να συμμετέχει σε εποικοδομητικό διάλογο με στόχο την εξεύρεση λύσεων που θα προέλθουν μέσα από διαπραγματεύσεις.

Όταν δεν θα συμβαίνει αυτό, η ΕΕ θα λαμβάνει αναλογικά και σύννομα μέτρα για την προστασία των έννομων συμφερόντων της», διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου που έδωσε στη δημοσιότητα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έπειτα από τη συνάντηση που είχαν οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών (ο Αντόνιο Κόστα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν) με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο τον Ιούλιο του 2025.

Ό,τι ισχύει ωστόσο για την Κίνα και τις σχέσεις της με την ΕΕ, πλέον ισχύει και για άλλους, όχι απλώς εταίρους, αλλά ακόμη και κατ’ όνομα συμμάχους των νατοϊκών Ευρωπαίων που οποίοι όμως δεν λειτουργούν ως σύμμαχοι.

Οι Έλληνες «φωνάζουν» εδώ και χρόνια για την Τουρκία, καταγγέλλοντας την ανταγωνιστική και αντισυμμαχική στάση που εκείνη προωθεί – και εντείνει – μέσα από αναθεωρητικές διεκδικήσεις κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας άλλης νατοϊκής χώρας.

Στην προσπάθεια να σπρώξουν τα ελληνοτουρκικά κάτω από χαλί, πολλοί Ευρωπαίοι επέλεγαν επί σειρά ετών να τα υποβαθμίζουν ως «διμερές» ζήτημα, πιστοί στο «δόγμα» του άλλοτε γενικού γραμματέα της νατοϊκής Συμμαχίας Γιόζεφ Λουνς, με βάση το οποίο το ΝΑΤΟ πρέπει να τηρεί ίσες αποστάσεις και να απέχει από τις όποιες διμερείς διαφορές μεταξύ συμμάχων.

Εν τω μεταξύ ωστόσο, τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα τους τελευταίους 13 μήνες, ανέκυψαν κι άλλα ζητήματα – που από διμερή έγιναν πολυμερή και πλέον δεν χωράνε κάτω από κανένα διατλαντικών διαστάσεων χαλί.

O ελέφαντας στο δωμάτιο είναι προφανώς πια οι ΗΠΑ του Τραμπ. Εν έτει 2026, τι είναι πια ο Ντόναλντ Τραμπ για την Ευρώπη;

Οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι πολίτες πάντως, στην πλειονότητά τους έχουν πάψει να τον θεωρούν σύμμαχο.

Με βάση τα στοιχεία που προκύπτουν μέσα από την έρευνα που πραγματοποίησε η δεξαμενή σκέψης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (European Council on Foreign Relations – ECFR) σε 13 ευρωπαϊκές χώρες (όχι στην Ελλάδα) τον περασμένο Νοέμβριο, μια έρευνα που δημοσιεύτηκε αυτήν την εβδομάδα υπό τον τίτλο «Το Ευρωπαϊκό αρχιπέλαγος: Χτίζοντας γέφυρες σε μια μετα-Δυτική Ευρώπη», οι ΗΠΑ του Τραμπ είναι πια για τους περισσοτέρους Ευρωπαίους «αναγκαίος εταίρος» («necessary partner»), όχι σύμμαχος («ally»). Και δικαιολογημένα, θα μπορούσε να πει κανείς.

Αξίζει να σημειωθεί, δε, ότι έχουν πάψει να θεωρούν τις Ηνωμένες Πολιτείες σύμμαχο στην πλειονότητά τους ακόμη και οι ψηφοφόροι των περισσοτέρων εκ των μεγάλων κομμάτων της ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς (RN, AfD, FdI, Fidesz, PiS), τους οποίους όμως ο Τραμπ άλλοτε θεωρούσε «δικούς του».

Η (γεω)πολιτική εργαλειοποίηση των δασμών εκ μέρους της νέας αμερικανικής διοίκησης, οι απειλές για τη Γροιλανδία, τα απαξιωτικά σχόλια του Αμερικανού προέδρου και των υπουργών του για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αμερικανικές παλινωδίες σε σχέση με το ΝΑΤΟ, η υποβάθμιση του ΟΗΕ, η αποχώρηση από διεθνείς οργανισμούς (ΠΟΥ) καθώς και οι κινήσεις της σταδιακής απόσυρσης αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη διαμορφώνουν πια ένα νέο τοπίο στις διατλαντικές σχέσεις, περισσότερο εταιρικό και λιγότερο συμμαχικό.

Παράλληλα ωστόσο, ακόμη κι εντός της ΕΕ, οι σχέσεις είναι συχνά περισσότερο εταιρικές και λιγότερο συμμαχικές – συχνά δε ακόμη και σε έναν βαθμό ανταγωνιστικές (Γερμανοί κατά Γάλλων, Ούγγροι εναντίον όλων κ.ά.).