Το διήμερο της 7ης-8ης Σεπτεμβρίου ήταν ένα 48ωρο «πλούσιο» σε εξελίξεις, από εκείνα που τείνουν να κάνουν την (επαν)εμφάνιση τους με μεγαλύτερη συχνότητα τα τελευταία χρόνια.

Στη Γαλλία, ο 74χρονος Φρανσουά Μπαϊρού είδε την κυβέρνησή του να καταρρέει. Από την τελευταία (επαν)εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν στην προεδρία το 2022 κι έπειτα, μέσα σε διάστημα περίπου τριών ετών δηλαδή, η Γαλλία έχει αλλάξει όχι έναν, ούτε δύο, αλλά τέσσερις πρωθυπουργούς (Ελιζαμπέτ Μπορν, Γκαμπριέλ Ατάλ, Μισέλ Μπαρνιέ, Φρανσουά Μπαϊρού) και πλέον αναμένει τον πέμπτο.

Ο Μπαϊρού άντεξε μόλις εννέα μήνες στην πρωθυπουργία, ο Μπαρνιέ τρεις και ο Ατάλ οχτώ, ενώ οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν πρόωρα, το καλοκαίρι του 2024, και οι επόμενες προεδρικές είναι κανονικά προγραμματισμένες για το 2027.

Αλλά και εκτός Ευρώπης, στη μακρινή για εμάς Ιαπωνία, ο 68χρονος Σιγκέρου Ισίμπα ανακοίνωσε ότι παραιτείται έπειτα από μόλις δέκα μήνες στην πρωθυπουργία. Για την ιστορία, οι τέσσερις τελευταίοι Ιάπωνες πρωθυπουργοί (Αμπε, Σούγκα, Κισίντα, Ισίμπα), πέρα από το γεγονός ότι ήταν όλοι μέλη του ιδίου κόμματος (LDP), έχουν το κοινό ότι όλοι τους παραιτήθηκαν υπό την πίεση κακών δημοσκοπικών ή εκλογικών επιδόσεων.

Η Γαλλία και η Ιαπωνία ωστόσο, που καλούνται τώρα να καλύψουν πολιτικά κενά εν μέσω τριγμών, δεν είναι απλώς άλλες δύο γεωπολιτικά αδιάφορες χώρες. Κάθε άλλο.

Μιλάμε για δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες της υφηλίου αλλά και για δύο αμυντικές υπερδυνάμεις (που βρίσκονται, ενδεικτικά, στις θέσεις νούμερο 7 και 8 της παγκόσμιας κατάταξης PowerIndex/GlobalFirepower, στο επτά οι Γάλλοι, στο οχτώ οι Ιάπωνες), για δύο χώρες οι κινήσεις των οποίων παρακολουθούνται στενά από όλες τις άλλες μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, είτε μιλάμε για την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (που έχει ενοχληθεί από πολλές επιλογές της προεδρίας Μακρόν), είτε για την Κίνα του Σι Τζινπίνγκ (που βλέπει ανταγωνιστικά την Ιαπωνία με την οποία έχει παράλληλα και εδαφικές διαφορές).

Γαλλία και Ιαπωνία καλούνται, με το γεωπολιτικό τους εκτόπισμα, να διαχειριστούν πια ένα πλαίσιο νέων προκλήσεων από την Ευρώπη ως τον Ινδο-Ειρηνικό (όπου οι Γάλλοι διατηρούν υπερπόντιες κτήσεις, βάσεις και στρατεύματα), με το βλέμμα στραμμένο σε ανοιχτές πληγές (Γάζα, Ουκρανία), υπαρκτές ή δυνητικές απειλές (σχετικές, για παράδειγμα, με τις επεκτατικές διαθέσεις αναθεωρητικών δυνάμεων) και λοιπούς αστάθμητους ή απρόβλεπτους παράγοντες (βλ. Τραμπ-δασμοί, Τραμπ-ΝΑΤΟ, Τραμπ-QUAD).

Παράλληλα δε, μέσα σε ένα τέτοιο διεθνών ανακατατάξεων και διάχυσης των αβεβαιοτήτων, Παρίσι και Τόκιο αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες σε επίπεδα ρεκόρ για τα δεδομένα τους.

Ενδεικτικά, η γαλλική ηγεσία για παράδειγμα, πριν από την τρέχουσα κρίση με την ανατροπή του Φρανσουά Μπαϊρού από την πρωθυπουργία, μια ανατροπή που προήλθε μέσα από την αδυναμία ψήφισης του προϋπολογισμού του 2026, είχε ανακοινώσει την πρόθεση να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες κατά 6,5 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη διετία, με στόχο εκείνες να αγγίξουν τα 64 δισ. ευρώ το 2027 (χρονιά προεδρικών εκλογών στη Γαλλία).

Κι αυτό, την ώρα που συνολικά η Ευρώπη επανεξοπλίζεται στο πλαίσιο του ReArm Europe Plan/Readiness 2030. Το εάν θα καταστεί εφικτό να γίνουν πράξη τέτοιου τύπου αυξήσεις εν μέσω πολιτικής αστάθειας, δημοσιονομικών προβλημάτων (με το έλλειμμα να έχει πια χαρακτηριστεί υπερβολικό και το δημόσιο χρέος στα ύψη) και λοιπών προωθούμενων περικοπών, είναι αμφίβολο και μένει πια να φανεί επί του πεδίου.

Ναι, η εξωτερική πολιτική και η αμυνα εξακολουθούν να περνούν από τα χέρια του προέδρου Μακρόν ο οποίος παραμένει αμετακίνητος στη θέση του. Ωστόσο, η αστάθεια δεν μπορεί παρά να επηρεάσει, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, τους πάντες και τα πάντα. «Η πολιτική κρίση στη Γαλλία ρισκάρει να καθυστερήσει τη στρατιωτική ανάπτυξη», έγραφε χαρακτηριστικά προ ημερών το Politico… αναμένοντας την παραίτηση του Μπαϊρού.

Αλλά και για τις εξελίξεις στην Ιαπωνία, το περιοδικό Foreign Affairs σημείωνε πρόσφατα ότι τα κενά ηγεσίας που σχετίζονται με την αποδυνάμωση του επί δεκαετίες κυρίαρχου πολιτικά κεντρώου Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (LDP) «δυσκολεύουν την Ιαπωνία να ανταποκριθεί στις τεκτονικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις με τις οποίες βρίσκεται».