Βαλκανικά αδιέξοδα παρά τις Πρέσπες

Δημοσιεύθηκε: Απρίλιος 7, 2019

Οι πανηγυρικοί τόνοι της επίσκεψης του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα στη λεγόμενη «Βόρεια Μακεδονία» είναι αδικαιολόγητοι, αφού η ελληνική επιχειρηματικότητα κυριαρχούσε ούτως ή άλλως στα Σκόπια από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, και ταυτόχρονα κρύβουν τα πολλαπλά αδιέξοδα της βαλκανικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Τα οφέλη από τις στενές οικονομικές σχέσεις Αθήνας-Σκοπίων (κατά τ’ άλλα χρήσιμες και επιβεβλημένες) είχαν εξασφαλιστεί ακόμα και υπό την εκκρεμότητα της ονομασίας. Τώρα, με την προβληματική Συμφωνία των Πρεσπών, έχουν προστεθεί οι διπλωματικοί σκόπελοι της μακεδονικής ταυτότητας-εθνότητας και των εμπορικών σημάτων. Μακροπρόθεσμα δε, όλα θα κριθούν από το συνδυασμό δυνάμεων στην περιοχή και τα συμφέροντα πολλών μεγάλων κρατών που θα συγκρουστούν.

Το πρόβλημα της παρούσας βαλκανικής μας πολιτικής είναι ότι, παρά την πρωτοφανή ελληνική υποχωρητικότητα στις «Πρέσπες», η κυβέρνηση δεν μπορεί ούτε να προωθήσει τα συμφέροντά μας στην περιοχή ούτε και να τα συνδυάσει με τα συμφέροντα τρίτων, ισχυρών, παικτών:

Πρώτον, το Στέητ Ντηπάρτμεντ, πέρα από τα καλά λόγια ότι «οι Πρέσπες αποτελούν τη σημαντικότερη εξέλιξη στα Βαλκάνια μετά τη Συμφωνία του Ντέιτον» (το 1995), δεν συνδέει την πολιτική του με την αντίστοιχη ελληνική. Ευτυχώς, η Ουάσιγκτον βλέπει όντως θετικά τη Θεσσαλονίκη ως πύλη προς την ενδοχώρα των Βαλκανίων, αλλά δεν πρόκειται για κάτι νέο. Δεν το πρόσφεραν οι «Πρέσπες», εξαρτάται πάντα από την ιδιωτική πρωτοβουλία και, σίγουρα, δεν μπαίνει στην ίδια ζυγαριά με τα -ιστορικών διαστάσεων- ζητήματα εθνότητας και ταυτότητας. Χαρακτηριστική των (μετά τις Πρέσπες) αποστάσεων της Ουάσιγκτον από την Αθήνα είναι η ψυχρολουσία της μετάθεσης της Συνόδου των «3+1» από την Κρήτη στην Ιερουσαλήμ και η απόρριψη του αιτήματος διμερούς συνάντησης του κ. Τσίπρα με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μ. Πομπέο κατά τη διάρκεια της.

  • Δεύτερον, ως προς τη Ρωσία και την Κίνα, η κυβέρνηση προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους όρους του παιχνιδιού μαζί τους αφενός στην ελληνική επικράτεια και αφετέρου στη βαλκανική αρένα, χωρίς προοπτικές θετικής έκβασης. Η Μόσχα μάλλον δεν θα προβάλει εμπόδια στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθώς έχει ήδη εξασφαλίσει την αναθεώρηση της λίστας έργων υπό τη Μικτή Διϋπουργική Επιτροπή και προνομιακό διάλογο για την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων και του λιμένα της Αλεξανδρούπολης. Κατά παρόμοιο τρόπο, η Κίνα επιθυμεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας και τις υποδομές της για διείσδυση στα Βαλκάνια, αλλά η Αθήνα αδυνατεί να εξασφαλίσει χειροπιαστά ανταλλάγματα.
  • Τρίτον, ως προς τις ίδιες τις βαλκανικές χώρες, η Συμφωνία δεν καταφέρνει να αλλάξει τα πράγματα. Όλες τη χαιρέτησαν και μετά αδιαφόρησαν! Ενώ πέρυσι, τέτοιο καιρό, ο κ. Τσίπρας προετοίμαζε πανηγυρική επίσκεψη στα Τίρανα ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα, τα γεγονότα στη Χειμάρρα και η εσωτερική κατάσταση στην Αλβανία συρρικνώνουν τις ελπίδες βελτίωσης των διμερών σχέσεων ή περιορισμού του επιθετικού αλβανικού παράγοντα στα Βαλκάνια. Ακόμα και η πιο φιλική Σερβία επιθυμεί να κινηθεί αυτόνομα προς την Ε.Ε., αντί μέσω της Ελλάδας, όπως αναμενόταν. Επίσης, για τη διένεξη Σερβίας-Κοσόβου και το σχέδιο ανταλλαγής εδαφών δεν υπάρχουν περιθώρια μεσολαβητικής πρωτοβουλίας της Αθήνας.

Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ, το Φεβρουάριο, ο κ. Κατρούγκαλος είχε ενημερώσει τους ομολόγους του στην Ε.Ε. για τη χρησιμότητα των «Πρεσπών» στα Δυτικά Βαλκάνια και γινόταν «λομπίστας» του κ. Ν. Ντιμιτρόφ, αλλά μόλις ένα-ενάμιση μήνα μετά κανείς τους δεν ενδιαφέρεται για την ελληνική συνδρομή.