Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, είχε προαναγγείλει ως πιθανή μια συνάντηση μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, με φόντο την 81η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών που πραγματοποιήθηκε εκεί την περασμένη εβδομάδα, μια Σύνοδο στο περιθώριο της οποίας πραγματοποιούνται κάθε χρόνο επαφές που φανερώνουν διαθέσεις και προδιαγράφουν πιθανές εξελίξεις. Αυτή η συνάντηση, ωστόσο, τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε.

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα είχε επίσης, σε περισσότερες από μία περιπτώσεις τους περασμένους μήνες, ζητήσει την επιστροφή της Τουρκίας στον πρόγραμμα των F-35, με το επιχείρημα ότι και η διοίκηση Τραμπ, πέρα από την πλευρά Ερντογάν, επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη.

«Ο απεσταλμένος των ΗΠΑ στην Τουρκία ζητεί την επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35», έγραφε, ενδεικτικά, το κρατικό τουρκικό ειδησεογραφικό δίκτυο TRT τον περασμένο Απρίλιο, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι, σύμφωνα με τον Μπάρακ, θα έπρεπε να θεωρείται πια ζήτημα χρόνου μια «πραγματικά σημαντική επικείμενη εξέλιξη» όπως «η αποκατάσταση του ρόλου της Τουρκίας στο οικοσύστημα των F-35».

Ο ίδιος ο Μπάρακ είχε πράγματι δηλώσει νωρίτερα, μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο Fox στις 22 Απρίλιου, ότι «το ζήτημα των S-400 μπορεί και πρέπει να επιλυθεί εντός μηνών, μέσω χειρουργικών διπλωματικών κινήσεων (σ.σ. surgical diplomacy) από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, που θα βασιστούν πάνω στην ισχυρή προσωπική σχέση του προέδρου Τραμπ με τον πρόεδρο Ερντογάν».

Ωστόσο, πέντε μήνες μετά (κι ενώ έχει μεσολαβήσει η διμερής συνάντηση που είχαν Τραμπ και Ερντογάν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούλιο στην Άγκυρα), στο μέτωπο των F-35 φαίνεται ότι δεν έχουν σημειωθεί τα -προσδοκόμενα από την τουρκική ηγεσία και τον φίλα προσκείμενο σε αυτήν Αμερικανό πρέσβη- βήματα προόδου.

Επιβεβαιώνοντας -εμμέσως πλην σαφώς- αυτήν την έλλειψη προόδου, ο Τομ Μπάρακ επιχείρησε να υποβαθμίσει το εν λόγω ζήτημα (και ευρύτερα τις τουρκικές ανάγκες για ξένα οπλικά συστήματα όπως είναι τα F-35) στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε προ ημερών στο τουρκικό δίκτυο CNN Türk.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, «η Τουρκία διαθέτει μια πραγματικά αυτάρκη αμυντική βιομηχανία». «Έχουμε διαφορετικούς τομείς ενδιαφέροντος. Πόση ανοχή θα δείξουμε. Σε ποιους τομείς θα χρειαστεί να δείξουμε ανοχή;», ανέφερε ο Τομ Μπάρακ, ο οποίος αυτήν τη φορά δεν έκανε καμία πρόβλεψη περί επικείμενης επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Περίπου την ίδια ώρα, από την άλλη πλευρά, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ διευκρίνιζε ότι η χώρα στην οποία θα μεταφερθούν οι τουρκικοί S-400 πρέπει να έχει καλές σχέσεις με τη Μόσχα, όπερ σημαίνει ότι αποκλείονται χώρες που έχουν στηρίξει σημαντικά την Ουκρανία.

Ως γνωστόν, για να μπορέσει η Άγκυρα να αποκτήσει μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-35 (για αρχή, έστω τα έξι τέτοιου τύπου μαχητικά τα οποία έχει ήδη πληρώσει καταβάλλοντας 1,4 δισ. δολ.), θα πρέπει προηγουμένως να ξεφορτωθεί (με τη σύμφωνη γνώμη της ρωσικής ηγεσίας) τους ρωσικούς S-400.

Η Τουρκία αγόρασε τα εν λόγω αντιπυραυλικά/αντιαεροπορικά συστήματα από τη Ρωσία το 2019 έναντι περίπου 2,5 δισ. δολ. και εκδιώχθηκε από το πρόγραμμα των F-35 ως «αντίπαλος της Αμερικής» το 2020 (κατά την πρώτη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ) όταν της επιβλήθηκαν από τις ΗΠΑ κυρώσεις στο πλαίσιο του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act).

Έξι χρόνια μετά, ο Ντ. Τραμπ επιμένει να πλέκει το εγκώμιο του Τούρκου προέδρου. Στις 22 Σεπτεμβρίου, κατά τη συνάντηση που είχε με δώδεκα ηγέτες αραβικών και μουσουλμανικών χωρών στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, μια συνάντηση στην οποία συμμετείχε και ο Ερντογάν, τον αποκάλεσε «φανταστικό άνθρωπο» και «φίλο». Επί του πρακτέου ωστόσο, η αμερικανική πλευρά έχει ξεκαθαρίσει ότι η Τουρκία θα πρέπει να απαλλαγεί από τους S-400 εάν θέλει πραγματικά να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35.

Τουρκικά ΜΜΕ ανέφεραν τον περασμένο Ιούλιο ότι η Άγκυρα ήταν σε συνομιλίες με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στα οποία θα μπορούσε να πουλήσει τους S-400. Η συγκυρία έδειχνε να ευνοεί τέτοιου τύπου συζητήσεις: Οι Εμιρατινοί είχαν όντως ανάγκη από μέσα αεράμυνας απέναντι στις ιρανικές επιθέσεις, ενώ οι Τούρκοι, από την άλλη πλευρά, θα καλωσόριζαν κάθε μοντέλο τύπου «καζάν καζάν» το οποίο θα μπορούσαν ως ενισχυτικό των τουρκικών θέσεων στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.

Σύμφωνα με πιο πρόσφατα τουρκικά δημοσιεύματα ωστόσο, τα ΗΑΕ αποσύρθηκαν από τις συζητήσεις που έκαναν με την Τουρκία για τους S-400… επειδή τους το ζήτησε το Ισραήλ. Ειρήσθω εν παρόδω, υπενθυμίζεται ότι τα Εμιράτα έχουν ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ ήδη από το 2020, εξομαλύνοντας τις σχέσεις τους με το Ισραήλ στο οποίο είναι πιο κοντά από ό,τι άλλες αραβικές μοναρχίες (παρά τις κρίσεις σε Γάζα και Δυτική Όχθη).

Οσο για τον ίδιο τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου υπενθυμίζεται ότι αυτός έχει καλέσει ανοιχτά την Ουάσιγκτον να μην δώσει F-35 στην Τουρκία, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την περιφερειακή αεροπορική υπεροχή των Ισραηλινών (με τα σημερινά δεδομένα, το Ισραήλ είναι η μόνη χώρα στη Μέση Ανατολή που διαθέτει τέτοια αμερικανικά μαχητικά 5ης γενιάς).

Ο περιφερειακός ανταγωνισμός μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας πέρασε σε άλλο επίπεδο τα τελευταία χρόνια, με τους Τούρκους, από τη μία πλευρά, να επενδύουν στη διεθνοπολιτική «αποδόμηση» και «απονομιμοποίηση» της ισραηλινής ηγεσίας με αιχμή κυρίως το Παλαιστινιακό· και τους Ισραηλινούς, από την άλλη, να κινούνται κατά των τουρκικών συμφερόντων σε Συρία, Κέρας της Αφρικής (Σομαλιλάνδη) κ.ά.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι Ισραηλινοί είναι σαφές ότι θα συνεχίσουν το λόμπινγκ στις ΗΠΑ ενάντια στα τουρκικά «θέλω», τα οποία όμως τώρα, λόγω των εμποδίων που συναντά η επιστροφή στα F-35, μπορεί να επιστρέψουν στο πεδίο των F-16 (βλ. αγορά 40 νέων F-16 Viper και αναβάθμιση 79 αεροσκαφών παλαιότερων τέτοιου τύπου μαχητικών στην εκδοχή Viper).