Η αμυντική βιομηχανία -όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και διεθνώς- δείχνει πια να έχει οδηγηθεί μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια και, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Άλλωστε, από τις μεγάλες «πληγές», που άνοιξαν τα περασμένα έτη σε Ουκρανία, Γάζα, Ιράν και Ασία, επί της ουσίας ακόμη καμία δεν έχει κλείσει κατά τρόπο οριστικό. Από την πλευρά τους, οι 32 πια χώρες του ΝΑΤΟ πορεύονται με στόχο όχι το 2%, αλλά το 5% αμυντικών δαπανών τους ως προς ΑΕΠ έως το 2035.

Tο γεωπολιτικό τοπίο εξακολουθεί, με άλλα λόγια, να αναδιαμορφώνεται διεθνώς και οι ισορροπίες ισχύος να αναδιατάσσονται, τροφοδοτώντας κούρσες επανεξοπλισμού. Παράλληλα, παλαιές Συνθήκες αφοπλισμού ή περιορισμού των οπλοστασίων, όπως η αμερικανορωσική New Start για τα πυρηνικά, εκπνέουν χωρίς να αντικαθίστανται από άλλες νεότερες.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι αμυντικές δαπάνες γιγαντώνονται και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως ο μηχανισμός δράσης για την ασφάλεια στην Ευρώπη, ο SAFE, γεννιούνται με στόχο να εξυπηρετήσουν ακριβώς αυτήν τη γιγάντωση. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο προσανατολισμός αυτών των δαπανών ακόμη τελεί υπό (ανα)διαμόρφωση. Όχι μόνο στη Γηραιά Ήπειρο, αλλά ευρύτερα.

Αναξιοπιστία και καινοτομία

Τα τελευταία χρόνια, είδαμε τις ηγεσίες υπερδυνάμεων να εκτίθενται ως «αναξιόπιστες» έναντι των συμμάχων τους, με πιο ενδεικτικό το παράδειγμα της διοίκησης Τραμπ και όσων ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ είπε και έκανε τον περασμένο ενάμισι χρόνο σε σχέση με το ΝΑΤΟ, τη Γροιλανδία, τους δασμούς, τις αμερικανικές εξαγωγές κ.ά.

«Οι σύμμαχοί μας ενδέχεται κάποια μέρα να μην είναι πια σύμμαχοί μας», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο Ντόναλντ Τραμπ το Μάρτιο του 2025, στην προσπάθειά του τότε να εξηγήσει, γιατί τα μαχητικά που πωλούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε άλλες χώρες πρέπει, κατά την άποψή του, να είναι αποδυναμωμένα ή υποβαθμισμένα («toned-down») σε σχέση με τα αεροσκάφη που θα κρατούν οι ΗΠΑ για τον εαυτό τους και τις δικές τους δυνάμεις.

«Οι σύμμαχοί μας ενδέχεται κάποια μέρα να μην είναι πια σύμμαχοί μας», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο Ντόναλντ Τραμπ το Μάρτιο του 2025, εξηγώντας γιατί τα μαχητικά που πωλούν οι ΗΠΑ πρέπει να είναι αποδυναμωμένα ή υποβαθμισμένα («toned-down») σε σχέση με τα αεροσκάφη που θα κρατούν οι ίδιες για τον εαυτό τους. Στη φωτογραφία, ο Αμερικανός πρόεδρος κατά την πρώτη θητεία του, το Σεπτέμβριο του 2020, με την τότε πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο της Lockheed Martin, Μάριλιν Χιούσον), και τον διευθυντή και επικεφαλής πιλότο δοκιμών, Άλαν Νόρμαν, μπροστά από ομοίωμα F-35 στο Λευκό Οίκο.

Παράλληλα, είδαμε την ανάδυση «φθηνών» μεν αλλά αποτελεσματικών αμυντικών συστημάτων, κυρίως μη επανδρωμένων, που απέδειξαν ότι μπορούν στην πράξη να θέσουν εκτός μάχης ή να «εξαντλήσουν» πολύ ακριβότερα οπλικά συστήματα. «Μη επανδρωμένα αεροσκάφη αξίας 20.000 δολαρίων τα βάζουν με Patriot αξίας 4 εκατομμυρίων δολαρίων.

Φθηνά όπλα μπορούν να καταστρέψουν πόρους που προορίζονται για πολύ πιο σύνθετες απειλές», έγραφε το Bloomberg τον Μάρτιο του 2026. «Drones, λέιζερ και ραντάρ: ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δίνει ώθηση στο κυνήγι για φθηνότερες αεράμυνες», έγραφαν οι Financial Times την ίδια περίοδο (σ.σ.: για το θέμα, είχαμε δημοσιεύσει μακροσκελές άρθρο, στο τεύχος 403 της Α&Δ τον Απρίλιο του 2026, υπό τον τίτλο «Διδάγματα αεράμυνας από Ιράν και Ουκρανία».

Χώρες που δεν φημίζονταν για τη «βαριά» αμυντική τους βιομηχανία, όπως η Ουκρανία και το Ιράν, βρέθηκαν ξαφνικά να προκαλούν βαριές απώλειες και φθορές σε πολύ μεγαλύτερους στρατιωτικά αντιπάλους, όπως είναι η Ρωσική Ομοσπονδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντίστοιχα.

Η καινοτομία ήρθε, σε συνδυασμό με την ευελιξία και την ταχύτητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες και ανάγκες, να εξελιχθεί σε παράγοντα ανθεκτικότητας, αποτελεσματικότητας και, ως εκ τούτου, ισχύος. Κατά αντιπαραβολή προς την αναξιοπιστία ή τις αλλαγές προτεραιοτήτων ορισμένων εκ των «μεγάλων» που προκαλούσαν και συνεχίζουν να προκαλούν ανασφάλεια στους «μικρούς».

Από την Ουκρανία ως το Ιράν

Την ίδια περίοδο, μεγάλα πρότζεκτ, όπως ήταν για παράδειγμα εκείνο για το μαχητικό 6ης γενιάς FCAS, που ήταν στα σκαριά για χρόνια, τελικώς κατέρρευσαν προτού προλάβουν να απογειωθούν. Στον αντίποδα, άλλα πιο «μικρά» αμυντικά πρότζεκτ «απογειώθηκαν» και πλέον αναδιαμορφώνουν το εξοπλιστικό τοπίο.

Μεγάλα πρότζεκτ, όπως για παράδειγμα το ευρωπαϊκό μαχητικό 6ης γενιάς FCAS (στη φωτογραφία, καλλιτεχνική απεικόνιση βάσει των σχεδίων του 2022), που ήταν στα σκαριά για χρόνια, τελικώς κατέρρευσαν προτού προλάβουν να απογειωθούν.

Όπως έγραφαν οι Financial Times, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 11 Ιουνίου 2026 (υπό τον τίτλο «Η Lockheed Martin δεν μπορεί να πει πότε οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα παραλάβουν πυραύλους Patriot»), «ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιμετωπίζεται πια σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως ένας ολοένα και πιο αναξιόπιστος εταίρος […] και ο πόλεμος στο Ιράν ήρθε να επιδεινώσει τις προκλήσεις. Η Ουάσιγκτον προειδοποίησε τον περασμένο μήνα (σ.σ.: το Μάιο του 2026) τους Ευρωπαίους συμμάχους, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, της Πολωνίας, της Λιθουανίας και της Εσθονίας, να αναμένουν μεγάλες καθυστερήσεις στην παράδοση αμερικανικών όπλων, καθώς έτρεχε να αναπληρώσει τα αποθέματα που εξαντλήθηκαν από τη σύγκρουση στο Ιράν […]. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί να ελέγχει τις πωλήσεις αμερικανικών οπλικών συστημάτων στο εξωτερικό».

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, ο Μπράιαν Νταν, διευθυντικό στέλεχος της Lockheed είχε δηλώσει, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο πλαίσιο του ILA Berlin Air Show, ότι η εταιρεία «δεν μπορεί να πει στους συμμάχους των ΗΠΑ με βεβαιότητα πότε θα παραλάβουν κρίσιμους πυραύλους για τα συστήματα αεράμυνας Patriot, παρά τα σχέδια για τριπλασιασμό της παραγωγής τέτοιου τύπου πυραύλων». Επεσήμανε, επίσης, πως «δεν ελέγχουμε εμείς το πώς, το πότε και τη σειρά προτεραιότητας με την οποία θα δοθούν αυτοί οι πύραυλοι, αλλά το υπουργείο Πολέμου [των ΗΠΑ]», στέλνοντας έτσι «ένα ανησυχητικό μήνυμα προς τους συμμάχους των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των ΗΑΕ, της Γερμανίας, της Ιαπωνίας, της Πολωνίας και της Σαουδικής Αραβίας, που χρησιμοποιούν το σύστημα αεράμυνας Patriot», σχολίαζαν χαρακτηριστικά οι FT.

Σημειώνεται ότι η Lockheed Martin συμφώνησε να αυξήσει την παραγωγή των πυραύλων PAC-3 (Patriot Advanced Capability-3) από τον τρέχοντα ρυθμό των περίπου 650 ετησίως σε 2.000 έως το 2030, βάσει μιας συμφωνίας ύψους 4,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υπέγραψε με το αμερικανικό Πεντάγωνο νωρίτερα φέτος. Συγκριτικά, μέσα στο 2025 η Lockheed Martin κατάφερε να παραγάγει περίπου 620 PAC-3. Όπως φαίνεται ωστόσο επί του πρακτέου, η πρόσφατη συμφωνία περί αύξησης της παραγωγής δεν αρκεί, για να καλύψει άμεσα τις ανάγκες των συμμάχων των ΗΠΑ, όπως διαμορφώνονται μετά από όσα προηγήθηκαν σε Ιράν και Ουκρανία.

 

H Lockheed Martin συμφώνησε να αυξήσει την παραγωγή των πυραύλων PAC-3 (Patriot Advanced Capability-3) από τον τρέχοντα ρυθμό των περίπου 650 ετησίως σε 2.000 έως το 2030, βάσει μιας συμφωνίας ύψους 4,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υπέγραψε με το αμερικανικό Πεντάγωνο νωρίτερα φέτος.
H Lockheed Martin συμφώνησε να αυξήσει την παραγωγή των πυραύλων PAC-3 (Patriot Advanced Capability-3) από τον τρέχοντα ρυθμό των περίπου 650 ετησίως σε 2.000 έως το 2030, βάσει μιας συμφωνίας ύψους 4,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υπέγραψε με το αμερικανικό Πεντάγωνο νωρίτερα φέτος.

PAC-3 και FP-7.x

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Ουκρανία και πολλά άλλα ευρωπαϊκά έθνη επιδιώκουν πια να μειώσουν την εξάρτησή τους από την αμυντική τεχνολογία των ΗΠΑ.

Ο πανεπιστημιακός και οικονομολόγος Γκούντραμ Βολφ (Université Libre de Bruxelles, Bruegel, Kiel Institute), μιλώντας στο France24 στις αρχές του περασμένου Απριλίου, τόνισε πως «κάθε όπλο που αγοράζουμε, ως Ευρωπαίοι, από τις Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύει την τεχνολογική εξάρτησή μας από αυτές και αποθαρρύνει την περαιτέρω ανάπτυξη του δικού μας εγχώριου οικοσυστήματος».

Από την πλευρά της, η Αλεξάντρα ντε Χουπ Σέφερ, πρόεδρος της δεξαμενής σκέψης German Marshall Fund of the United States (GMF), δήλωνε, σε συνέντευξή της στην αυστριακή εφημερίδα Die Presse στα τέλη του περασμένου Μαΐου, πως «οι διατλαντικές σχέσεις επί του παρόντος επαναπροσδιορίζονται. Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική φάση. Οι ΗΠΑ επανεξετάζουν τις προτεραιότητές τους, καθώς και τις απαιτήσεις τους από τους συμμάχους τους. Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους με τις ΗΠΑ. Η Ευρώπη χρειάζεται νέες συνεργασίες για να επιτύχει στρατηγική αυτονομία μέσα στα επόμενα 10 με 15 χρόνια».

Υπό την πίεση των αναγκών που δημιούργησαν οι ρωσικές επιθέσεις στην Ουκρανία, αμυντικές βιομηχανίες όπως η ουκρανική Fire Point έχουν πια αναπτύξει και δοκιμάζουν πυραύλους εδάφους-αέρος που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη «φθηνή» και πιο «εύκολα διαθέσιμη» εναλλακτική στους αμερικανικούς Patriot.

Η Fire Point ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε την πρώτη δοκιμή του αντιπυραυλικού-αντιβαλλιστικού συστήματος αεράμυνας FP-7.x στις αρχές Ιουνίου. Πρόκειται για ένα σύστημα το οποίο θα είναι, σύμφωνα με τους κατασκευαστές του, φθηνότερο από τους Patriot της Lockheed Martin και τους γαλλο-ιταλικούς SAMP-T.

Η μαζική παραγωγή του βαλλιστικού πυραύλου FP-7.x θα μπορούσε να ξεκινήσει τον Αύγουστο του 2026 και οι πρώτοι ολοκληρωμένοι πύραυλοι να είναι έτοιμοι έως το 2027. Σημειώνεται ότι οι FP-7.x αποτελούν κομμάτι ενός ευρύτερου συστήματος αεράμυνας, γνωστού ως Freyja, το οποίο οι Ουκρανοί αναπτύσσουν με τη συνδρομή ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών.

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ακόμη δεν είχε επισήμως ανακοινωθεί ποιες ευρωπαϊκές εταιρείες συμμετέχουν στο πρότζεκτ Freyja, αλλά είχαν ακουστεί ονόματα, όπως των Diehl Defence, Hensoldt, Thales, Leonardo και Kongsberg.

Ουκρανοί ειδικοί υπογραμμίζουν ότι οι αργοί ρυθμοί αναπλήρωσης των πυραύλων PAC-2 και PAC-3 κλόνισε την εμπιστοσύνη του Κιέβου στο σύστημα Patriot.

«Μπορούμε να βασιστούμε στους Patriot; Δεν νομίζω ότι μπορούμε πλέον», είχε χαρακτηριστικά δηλώσει ο Ντμίτρο Κουλέμπα, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, προσθέτοντας ότι «η Αμερική θα κρατήσει τα καλύτερα για τον εαυτό της».

«Συνεργαζόμαστε ήδη με αρκετές χώρες σχετικά με την ανάπτυξη ευρωπαϊκών αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων», είχε δηλώσει, από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Σύμφωνα πάντως με τους επικεφαλής της Fire Point, ένας πύραυλος FP-7.x θα κοστίζει περί τα 700.000 δολάρια, σε σύγκριση με τα περίπου 3,8 εκατομμύρια δολάρια που κοστίζει ένας Patriot Pac-3, και η Fire Point θα μπορούσε να ξεκινήσει, κατασκευάζοντας περίπου τρεις τέτοιου τύπου πυραύλους ημερησίως.

Όμως και στο μέτωπο των μη επανδρωμένων οχημάτων, είτε μιλάμε για UAV, είτε για USV, είτε για UGV, «η Ουκρανία ήδη παράγει και λειτουργεί drones σε κλίμακα που δεν έχει προηγούμενο», αφού «κατάφερε να κατασκευάσει περίπου τέσσερα εκατομμύρια ρομποτικά και αυτόνομα συστήματα το 2025, τα οποία μπορεί να γίνουν πέντε και έξι εκατομμύρια το 2026», έγραφαν οι Μάικλ Χόροβιτς και Εριν Ντάμπακερ σε ανάλυσή τους στον ιστοχώρο του Council on Foreign Relations (CFR) τον περασμένο Ιούνιο.

Μεταξύ άλλων, είχαν το βλέμμα στραμμένο σε ουκρανικές εταιρείες, όπως η General Cherry και η Wild Hornets. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ουκρανό υφυπουργό Άμυνας, Μστισλάβ Μπάνικ, η ουκρανική αμυντική βιομηχανία δύναται να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον όγκο της παραγωγής, ακόμη και στα 20 εκατομμύρια drones ετησίως, εάν υποστηριχθεί οικονομικά και υλικοτεχνικά από εταίρους και συμμάχους.

Κινήσεις διαφοροποίησης

Ευρωπαίοι και Ουκρανοί κοιτούν, λοιπόν, πλέον πέρα από τις ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να διαφοροποιήσουν τις αμυντικές τους προμήθειες, καθώς και τις μεταξύ τους συμπράξεις.

Υπενθυμίζεται, άλλωστε, ότι προβλήματα καθυστερήσεων, αναξιοπιστίας ή αβεβαιότητας όπως είναι αυτά που προαναφέρθηκαν για τους PAC-3, είχαν αναφερθεί στο πρόσφατο παρελθόν και για ένα άλλο προϊόν της Lockheed, όπως τα F-35. «Άλλοτε οι προκλήσεις ήταν τεχνικής φύσεως, ενώ σήμερα είναι όχι μόνο τεχνικής φύσεως, αλλά και πολιτικές.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε σε περυσινή του ανάλυση ο αμερικανικός ιστοχώρος BreakingDefense, αυτή την στιγμή υπάρχει ένα τεράστιο βιβλίο παραγγελιών από όλο τον κόσμο για F-35. Ωστόσο, με βάση όσα ίσχυαν πέρυσι, η Lockheed ήταν σε θέση να κατασκευάζει έως και 156 αεροσκάφη ετησίως τα οποία, για να μην πάει πίσω το πρόγραμμα των παραδόσεων, θα έπρεπε να αυξηθούν σε 175 με 180 τον χρόνο.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα νέα δεδομένα, μικρές και μεσαίες δυνάμεις σπεύδουν πια να αναζητήσουν εναλλακτικές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Πολωνίας η οποία ξεχωρίζει άλλωστε πια ως η χώρα με τις μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στις τάξεις του ΝΑΤΟ.

Οι Πολωνοί υπέγραψαν συμφωνία για την αγορά συνολικά 32 F-35 το 2020, αλλά για να παραλάβουν τα πρώτα από αυτά τα αεροσκάφη (πράγμα που έγινε τον περασμένο Μάιο), έπρεπε να περιμένουν περίπου έξι χρόνια. Στο μεταξύ, μέσα σε αυτό το διάστημα, δεν έμειναν άπραγοι.

Αντιθέτως, προχώρησαν σε αγορές νοτιοκορεατικών μαχητικών FA-50GF. Η σχέση μεταξύ Πολωνίας και Νότιας Κορέας είναι ενδιαφέρουσα και ενδεικτική των τάσεων που αναδύονται πια στη διεθνή αγορά των εξοπλιστικών: όχι μόνο λόγω του ύψους των πολωνικών αμυντικών δαπανών, που τετραπλασιάστηκαν σε μια πενταετία από 13,6 δισ. δολ. σε περισσότερα από 54,6 δισ. δολ., αλλά και λόγω των νοτιοκορεατικών αμυντικών εξαγωγών που βρίσκονται, επίσης σε τροχιά γιγάντωσης εδώ και χρόνια.

Το PSR-A Pilica, πολωνικό αντιαεροπορικό σύστημα πυραύλων και πυροβολικού πολύ μικρής εμβέλειας (VSHORAD), που κατασκευάζεται από τον όμιλο Polska Grupa Zbrojeniowa (PGZ).

Πολωνία και Νότια Κορέα

Είναι ενδεικτικό ότι «η κύρια πηγή οπλικών συστημάτων για τη Βαρσοβία την περίοδο 2021-2025 ήταν η Νότια Κορέα, από την οποία προήλθε το 47% των πολωνικών αμυντικών εισαγωγών».

Από το 2022 και έπειτα, οι Πολωνοί αγόρασαν από τη Νότια Κορέα άρματα μάχης K2, συστήματα πυροβολικού K239 Chunmoo, αυτοκινούμενα πυροβόλα K9 και, όπως προαναφέρθηκε, μαχητικά αεροσκάφη FA-50. Παράλληλα, με βάση συμφωνίες που υπέγραψαν το 2025 με τις Hyundai Rotem και Hanwha Aerospace, δεκάδες άρματα μάχης K2PL και χιλιάδες CGR-080 πύραυλοι ακριβείας για τα K239 Chunmoo πρόκειται να παραχθούν εντός των πολωνικών συνόρων.

«Ο Τραμπ έχει κουραστεί να εξοπλίζει τους συμμάχους και αυτή η χώρα βγαίνει μπροστά. Η υποχώρηση των ΗΠΑ από την παγκόσμια σκηνή αποτελεί ευκαιρία για τη Νότια Κορέα», έγραφε το Politico στις 20 Ιουνίου 2026.

Η νοτιοκορεατική Hyundai Rotem φημίζεται για το άρμα μάχης K2.

«Τα προβλεπόμενα συνδυασμένα έσοδα των τεσσάρων μεγαλύτερων νοτιοκορεατικών αμυντικών εταιρειών -της Hanwha Group, της Hyundai Rotem, της LIG ​​Nex1 και της Korea Aerospace Industries- εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε περίπου 37 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026, ποσό που είναι σχεδόν τετραπλάσιο σε σχέση με το αντίστοιχο του 2021».

Η Νότια Κορέα είναι πια ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ στο μέτωπο των αμυντικών εξοπλισμών, κάτω από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τον Νίξον στον Τραμπ

Ιράν και Ουκρανία ανέπτυξαν τις δικές τους «ευέλικτες» αμυντικές βιομηχανίες, προκειμένου να ανταποκριθούν σε μια σειρά από πολύ πρακτικές ανάγκες και προκλήσεις: οι μεν Ιρανοί απέναντι στα αμερικανικά εμπάργκο έπειτα από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, οι δε Ουκρανοί απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις που κλιμακώθηκαν μετά το 2014 (Κριμαία) και ακόμη περισσότερο μετά το 2022 (εισβολή).

Ωστόσο, κάτι που πολλοί μπορεί να μην θυμούνται ή να μην έχουν υπόψη τους είναι ότι και η ανάπτυξη της νοτιοκορεατικής αμυντικής βιομηχανίας είχε ξεκινήσει «από ανάγκη» τη δεκαετία του 1970, όταν οι ΗΠΑ του Ρίτσαρντ Νίξον άρχισαν, μετά το 1969, να αποσύρουν στρατεύματα από την Κορεατική Χερσόνησο.

Οπως ο Νίξον τότε ως 37ος πρόεδρος των ΗΠΑ με το καλούμενο «Δόγμα Νίξον», έτσι και ο Τραμπ τώρα, ως 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ, καλεί τους συμμάχους της Αμερικής να αναλάβουν οι ίδιοι, σε μεγαλύτερο βαθμό, την ευθύνη για την άμυνά τους και να πάψουν να βασίζονται στις ΗΠΑ.

Ασφαλώς, η στάση του Τραμπ κρύβει μια αντίφαση, αφού ο νυν πρόεδρος, από τη μία πλευρά, καλεί τους Ευρωπαίους να απεξαρτηθούν και, από την άλλη, να συνεχίσουν να αγοράζουν κατά προτεραιότητα και κατά προτίμηση αμερικανικά οπλικά συστήματα. Σε κάθε περίπτωση, οι Ευρωπαίοι δείχνουν πια να έχουν λάβει το μήνυμα.

Το αν θα καταφέρουν μεσαίες ή ακόμη και μικρές δυνάμεις να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Νότιας Κορέας και της νοτιοκορεατικής αμυντικής βιομηχανίας είναι κάτι το οποίο μένει, βέβαια, να φανεί.

Πάντως, επί του πρακτέου, ήδη γίνονται κινήσεις. Ενδεικτικά, η πολωνική κυβέρνηση και ο κρατικός πολωνικός αμυντικός όμιλος της PGZ (Polska Grupa Zbrojeniowa) προωθούν πια συμφωνίες για αγορές και/ή συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων με τη σουηδική Saab, την εσθονική Frankenburg Technologies, την Ουκρανία, τη Νορβηγία, τις βρετανικές BAE Systems και MBDA UK, αλλά και την Τουρκία με την οποία υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας το Δεκέμβριο του 2025.

Όμως, οι τάσεις διαφοροποίησης των αμυντικών προμηθειών και μερικής απεξάρτησης από τις ΗΠΑ δεν είναι μόνον πολωνικό φαινόμενο. Ο Καναδάς, επί παραδείγματι, εξέταζε αγορές νέων υποβρυχίων από τη Νότια Κορέα (Hanwha Ocean) ή τη Γερμανία (TKMS), μη επανδρωμένων αεροσκαφών (Warmate, FlyeEye, Gladius) από την Πολωνία (WB Group) και αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου (GlobalEye) από τη Σουηδία (Saab), ενώ και οι Ουκρανοί έδειχναν να ενδιαφέρονται για τα μαχητικά αεροσκάφη Gripen E/F της σουηδικής Saab.

Οι Άραβες στρέφονται στην Ευρώπη

Σε κινήσεις αμυντικής «αυτονόμησης» προχωρούν το τελευταίο διάστημα και οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, οι οποίες «εξετέθησαν» ως εξαρτημένες από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου με το Ιράν έπειτα από τις 28 Φεβρουαρίου 2026.

«Οι πετρομοναρχίες του Κόλπου αναπτύσσουν τις δικές τους αμυντικές βιομηχανίες, με την ελπίδα να μειώσουν την εξάρτησή τους από τη Δύση.

Αναδυόμενες αμυντικές βιομηχανίες, όπως είναι η σαουδαραβική Saudi Arabia Military Industries (SAMI), η καταρινή Barzan Holdings και -κυρίως- ο εμιρατινός όμιλος EDGE Group, διεκδικούν μεγαλύτερη παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά με ενδεικτική την ισχυρή παρουσία τους στην Eurosatory 2026, τον περασμένο Ιούνιο, στο Παρίσι.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο πόλεμος στο Ιράν ενίσχυσε αυτήν τη φιλοδοξία τους», σημείωνε ο βρετανικός The Economist στις αρχές Ιουνίου, στρέφοντας τη δημοσιογραφική του ματιά σε αναδυόμενες αμυντικές βιομηχανίες, όπως είναι η σαουδαραβική Saudi Arabia Military Industries (SAMI), η καταρινή Barzan Holdings και -κυρίως- ο εμιρατινός όμιλος EDGE Group.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παρουσιάζονται να διατηρούν προβάδισμα στο συγκεκριμένο πεδίο έναντι των γειτόνων τους, καθώς ο όμιλος EDGE έχει αποκτήσει μερίδια σε ιταλικές βιομηχανίες (Costruzioni Motori Diesel) και προωθεί συμπράξεις με ευρωπαϊκούς αμυντικούς κολοσσούς, ιταλικούς (Leonardo, Fincantieri) και γερμανικούς (Rheinmetall).

«Τα έσοδα της EDGE ξεπέρασαν πέρυσι τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια, με την εταιρεία να συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων κατασκευαστών πυρομαχικών ακριβείας στον κόσμο και να εξάγει σχεδόν τα τρία τέταρτα της παραγωγής της σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας».

«Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ ήρθαν στη Eurosatory 2026, τη μεγαλύτερη αμυντική έκθεση της Ευρώπης, με ένα μήνυμα που εκτείνεται πολύ πιο πέρα ​​από την προμήθεια όπλων: oι χώρες του Κόλπου θέλουν ένα μεγαλύτερο ρόλο στο μέλλον της αμυντικής βιομηχανίας στην Ευρώπη», υπογραμμίζει σε ανάλυσή του ο ιστοχώρος Al-Monitor, εστιάζοντας -και αυτός- κυρίως στην εμιρατινή EDGE που, τον περασμένο Ιούνιο, προχώρησε σε μια σειρά από αξιοσημείωτες κινήσεις επί ευρωπαϊκού εδάφους: λάνσαρε την EDGE Europe που είναι πια το παράρτημά της στην Ευρώπη με έδρα τη Γαλλία, απέκτησε νέα γραφεία στο Παρίσι και νέες εγκαταστάσεις στο Μπορντό και παρουσίασε μια σειρά από νέες συμφωνίες με τις γαλλικές Safran και Naval Group καθώς και με την ιταλική Leonardo».

«Το μήνυμα ήταν σαφές» σύμφωνα με το Al-Monitor. «Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιδιώκουν να αποκτήσουν μόνιμη θέση στο αμυντικό οικοσύστημα της Ευρώπης».