Ελλάδα-Αλβανία: χρήσιμο Σύμφωνο και πιο κρίσιμη η εφαρμογή του!

Δημοσιεύθηκε: Μάρτιος 3, 2018

Του Αλέξανδρου Π. Μαλλιά

Πρέσβης ε.τ.

Στις 28 Αυγούστου  2017, συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από την άρση της  εμπόλεμης κατάστασης (κατ’ οικονομία την αποκαλούμε Εμπόλεμο) με την Αλβανία. Η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου με πρόταση του πρωτεργάτη των ελληνοαλβανικών σχέσεων, τότε υπουργού Εξωτερικών, Κάρολου Παπούλια  προέβη στην ιστορική  αυτή ενέργεια με Πράξη του υπουργικού συμβουλίου. Η απόφαση αυτή δεν έλαβε εν τούτοις τον τύπον του Νόμου. Κύρια παρενέργεια  ήταν να  παραμείνουν σε ισχύ συγκεκριμένοι  νόμοι  που  αφορούν, κυρίως, στην απόδοση στους νόμιμους δικαιούχους τους των λεγομένων  «περιουσιών υπό μεσεγγύηση».  Οι περιουσίες αυτές δεν ανήκουν ούτε αφορούν τους Τσάμηδες. Η επισήμανση αυτή έχει σημασία, διότι συχνά  γίνεται  σύγχυση τόσο στην Αλβανία, όσο και στην Ελλάδα.

Δέκα περίπου χρόνια αργότερα, το Μάιο του 1996, μετά μία δεκαετία η οποία χαρακτηρίσθηκε από αστάθεια  και κατά περιόδους ένταση στις σχέσεις, υπεγράφη  το Σύμφωνο Φιλίας ,Συνεργασίας και Καλής Γειτονίας  της Ελλάδος  με την  Αλβανία.

Είμαστε πολύ κοντά στην ολοκλήρωση του νέου αναθεωρημένου Συμφώνου που θα επιχειρήσει να άρει τις παρερμηνείες, να δώσει απαντήσεις και λύσεις, όπου τούτο είναι εφικτό, και να αποτελέσει τον οδηγό και τη βάση αναφοράς για το μέλλον (και βέβαια το παρόν)  στις δύο γειτονικές χώρες. Αυτός είναι ο στόχος.

Θα πρέπει όμως να μετριάσουμε την αισιοδοξία που εκπέμπουν  τόσο η Αθήνα, όσο και τα Τίρανα. Κυρίως, για λόγους που αφορούν στην έλλειψη σωστής ενημέρωσης της κοινής γνώμης και του  πολωμένου πολιτικού  κλίματος, περισσότερο, στην Ελλάδα. Θα ήταν δύσκολο να πιστεύει κανείς ότι η διαμόρφωση της πολυπόθητης εθνικής συνεννόησης και συναίνεσης  είναι εφικτή κάτω από τις σημερινές συνθήκες  κορύφωσης της πολιτικής οξύτητας.

Η πολιτική συνεννόηση δεν  μπορεί να είναι περιστασιακή και αποσπασματική.

Εν τούτοις, παρά τα  προβλήματα και τις αντιστάσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Αλβανία, οφείλουμε να αλλάξουμε πορεία και να κοιτάξουμε μπροστά.

Για μένα ήταν και είναι καθαρό. Ποτέ δεν θα είμαστε όλοι μαζί. Μου αρκεί να είμαστε οι περισσότεροι. Οι άλλοι, οι λιγότεροι, θα μείνουν  σταθερά ακίνητοι. Θα δείχνουν πάντοτε προς τα  πίσω… Διότι το παρελθόν και η οπισθοδρόμηση, που συχνά συνοδεύεται με συνθήματα για  επιστροφή στην εποχή των εδαφικών διεκδικήσεων, αποτελεί  το μοναδικό λόγο ύπαρξης τους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το παρελθόν στα Βαλκάνια βαραίνει. Βαραίνει  όμως  περισσότερο -το βάρος γίνεται  πραγματικά ασήκωτο-όταν αποφασίζουμε να δώσουμε προτεραιότητα στο μέλλον. Αυτό, ακριβώς, σήμερα συμβαίνει στις περίπλοκες και επιβαρυμένες σχέσεις μας με την Αλβανία.

Δεν είναι, συνεπώς, συμπτωματικός ο τίτλος που έχει το  βιβλίο που μας προσέφεραν πρόσφατα οι Εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, και προσωπικά ο ευπατρίδης εκδότης  Ανδρέας Σιδέρης, με τίτλο «Ελλάδα και  Αλβανία : Φυγή στο Μέλλον ή Επιστροφή στο Παρελθόν;». Φέρει τις υπογραφές  συγγραφέων, διακεκριμένων στον δημόσιο βίο προσωπικοτήτων, με μεγάλη  προσφορά στην σχέσεις της Ελλάδας με την Αλβανία. Πρόκειται για τους πρώην υπουργούς  Αλέκο Παπαδόπουλο, Θεόδωρο Πάγκαλο και Μαριέττα Γιαννάκου, τους στρατηγούς Λευτέρη Οικονόμου και Γιώργο Χατζηθεοφάνους, τον καθηγητή Άγγελο Συρίγο και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Σταύρο Λυγερό. Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση και συνάμα τιμή,  διότι μου εμπιστεύθηκαν την επιμέλεια του βιβλίου. Θεωρώ την συμμετοχή μου, στο βιβλίο αυτό, σαν  ένα χρέος, μια  συνέχιση και προέκταση  της συμβολής μου, ως διπλωμάτη, στις ελληνοαλβανικές σχέσεις .

Στον,  αντί επιλόγου, κείμενό μου παρουσιάζω  την πρότασή μου για μία συνολική λύση των προβλημάτων μας με τη γειτονική  μας χώρα  με συγκεκριμένες προσθήκες και την αναγκαία επικαιροποίηση. Τη μέθοδο αυτή ακολουθούν και οι δύο κυβερνήσεις τη στιγμή αυτή .

Πιστεύω, σταθερά, στην κεντρική σημασία και βαρύτητα  των ελληνοαλβανικών σχέσεων. Οι προτάσεις μου για τη  λύση των πραγματικών και όχι των μεταφυσικών μας προβλημάτων  με  τα Τίρανα -μέσω μίας συμφωνίας πακέτου- είναι γνωστές και δημοσιευμένες  στην Ελλάδα, στην Αλβανία και στο Κόσοβο εδώ και οκτώ χρόνια.  Άλλωστε τις είχα ήδη επεξεργασθεί, όταν υπηρετούσα στο υπουργείο Εξωτερικών. Το Μάρτιο του 2011 (είχα αφυπηρετήσει πλέον) τις παρουσίασα σε μεγάλη σύσκεψη υπό τον τότε υπουργό Εξωτερικών  με συμμετοχή όλης της πολιτικής και υπηρεσιακής ηγεσίας.

Αυτό που πιστεύω το λέγω καθαρά με την επιβαλλόμενη, όταν το απαιτούν οι  περιστάσεις, αυστηρότητα. Αυτή άλλωστε τη γραμμή ακολούθησα και κατά τη θητεία μου στην ιδιαίτερα τιμητική και δύσκολη θέση του  πρέσβη της Ελλάδος στην Αλβανία (1999-2000) και, εν συνεχεία, κατά τη μακρά θητεία μου ως Διευθυντής Βαλκανικών Υποθέσεων του ΥΠΕΞ (2000-2005):

  1. Ο πρώτος στόχος είναι να καταδείξω τη σημασία που έχουν για την Ελλάδα οι σχέσεις μας με την γειτονική Αλβανία και με τον αλβανικό παράγοντα στα Βαλκάνια. Δηλαδή, με τους Αλβανούς της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και με τη Δημοκρατία του Κοσόβου. Ένα ανεξάρτητο κράτος το οποίο η Ελλάδα δεν έχει μέχρι τώρα αναγνωρίσει. Θέλω να ελπίζω ότι η ενίσχυση των σχέσεών μας με την Αλβανία θα ανάψει το πράσινο φώς για την αναγνώριση της Δημοκρατίας του Κοσόβου. Η αίσθησή μου είναι ότι τελεί υπό ένα καθεστώς ιδιότυπης «ομηρίας» των  σχέσεών μας με τα Τίρανα. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αναδειχθεί και να τονισθεί η αναντικατάστατη, η μοναδική και ξεχωριστή σημασία που έχει η Ελλάδα για την Αλβανία και τους Αλβανούς του βαλκανικού μας μικρόκοσμου. Στο σύνολό τους.
  2. Ο δεύτερος στόχος είναι να εξηγήσω ότι την κυρία ευθύνη της  άσχημης τροπής, που είχαν πάρει οι σχέσεις μας τα τελευταία, πέτρινα στην κυριολεξία, χρόνια, έχουν τα Τίρανα. Ειδικά, συγκεκριμένοι  πολιτικοί. Αυτό συνέβη τον Ιούλιο του 2009 με την πολιτική   μεθόδευση της δικαστικής ακύρωσης της Συμφωνίας  για τις Θαλάσσιες Ζώνες και την Α.Ο.Ζ. Οι πραγματικοί λόγοι ακύρωσής της -γνωστοί άλλωστε σε εμάς- έχουν επανειλημμένα αποκαλυφθεί στην Αλβανική Βουλή. Η αρνητική παρεμβολή τρίτης χώρας, της Τουρκίας δηλαδή, στις ελληνοαλβανικές σχέσεις είναι προφανής και εμφανής. Στα Τίρανα εναπόκειται τώρα να ξεκαθαρίσουν, αν επιθυμούν να τους αντιμετωπίζει η Ελλάδα σαν την Αλβανία ή σαν το μακρύ χέρι μιας νευρικής, ισλαμιστικής και ανελεύθερης Τουρκίας, η οποία ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι ίδιοι πολιτικοί κερδοσκόποι και καιροσκόποι επέλεξαν,  επίσης, να προκαλέσουν  οξύτητα  και στη Χειμάρρα. Επεδίωξαν τη ρήξη και την πόλωση. Προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδος και το ζωηρό ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Δεν είναι, συνεπώς, παράξενο που τα δικαιώματα των μελών της Ελληνικής  Εθνικής Μειονότητας βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των σχέσεων της Αλβανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όποιος σπέρνει προκλητικότητα και ρεβιζιονισμό –χρησιμοποιώ  εσκεμμένα τον όρο του δόγματος  Ενβέρ Χότζα- θερίζει ανέμους και θύελλες. Ο όρος «μπέσα» πρέπει να αποκτήσει κεντρική θέση στην πολιτική των Τιράνων απέναντι στην Αθήνα. Αντίστοιχα, να εγκαταλειφθεί στην Ελλάδα  η  αλαζονική και υπεροπτική  στάση που συνοψίζεται στη φράση  «είναι Αλβανός».

Ευθύνη έχουμε και εμείς, εδώ στην Ελλάδα, διότι αφήσαμε ορισμένα θέματα να  χρονίσουν και να κακοφορμίσουν. Επωφελήθηκαν τρίτοι, οι οποίοι προωθούν μόνο τα δικά τους συμφέροντα. Με θεμιτό και αθέμιτο τρόπο.

Έχω επανειλημμένα, δημόσια, αναφερθεί στις ερμηνείες και τις παρερμηνείες που δίδονται από την Αλβανία λόγω  της συμπεριφοράς μας και με την έλλειψη σαφήνειας, ειδικά ως προς το νομικό χαρακτήρα  της ισχύος της άρσης -ήδη από το 1987- του λεγομένου «Εμπολέμου». Επίσης, για την άρνησή μας, στα 20 χρόνια ισχύος του διμερούς Συμφώνου του 1996, να υπογράψουμε από κοινού -στο ίδιο πρωτόκολλο- τα πρακτικά συντήρησης των σημαδιών  οριοθέτησης (των λεγομένων πυραμίδων) της κοινής μας μεθορίου. Τι μήνυμα αλήθεια θέλουμε να στείλουμε στην γειτονική χώρα; Οι πρακτικές αυτές πρέπει να τερματισθούν. Οι ερμηνείες και παρερμηνείες πρέπει να αρθούν.

  1. Ο τρίτος στόχος είναι να υπενθυμίσω ότι η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία είναι η μόνη, εκτός  συνόρων μας, συμπαγής ελληνική μειονότητα. Εδώ, λοιπόν, ακριβώς ήλθα, στο παρελθόν, αντιμέτωπος στην Ελλάδα με «αόρατες δυνάμεις». Προφανώς και σήμερα με εκείνους που καλόπιστα θέτουν το ερώτημα  «μα είναι δυνατόν οι σχέσεις μας με την Αλβανία να εξαρτώνται από το καθεστώς της μειονότητας»;

Η απάντησή μου τότε ήταν ΝΑΙ. Σήμερα , 19 χρόνια αργότερα, είναι πάλι ΝΑΙ. Ειδικά μάλιστα στην Χειμάρρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι,  εδώ και χρόνια, οι συστηματικές  προσπάθειες  των περισσοτέρων κυβερνητών των Τιράνων -με κάποιες εξαιρέσεις που πρέπει να αναγνωρίσουμε- είναι δια της πολεοδομίας  και των κατεδαφίσεων να αποδομήσουν την Ελληνική Εθνική Μειονότητα στη Χειμάρρα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η πολιτική  της Αλβανίας  απέναντι στη μειονότητα  έχει μείνει στο νομικό  καθεστώς  της εποχής του Ενβέρ Χότζα. Σημειωτέον ότι η Αλβανία, με την ισχύουσα  διμερή Συνθήκη Φιλίας και Καλής Γειτονίας  έχει αναγνωρίσει τη σημασία της μειονότητας  στις σχέσεις της με την Ελλάδα.

Σε δύο το πολύ μήνες –ανήμερα το Πάσχα είναι η επιθυμία και πρόταση  του πρωθυπουργού της Αλβανίας Έντι Ράμα– προγραμματίζεται να γίνει η επίσημη επίσκεψη του κ. Πρωθυπουργού στα Τίρανα. Υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσε να αποτελέσει το  επισφράγισμα  μίας επίπονης διαπραγμάτευσης που έγινε με ελληνική πρωτοβουλία και ξεκίνησε ακριβώς πριν από δύο χρόνια, τον Φεβρουάριο του 2016.Την είχα, εδώ και χρόνια, προτείνει και εξαρχής δημόσια στηρίξει και με συγκεκριμένες προτάσεις υποστηρίξει.

Ήλθε, λοιπόν, η ώρα να λυθούν τα προβλήματα και να αρθούν οι εκκρεμότητες από το παρελθόν με την υπογραφή της νέας  Συνθήκης (Συμφώνου)  Συνεργασίας, Φιλίας και Καλής Γειτονίας  και της  δέσμης Συμφωνιών και  ενεργειών από τις δύο πλευρές των συνόρων  που τη συνοδεύουν. Εύχομαι και ελπίζω αμέσως μετά να ανοίξει ο δρόμος για την αναβάθμιση των  (λειτουργικών σήμερα)  σχέσεων μας  με την Δημοκρατία του  Κοσόβου με τη σύναψη ανάλογης Συμφωνίας .

Είναι συνάμα ανησυχητικό ότι, στην κρίσιμη αυτή τελική  φάση της διαπραγμάτευσης, επικρατεί, εδώ στην Ελλάδα, μία πρωτοφανούς οξύτητας  πολιτική ατμόσφαιρα. Ελπίζω και εύχομαι να διαψευσθώ. Φοβούμαι ότι το περιεχόμενο του νέου Συμφώνου και οι επιμέρους Συμφωνίες, θα είναι το νέο θύμα της δικής μας πολιτικής-κομματικής  σύγκρουσης και ασυνεννοησίας. Όπως γίνεται ήδη με το Μακεδονικό.

Γνωρίζουμε ότι  η  κυβέρνηση των Τιράνων, σε όλα τα στάδια των διμερών μας διαπραγματεύσεων από το Φεβρουάριο του 2016, τηρούσε αναλυτικά ενήμερη, σε πολιτικό επίπεδο, την Τουρκία. Επιπλέον, η  Τουρκία προσφέρει τεχνική και νομική υποστήριξη στην Αλβανία. Ειδικώς σε σχέση με τη νέα Συμφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες σε σύγκριση με την υποδειγματική Συμφωνία που υπογράψαμε το 2009. Η οποία όμως ουδέποτε  ήλθε  τότε προς κύρωση  από δύο διαδοχικές κυβερνήσεις της Ελλάδος. Γιατί;

Έχω προσωπική αντίληψη των αντιδράσεων που κυοφορούνται στην Αλβανία. Ας μην εκπλαγούμε, αν η νέα Συμφωνία -όποια και να είναι- παραπεμφθεί και αυτή με τη σειρά της, με αίτημα της  αλβανικής αντιπολίτευσης, στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Τα βήματα  και οι αντίστοιχες κινήσεις της Αθήνας πρέπει να συγχρονισθούν με την ολοκλήρωση  και των  τριών σταδίων που κατά κανόνα απαιτούνται στην Αλβανία: υπογραφή, κύρωση, εφαρμογή. Ενδιαφέρει, κυρίως, η εφαρμογή.

Η άμεση, πλήρης και άνευ νέων προϋποθέσεων εφαρμογή των Συμφωνιών που θα υπογράψουμε με την γειτονική μας Αλβανία καλόν είναι να αποτελέσει μέρος των προϋποθέσεων (conditionality)  της ενδεχόμενης προόδου των συμβατικών σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως πρόσφατα μου ελέχθη από σοβαρό παράγοντα της Αλβανικής πολιτικής σκηνής, η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων  είναι ο θεμελιώδης στόχος της κυβέρνησης του πρωθυπουργού κυρίου Έντι Ράμα .

Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθόσον η εμπειρία,  τριών σχεδόν δεκαετιών, μας δείχνει ότι τα προβλήματα  με τους πολιτικούς ηγέτες της Αλβανίας εμφανίζονται  και διογκώνονται, όταν έλθει η στιγμή της εφαρμογής των συμφωνηθέντων.

Η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων μας με τη γειτονική Αλβανία αποτελεί συνθήκη αναγκαία  προκειμένου  οι συμβατικές μας σχέσεις να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις, στις ανάγκες και στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Καμία όμως Συνθήκη και Συμφωνία δεν πρόκειται αφ’ εαυτής να καλύψει το κενό, την απόσταση θα έλεγα ορθότερα, που η έλλειψη εμπιστοσύνης χωρίζει τις δύο γειτονικές χώρες. Κυρίως δε τις πολιτικές ηγεσίες, τις γνωστές δομές και συγκεκριμένα  μέσα μαζικής ενημέρωσης.