Ελληνική εξωτερική πολιτική: «Σκιές» συμμαχικής προέλευσης και «αυτογκόλ»
Η Τουρκία είναι μεν «σύμμαχός» μας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά μόνον κατ’ όνομα. Γκρίζες ζώνες, γαλάζιες πατρίδες, γεγονότα τύπου Έβρου ή Κάσου/Καρπάθου, τουρκολιβυκά μνημόνια και Κυπριακό έρχονται επί του πρακτέου να αναιρέσουν κάθε άλλη ανάγνωση ή διάθεση ωραιοποίησης καταστάσεων. Τι γίνεται, όμως, με όλους τους άλλους, τους πιο ουσιαστικούς εταίρους και συμμάχους της ελληνικής πλευράς;
Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έχουν την τάση παλαιόθεν να προσκολλώνται σε εξωτερικούς «προστάτες», τους οποίους αντιμετωπίζουν περίπου ως «λύση δια πάσαν νόσον».
Τυχαίνει μάλιστα οι όποιοι «προστάτες» ενίοτε να επιλέγονται εξ αντανακλάσεως, όχι δηλαδή ακριβώς λόγω της δικής τους αδιαμφισβήτητης γεωπολιτικής αυταξίας αλλά λόγω των προβληματικών σχέσεων που εκείνοι μπορεί ανά διαστήματα να έχουν με την αναθεωρητική Τουρκία, σε μια λογική δηλαδή τύπου «ο ανταγωνιστής του ανταγωνιστή μου…» η οποία βγάζει μεν νόημα αλλά ως έναν βαθμό.
Η Αίγυπτος του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι είχε όντως προβληματικές σχέσεις με την Τουρκία του Ρ.Τ. Ερντογάν, ειδικά μετά την καλούμενη «αραβική άνοιξη», με αιχμή κυρίως τον Μοχάμεντ Μόρσι και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους τους οποίους στήριζε επί σειρά ετών η τουρκική ηγεσία.
Το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου επίσης είχε -και έχει- προβληματικές (προβληματικότατες πια, μετά τον Οκτώβριο του 2023) σχέσεις με την Τουρκία, κυρίως λόγω της Χαμάς την οποία επέλεξε να στηρίξει ανοιχτά η τουρκική πλευρά, παλαιότερα λόγω του Μαβί Μάρμαρα κ.ά.
Στην σκιά των προαναφερθέντων, η Αθήνα επένδυσε πρόσθετο διπλωματικό, επικοινωνιακό και ευρύτερα γεωπολιτικό κεφάλαιο στις σχέσεις της με την Αίγυπτο καθώς και με το Ισραήλ.
Η συμφωνία τμηματικής οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών που υπεγράφη με την Αίγυπτο το 2020 χαιρετίστηκε ως «ανάχωμα» στον τουρκικό επεκτατισμό (ενώ παλαιότερα, τα χρόνια πριν από το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, η κυρίαρχη τάση στην Ελλάδα απέρριπτε ως «μειοδοτικές» τις τμηματικές οριοθετήσεις).
Οσο για το Ισραήλ, εκείνο παρουσιάζεται πια από μερίδα του ελληνικού πολιτικού κόσμου ως «υπεράνω κριτικής» παρά την επιδεινούμενη κρίση στη Γάζα (λες και υπάρχει κάποιος κανόνας που λέει ότι πρέπει να λέμε στους φίλους μας μόνον ό,τι εκείνοι θέλουν να ακούσουν ή ότι οι «βασιλικότεροι του βασιλέως» πρόκειται να έχουν τη διαχρονική και άνευ όρων υποστήριξη του «βασιλιά»).
Ο Λίβυος στρατάρχης Χαλίφα Χαφτάρ είχε κι εκείνος, άλλοτε, «πολεμικές» σχέσεις με την Αγκυρα. Εάν οι Τούρκοι δεν είχαν στηρίξει στρατιωτικά επί του πεδίου τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της δυτικής Λιβύης, ο Χαφτάρ μπορεί να είχε όντως μπει θριαμβευτής στην Τρίπολη το 2019. Ως ανάχωμα απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό: έτσι τον είχε υποδεχθεί η ελληνική ηγεσία στο υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα το 2020…
Τι γίνεται, όμως, τώρα, εν έτει 2025;
Οι Χαφτάρ και οι υιοί του έχουν αρχίσει, ήδη από το 2023, να κάνουν μπίζνες στην ανατολική Λιβύη με την Τουρκία του Ερντογάν. Εάν μάλιστα γίνουν πράξη όσα έχουν μέχρι στιγμής δει το φως της δημοσιότητας ως σενάρια, Βεγγάζη και Τομπρούκ μπορεί να ακολουθήσουν το παράδειγμα της δυτικής Λιβύης και να αναγνωρίσουν τις θαλάσσιες οριοθετήσεις του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Αλλά και στο μέτωπο της Αιγύπτου από την άλλη πλευρά, έχουν αρχίσει πια να κάνουν την εμφάνισή τους «νέφη» υπό μορφή δικαστικών αποφάσεων (σχετικών με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ιεράς Μόνης της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά) και ρηματικών διακοινώσεων (σχετικών με τα απώτατα εξωτερικά όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ όπως αυτά αποτυπώθηκαν στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό του περασμένου Απριλίου).
Με βάση όσα ισχύουν επί του παρόντος, η αιγυπτιακή πλευρά παρουσιάζεται να αμφισβητεί δύο πράγματα: το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης (το λατρευτικό ελληνορθόδοξο καθεστώς της οποίας, ωστόσο, διαμηνύει ότι σέβεται) και τα απώτατα δυνητικά όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο (όπως προκύπτει από τη ρηματική διακοίνωση που επέδωσε το αιγυπτιακό ΥΠΕΞ στην ελληνική πρεσβεία στο Κάιρο στις 8 Ιουλίου).
Αναφερόμενη στο δεύτερο ζήτημα των απώτατων δυνητικών ελληνικών ορίων, η εκπρόσωπος του ελληνικού ΥΠΕΞ Λάνα Ζωχιού δήλωσε στις 6 Αυγούστου ότι «πρόκειται για αναμενόμενη αντίδραση γειτονικού κράτους, μέσω συνήθους διπλωματικής αλληλογραφίας, με το οποίο εκκρεμεί οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, όπως είναι η Αίγυπτος».
Η εκπρόσωπος, από μια άποψη, λέει το προφανές. Εάν συμφωνούσαμε πλήρως με την Αίγυπτο – και δεν εμπλέκονταν παράλληλα στον χάρτη και άλλες γειτονικές χώρες, τότε η οριοθέτηση του 2020 δεν θα ήταν μερική αλλά συνολική.
Όταν όμως έχει δημιουργηθεί η εντύπωση από την ελληνική πλευρά ότι κάποιες χώρες ή κάποιοι παράγοντες μας στηρίζουν και θα μας στηρίζουν εμφατικά και απαρέγκλιτα «όπως και να έχει», τότε κάθε απόκλιση ή διαφωνία λογικό είναι να εκλαμβάνεται ως «άδειασμα».
Αυτό ισχύει όχι μόνο στην περίπτωση της Αιγύπτου, αλλά και του Ισραήλ από την πλευρά του οποίου έρχονται, για παράδειγμα, πληροφορίες για επιχειρούμενες καταπατήσεις εκτάσεων που ανήκουν σε ελληνορθόδοξη εκκλησία στη Δυτική Όχθη (βλ. «Καταπατούν κτήματα μονής στην Ιεριχώ – Σύσκεψη στην Αθήνα για τις ενέργειες εποίκων», Καθημερινή, 7/8/25).
Εταίροι και σύμμαχοι, εντός και εκτός εισαγωγικών, έχουν πάντοτε ως προτεραιότητα την προάσπιση των δικών τους συμφερόντων τα οποία δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζονται με τα ελληνικά.
Εταίροι και σύμμαχοι ενδέχεται, επιπλέον, να αλλάξουν στάση σε κάποια θέματα, πιθανότητα την οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη η ελληνική πλευρά και να προετοιμάζει εναλλακτικές.
Οι ΗΠΑ του Τραμπ είναι πολύ διαφορετικές από τις ΗΠΑ του Μπάιντεν· οι Άραβες (Σαουδική Αραβία, Εμιράτα, Αίγυπτος), που άλλοτε συγκρούονταν με την Τουρκία, θα άρχιζαν να αποκαθιστούν τις σχέσεις τους με την Τουρκία τα τελευταία χρόνια· οι Γάλλοι, που έχουν συγκρουστεί με την Αγκυρα, μπορεί ξαφνικά να δουν την Τουρκία να τους προσεγγίζει με αιχμή το Παλαιστινιακό· ενώ μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τις επιθέσεις της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023, οι κ.κ. Ερντογάν και Νετανιάχου είχαν κατ’ ιδίαν συνάντηση στη Νέα Υόρκη…